Η περίπτωση των πανεπιστημιακών μουσείων στην Ελλάδα από την ίδρυσή τους, το 1837 έως το 1974

 

 

 

 

Σοφία ΤΡΟΥΛΗ

Αρχαιολόγος-Μουσειολόγος

Υπ. Δρ. Παν/μίου Κρήτης

 

 

 

 

 

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Τα Πανεπιστημιακά μουσεία αποτελούν ειδική κατηγορία Μουσείων. Πρόκειται για Συλλογές αντικειμένων, που είναι προσαρτημένες στα Εργαστήρια των Πανεπιστημιακών Τμημάτων. Οργανώνονται εξ αρχής με βασικό κριτήριο επιλογής των αντικειμένων τις διδακτικές τους δυνατότητες. Απευθύνονται σε εξειδικευμένο κοινό, τους φοιτητές, μένουν ωστόσο κάποιες ώρες την εβδομάδα ανοιχτά στο ευρύτερο κοινό. Η ιστορική τους εξέλιξη συνυφαίνεται με την ιστορία της Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης. Εξετάζοντας, κατά συνέπεια την εξέλιξη των Πανεπιστημιακών Μουσείων, προκύπτουν πληροφορίες για την ιστορία της Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης στην Ελλάδα.

Στην Ελλάδα τα Πανεπιστημιακά Ιδρύματα οργανώθηκαν με βάση τις εμπειρίες του εξωτερικού και έτσι δεν ήταν τυχαίο ότι σε αρκετά τμήματά τους προσαρτήθηκαν από την έναρξη της λειτουργία τους Μουσεία, ως χώροι συμπληρωματικής διδασκαλίας. Για παράδειγμα, με τον Οργανισμό του Πανεπιστημίου, το 1837, προτεινόταν η συγκέντρωση των συλλογών Φυσικής Ιστορίας και η μέριμνα ανεύρεσης οικοδομημάτων για τη στέγασή τους. Ας σημειωθεί, επίσης, ότι αυτές οι Συλλογές αποτέλεσαν τον πυρήνα των Πανεπιστημιακών Μουσείων Φυσικής Ιστορίας που λειτούργησαν για χρόνια ως μοναδικά Μουσεία αυτού του είδους στην Ελλάδα.

 

ABSTRACT

The University Museums constitute a special case of Museums. In reality, they are collections of objects that are depended from the Laboratories of University Departments. Their Collections are organized according to the teaching value of the collected objects. They are addressed to specialized audience, to students, professors and researchers, yet they are opened to the general public. Their development paralleled the development of Universities. Therefore, the study of their history could give us informations of the history of the University Education in Greece.

In Greece the Universities are organized under the european model. So, it was normal that the first University Departments would incorporate and organize Museums and Collections, as spaces of complementary education. For example, by the Regulation of the function of the University of Athens in 1837, it was proposed the accumulation of collections of Natural History and the charge of finding a building for the housing of these Collections. These Collections constituted the core of the University Museums of Natural History, which were the only Museums of Natural History in Greece for a long time.

 

 

Τα Πανεπιστημιακά Μουσεία αποτελούν ειδική κατηγορία Μουσείων. Πρόκειται για συλλογές αντικειμένων που έχουν συσταθεί εξ αρχής για διδακτικούς σκοπούς και είναι προσαρτημένες σε αντίστοιχα Εργαστήρια των Πανεπιστημιακών Τμημάτων. Απευθύνονται σε εξειδικευμένους επισκέπτες, σε καθηγητές, φοιτητές και ερευνητές, χωρίς ωστόσο να είναι απρόσιτα στο ευρύτερο κοινό, όσον αφορά τουλάχιστον στην ελεύθερη πρόσβαση. Κοινός σκοπός τους είναι η αναζήτηση της γνώσης, η παραγωγή της και η μετάδοσή της μέσα από την παρατήρηση των φυσικών φαινομένων αλλά και των ανθρώπινων έργων (Lourenço, 2005) .

Αναφέρω πολύ σύντομα ότι οι πρώτες Πανεπιστημιακές Συλλογές στον κόσμο ιδρύθηκαν στην Ευρώπη (Lourenço, 2003 & Lourenço, 2005  )[i]. Το έντονο ενδιαφέρον για τις φυσικές επιστήμες ήταν η αφορμή που οδήγησε στη δημιουργία των πρώτων Βοτανικών Κήπων και Μουσείων Φυσικής Ιστορίας σε μεγάλα εκπαιδευτικά ιδρύματα στα τέλη του 16ου και τον 17ο αιώνα, ενώ παράλληλα οργανώθηκαν και συλλογές έργων τέχνης (Boylan, 1999 & Lourenço, 2005)[ii]. Το 1683 ιδρύθηκε στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης το Ashmolean Museum. Επρόκειτο για το πρώτο σύγχρονο Πανεπιστημιακό Μουσείο (Schaer, 1993 & Lourenço, 2005). Ήταν ένα μόνιμο ίδρυμα με συλλογές ιστορίας, φυσικής ιστορίας και νομισματικής, ανοικτές στο κοινό. Για τη λειτουργία του φρόντιζε το Πανεπιστήμιο. Ο κύριος σκοπός του Μουσείου ήταν η προώθηση της μελέτης των Φυσικών Επιστημών και ήταν στενά συνδεδεμένο με τη διδασκαλία και την πειραματική εργασία (Οικονόμου, 2003). Ωστόσο, κυρίως ο 18ος και 19ος αιώνας χαρακτηρίστηκαν ως η χρυσή εποχή των Πανεπιστημιακών Μουσείων(Lourenço, 2005). Τότε ιδρύθηκαν τα πρώτα Πανεπιστημιακά Μουσεία και Συλλογές και στην Ελλάδα.

Τα ελληνικά Πανεπιστημιακά Μουσεία και οι Συλλογές ξεπερνούν σήμερα τα εκατό στον αριθμό. Περιλαμβάνουν μια ευρύτατη ποικιλία θεματικών ενοτήτων. Μερικά από αυτά είναι μάλιστα και μοναδικά στο είδος τους στον ελληνικό χώρο[iii]. Η ιστορική εξέλιξη αυτών των Μουσείων και Συλλογών συνυφαίνεται, όπως είναι λογικό, με την ιστορία της Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης (Μπουζάκης, 2006). Η εξέταση των στοιχείων της ίδρυσής τους δεν προσφέρει πληροφορίες μόνο για τις ιδιαιτερότητές τους, αλλά και γενικότερα για την ιστορία της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στην Ελλάδα. Γι’αυτό, στην παρούσα ανακοίνωση θα επιχειρήσω μια σύντομη χρονολογική αναδρομή στην ιστορία της ίδρυσης αυτών των Μουσείων και Συλλογών κατά Πανεπιστημιακό Ίδρυμα έως και την Μεταπολίτευση. Επιπλέον θα παρουσιάσω μερικές διαπιστώσεις που απορρέουν από αυτήν την αναδρομή και έχουν σκοπό κυρίως να τροφοδοτήσουν μια πιο συστηματική έρευνα στο μέλλον.

Επειδή η λειτουργία των Πανεπιστημιακών Μουσείων και Συλλογών δεν σημείωσε κάποια σημαντική διαφοροποίηση από την ίδρυση τους μέχρι τη δεκαετία του 1970, σκέφτηκα, στο πλαίσιο της σημερινής ανακοίνωσης μου, να εξετάσω αυτήν την μακρά περίοδο. Τα Πανεπιστημιακά Ιδρύματα που είχαν ιδρυθεί έως και το 1974 ήταν : το Πανεπιστήμιο Αθηνών, το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, η Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών, η Ανωτάτη Γεωπονική Σχολή Αθηνών, η Ανωτάτη Σχολή Εμπορικών Σπουδών ή αλλιώς το Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, το Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, η Σχολή Βιομηχανικών Σπουδών (Πανεπιστήμιο Πειραιά), η Πάντειος Σχολή Πολιτικών Επιστημών στην Αθήνα, η Ανωτάτη Σχολή Βιομηχανικών Σπουδών Θεσσαλονίκης (Πανεπιστήμιο Μακεδονίας), το Πανεπιστήμιο Πατρών και το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων[iv]. Πανεπιστημιακά Μουσεία και Συλλογές οργανώθηκαν στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών και στα Πανεπιστήμια Θεσσαλονίκης, Ιωαννίνων και Πάτρας.

Πριν από την αναδρομή στην ιστορία των πρώτων Πανεπιστημιακών Μουσείων και Συλλογών στην Ελλάδα, αξίζει να αναφερθεί η ίδρυση της Ιονίου Ακαδημίας στην αγγλοκρατούμενη Κέρκυρα, το 1808, και η λειτουργία της ως Εκπαιδευτικού Ιδρύματος πανεπιστημιακού επιπέδου από το 1824 (Βώρος, χ.χ.). Σ’αυτήν προσαρτήθηκαν τέσσερα Μουσεία, το Μουσείο Αρχαιολογίας και Καλλιτεχνίας, το Μουσείο Φυσικής Ιστορίας, το Μουσείο Ανατομίας και το Μουσείο Χημείας και Φυσικής, αλλά και ένας Βοτανικός Κήπος, με σκοπό να συμβάλλουν στην πρακτική διδασκαλία των φοιτητών (Αντζουλάτου-Ρετσίλα, 2005). Όμως, το 1864, με την παραχώρηση των Επτανήσων από την Αγγλία στην Ελλάδα, η ελληνική κυβέρνηση προχώρησε στην κατάργηση της Ιονίου Ακαδημίας (Βακαλόπουλος, 1987). Μέρος των Συλλογών της αγοράστηκε από ιδιώτες και παραχωρήθηκε αργότερα σε Μουσεία του Πανεπιστημίου Αθηνών (Συντακτική Επιτροπή, 1/6/2004)[v].

Στο ελεύθερο ελληνικό κράτος τα Πανεπιστημιακά Ιδρύματα οργανώθηκαν με γνώμονα τις εμπειρίες του εξωτερικού και έτσι δεν ήταν τυχαίο ότι σε αρκετά τμήματά τους προσαρτήθηκαν ήδη από την ίδρυσή τους ως χώροι συμπληρωματικής διδασκαλίας τα Μουσεία. Άλλωστε το πρώτο Πανεπιστήμιο, το Πανεπιστήμιο Αθηνών, ιδρύθηκε την περίοδο της Βαυαροκρατίας (Βακαλόπουλος, 1987). Η ίδρυση του τοποθετείται στο πλαίσιο της ευρύτερης προσπάθειας των Βαυαρών για την οργάνωση του νεοσύστατου ελληνικού κράτους, σύμφωνα με τα ευρωπαϊκά πρότυπα (Μπουζάκης, 1987 & Μπουζάκης 2006).

Το Πανεπιστήμιο Αθηνών ιδρύθηκε το 1837 (Ζώρας, 1/5/2002). Στον Οργανισμό λειτουργίας του, προβλεπόταν η συγκρότηση συλλογών αντικειμένων για διδακτικούς σκοπούς. Μεταξύ άλλων για την εργαστηριακή διδασκαλία των Φυσικών Επιστημών προτεινόταν η δημιουργία συλλογών Ζωολογίας, Ορυκτολογίας, Μαθηματικών και Φυσικών Οργάνων και η μέριμνα ανεύρεσης οικοδομημάτων για τη στέγασή τους (Δερμιτζάκης, Τριανταφύλλου, 2001).

Το έδαφος, ήδη, είχε προετοιμαστεί με τον Νόμο της 10/22 Μαΐου 1834 «περί επιστημονικών και τεχνολογικών συλλογών, περί ανακαλύψεως και διατηρήσεως των αρχαιοτήτων και της χρήσεως αυτών», που συντάχθηκε από τον Ludwig von Mauer (Mauer, 1976). Σύμφωνα με αυτόν τον Νόμο προβλεπόταν η ίδρυση «Ταμείου»[vi] χειρουργικής, αντικειμένων φυσικής ιστορίας και εργαλείων μαθηματικο-φυσικών και πολυτεχνικής συλλογής. Αν και με τον συγκεκριμένο νόμο δινόταν βαρύτητα κυρίως στην οργάνωση των αρχαιολογικών συλλογών και στην προστασία και διαχείριση των αρχαιοτήτων, εκδηλωνόταν και η θέληση της πολιτείας για την ίδρυση επιστημονικών και τεχνολογικών συλλογών. Άρχισαν, λοιπόν, να οργανώνονται στα αντίστοιχα Εργαστήρια του Πανεπιστημίου οι πρώτες Οργανοθήκες, που περιείχαν συλλογές αντικειμένων, με σκοπό την εκπαίδευση και την έρευνα μέσα από την παρατήρηση.

Παράλληλα, το 1835 με το Β.Δ. "περί συστάσεως νεοφυτειών", προβλεπόταν η ίδρυση του Βοτανικού Κήπου του Πανεπιστημίου Αθηνών στο κτήμα Χασέκη πάνω στην Ιερά Οδό (ΧΣ1 & ΣΕ, 1/7/2004). Επρόκειτο ουσιαστικά για το πρώτο μουσειακό ίδρυμα του Πανεπιστημίου Αθηνών, το οποίο, όπως αναφερόταν στο διάταγμα, «θέλει χρησιμεύση εις την Φυσικοϊστορικήν Εταιρείαν, τα ιατρικά σχολεία και τα ανώτερα εκπαιδευτήρια» (Δερμιτζάκης, Τριανταφύλλου, 2001).  

    Εντωμεταξύ, στις 16 Απριλίου του 1835 ιδρύθηκε η Φυσιογραφική Εταιρεία ή Εταιρεία της Φυσικής Ιστορίας από τον φυτολόγο Fraas, τον Landerer και πολλούς άλλους φυσιοδίφες (ΧΣ1). Η εταιρεία αυτή έθεσε τις βάσεις για την ίδρυση του Φυσιογραφικού Μουσείου ή του Μουσείου Φυσικής Ιστορίας. Το Μουσείο αυτό περιλάμβανε βοτανικές, ζωολογικές, ανθρωπολογικές, ορυκτολογικές και παλαιοντολογικές συλλογές. Το υλικό του προήλθε από αγορές και προσφορές ζώων, φυτών, ορυκτών, πετρωμάτων και απολιθωμάτων.

Λόγω οικονομικών δυσκολιών η Φυσιογραφική Εταιρεία, παραχώρησε το 1858 τις συλλογές αυτές στο Πανεπιστήμιο. Το ίδιο έτος στις 17/8/1858 εκδόθηκε ο Κανονισμός του Φυσιογραφικού Μουσείου από τους Ηρ. Μητσόπουλο, Θ. Ορφανίδη και O. Heldreich (ΧΣ1). Οι μελέτες και οι ενέργειες και των τριών αντρών συνέβαλαν ουσιαστικά στον εμπλουτισμό του Φυσιογραφικού Μουσείου (Πομονή, 2005).

Μετά από δέκα χρόνια, το 1868 η Βοτανική Συλλογή του Φυσιογραφικού Μουσείου αποσπάστηκε για να αποτελέσει ξεχωριστό Μουσείο (ΧΣ1). Το 1892, στο Φυσιογραφικό Μουσείο δημιουργήθηκε Πετρογραφικό και Ορυκτολογικό Εργαστήριο και στο Φυτολογικό αντίστοιχο Φυτολογικό Εργαστήριο. Το 1908, και οι υπόλοιπες συλλογές του Φυσιογραφικού Μουσείου διαχωρίστηκαν, αποτελώντας η καθεμία ξεχωριστό μουσείο. Με αυτόν τον τρόπο δημιουργήθηκαν τα Μουσεία Ορυκτολογίας-Πετρογραφίας, Παλαιοντολογίας-Γεωλογίας και Ζωολογίας.

Το Μουσείο Ορυκτολογίας-Πετρολογίας είχε πρώτο επιμελητή τον καθηγητή Κ. Κτενά. Το Μουσείο Παλαιοντολογίας-Ζωολογίας είχε πρώτο διευθυντή τον καθηγητή Θ. Σκούφο, ο οποίος το εμπλούτισε διενεργώντας ανασκαφές στην Μεγαλόπολη. Τέλος το Μουσείο Ζωολογίας είχε πρώτο διευθυντή τον καθηγητή Ν. Αποστολίδη. Σύμφωνα μάλιστα με μια πηγή ήδη μέχρι το 1930 είχε δεχτεί πάνω από 12000 επισκέπτες (ΧΣ1).

Ο κεντρικός πυρήνας τω συλλογών του Μουσείου Φυσικών Επιστημών και Τεχνολογίας άρχισε να δημιουργείται από το 1838 ως «Ταμείον Οργάνων» (ΧΣ1 & ΧΣ3)[vii]. Από το 1890 η συλλογή άρχισε να λειτουργεί στο κτήριο του Παλαιού Χημείου (Δερμιτζάκης, Τριανταφύλλου, 2001)[viii]. Ήταν το μοναδικό Μουσείο στο είδος του έως το 1978, που ιδρύθηκε το Τεχνικό Μουσείο στη Θεσσαλονίκη[ix].

Το Μουσείο Ανατομίας ή αλλιώς Ανατομικόν Ταμείον ιδρύθηκε το 1840 ως τμήμα του Εργαστηρίου Περιγραφικής Ανατομίας της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών από τον καθηγητή Δαμιανό-Γεώργιο Ντράσκα (ΣΕ, 1/6/2004). Συλλογές ανατομικών παρασκευασμάτων, καθώς και παλιών οργάνων και ανατομικών εργαλείων αποτελούσαν τα εκθέματά του.

Από την Ανθρωπολογική Εταιρεία δημιουργήθηκε το 1886 το Ανθρωπολογικό Μουσείο  (ΣΕ, 15/5/2004). Επρόκειτο για μια συλλογή αντικειμένων που αναφέρονταν στη φυσική και πολιτισμική ανθρωπολογία (Λουκάτος, 1978). Ήταν από τα πρώτα Μουσεία Ανθρώπου στην Ευρώπη. Επίσης ήταν το μόνο Μουσείο του Πανεπιστημίου Αθηνών που λειτουργούσε ως αυτοτελής θεσμοθετημένη μονάδα με την προοπτική να αποτελέσει ολοκληρωμένη ερευνητική και εκπαιδευτική πανεπιστημιακή μονάδα (περίπου όπως το Μουσείο Φυσικής Ιστορίας στο Παρίσι).

Το 1932 δημοσιεύτηκε ο Νόμος 5343 «περί οργανισμού του Πανεπιστημίου Αθηνών» (Δερμιτζάκης, Τριανταφύλλου, 2001). Σύμφωνα με αυτόν ήταν νομοθετημένα τα εξής επτά Μουσεία: Ορυκτολογίας και Πετρολογίας, Ζωολογίας, Παλαιοντολογίας και Γεωλογίας, Βοτανικής, Ανθρωπολογίας, Εγκληματολογικό και ο Βοτανικός Κήπος. Ενώ υπό νομοθετική ρύθμιση βρίσκονταν το Μουσείο Ιστορίας του Πανεπιστημίου Αθηνών (ΣΕ, 11/5/2004)[x], Αρχαιολογίας και Ιστορίας της Τέχνης (ΣΕ, 1/3/2004)[xi], Βιβλικής Αρχαιολογίας (Ιωαννίδη, 15/4/2004)[xii], Φυσικών Επιστημών και Τεχνολογίας (ΧΣ3)[xiii], Ιστορίας της Παιδείας (ΣΕ, 1/3/2005)[xiv], Ανατομίας (ΣΕ, 1/6/2004)[xv] και Λαογραφίας[xvi].

Το 1932-1933 άρχισε να συγκροτείται το Εγκληματολογικό Μουσείο από τον καθηγητή Ιατροδικαστικής Ι. Γεωργιάδη στο Εργαστήριο της Ιατροδικαστικής και της Τοξικολογίας (Ιωαννίδη, 1/2/2004). Ιδρύθηκε με σκοπό την καταγραφή της ιστορίας του εγκλήματος στον ελληνικό χώρο μέσα από τη συλλογή διαφόρων πειστηρίων. Ήταν ένα από τα λίγα Μουσεία που δεν έμεναν αρκετές μέρες ανοικτά στο κοινό και δεν είχαν μόνιμο εκθεσιακό χώρο. Αυτό συνέβαινε ίσως λόγω του αντικειμένου του (Stamatopoulou, 2003)[xvii]. Παρ’όλα αυτά φαίνεται ότι το 1936 ο Γεωργιάδης εισηγήθηκε και κέρδισε την καταβολή εισιτηρίου από τους επισκέπτες για την οικονομική συντήρηση του Μουσείου (Ζώρας, 1/2/2006).

Μόνο το 1941 ιδρύθηκε στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας το Μουσείο Αρχαιολογίας και Ιστορίας της Τέχνης, ως παράρτημα των Διδακτικών Συλλογών Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών (Δερμιτζάκης, Τριανταφύλλου, 2001 & ΣΕ, 1/3/2004)[xviii]. Σκοπός της ίδρυσής του ήταν η διδασκαλία των φοιτητών.

Ο Βοτανικός Κήπος «Ιουλίας και Αλέξανδρου Ν. Διομήδους» ιδρύθηκε το 1951 στην περιοχή Χαϊδαρίου, ως νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, και συνέβαλε στην προώθηση της πανεπιστημιακής διδασκαλίας παράλληλα με τον Βοτανικό Κήπο (Δερμιτζάκης, Τριανταφύλλου, 2001).

To Μουσείο Υγιεινής ιδρύθηκε το 1952 στο εργαστήριο Υγιεινής του Πανεπιστημίου Αθηνών από τον καθηγητή Υγιεινής Γερ.Αλεβιζάτο. Επρόκειτο να φανεί «χρήσιμο για την υγιειονολογική διαφώτιση» ( Κοκκίνης, 1979)[xix] των φοιτητών και των ερευνητών, καθώς την περίοδο εκείνη η Ελλάδα αντιμετώπιζε προβλήματα λοιμωδών νοσημάτων, ελονοσία κ.λπ.(ΧΣ 4).

Το 1964 οργανώθηκε στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας Συλλογή αντικειμένων του βίου και της τέχνης του λαού από τον καθηγητή Γεώργιο Σπυριδάκη (Λουκάτος, 1978) για τη χρήση της Συλλογής στη διδασκαλία του μαθήματος της Λαογραφίας (Βελιώτη-Αλεξοπούλου, 1994) .

Το 1969 ιδρύθηκε στη Σχολή Θεολογίας το Μουσείο Βιβλικής και Χριστιανικής Αρχαιολογίας και Τέχνης ή Βιβλικοαρχαιολογικό Μουσείο (Ιωαννίδης, 2004 & Δερμιτζάκης, Τριανταφύλλου, 2001). Η ιδέα ανήκε στον καθηγητή Βασίλειο Βέλλα, που είχε αρχίσει τη δημιουργία ανάλογης συλλογής από το 1966, προκειμένου να συμβάλει στην αισθητοποίηση των αντίστοιχων μαθημάτων.

Το 1920 ιδρύθηκε η Ανωτάτη Σχολή Εμπορικών Επιστημών ή Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών (ΧΣ2). Το 1926, ιδρύθηκε το Εμπορευματολογικό Μουσείο στη Σχολή, το οποίο λειτούργησε δύο χρόνια μετά (Κοκκίνης, 1979). Ήταν το μοναδικό Μουσείο αυτού του είδους στην Ελλάδα[xx]. Οι συλλογές του περιλάμβαναν στερεά και υγρά καύσιμα, δομικά υλικά και μάρμαρα, κεραμευτικά προϊόντα, απορρυπαντικά, σπόγγους, μεταλλουργικά προϊόντα, χρώματα, τρόφιμα κ.λπ.. Τα εκθέματα συνόδευαν επεξηγηματικοί και στατιστικοί πίνακες και φωτογραφίες των σταδίων της παραγωγής

Το Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης ιδρύθηκε το 1925 (ΧΣ5). Με πρωτοβουλία του καθηγητή της λαογραφίας Στίλπωνα Κυριακίδη και με τη βοήθεια μιας εξωπανεπιστημιακής επιτροπής άρχισε να συγκροτείται από τον επόμενο κιόλας χρόνο, το 1926, λαογραφική συλλογή. Το 1928 ιδρύθηκε το Λαογραφικό Μουσείο. Πρωταρχικός σκοπός του ήταν η διδασκαλία των φοιτητών σε θέματα λαϊκού πολιτισμού (Λουκάτος, 1978 & Βελιώτη-Γεωργοπούλου, 1994), με έμφαση στον σύγχρονο παραδοσιακό πολιτισμό του βορειοελλαδικού χώρου (ΧΣ6). Χαρακτηριστικά ο Κυριακίδης ισχυριζόταν ότι ο σκοπός του Μουσείου ήταν τριπλός: διδακτικός, επιστημονικός και πρακτικός (Λουκάτος, 1978).

Το 1928 άρχισε η πρώτη πανεπιστημιακή ανασκαφή στο Δίον της Μακεδονίας από τον πρύτανη του Πανεπιστημίου Γιώργιο Σωτηριάδη (Αρχαιολογία, 1989) και τον καθηγητή Αντώνιο Κεραμόπουλο (Επτά Ημέρες, 2001). Το ερευνητικό ενδιαφέρον για την αρχαιολογική ανασκαφή συνδυαζόταν με τους διδακτικούς σκοπούς του πανεπιστημιακού μαθήματος. Λίγο αργότερα, το 1938, σειρά είχε η Βεργίνα. Το ανασκαφικό και εκπαιδευτικό έργο του Α.Π.Θ. ανέλαβε σε αυτόν τον χώρο ο καθηγητής Κωνσταντίνος Ρωμαίος. Ο ίδιος ίδρυσε το 1930, το Μουσείο Εκμαγείων του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας (Στεφανίδου-Τιβερίου, χ.χ.) καθώς «θεωρούσε αδιανόητο να γίνονται μαθήματα Αρχαιολογίας χωρίς αυτά να συνοδεύονται, εκτός των άλλων από εποπτικό υλικό» (Τιβέριος, 1999 & Γκαζή, Νούσια, 2003). Η απόφαση της ίδρυσης του είχε παρθεί το 1927, «ώστε η διδασκαλία της αρχαίας τέχνης να γίνεται αρτία και εποπτική». Επρόκειτο για το μεγαλύτερο μουσείο στο είδος του. Περιλάμβανε 600 εκμαγεία αγαλμάτων και αναγλύφων, καθώς και μια συλλογή από πρωτότυπα έργα αρχαίας ελληνικής τέχνης.

Στο ίδιο Πανεπιστήμιο, στο Τμήμα Γεωλογίας, ιδρύθηκε το 1927 το Μουσείο Γεωλογίας και Παλαιοντολογίας (ΧΣ7) και στο Τμήμα Βιολογίας το 1930, το Μουσείο Ζωολογίας από τον καθηγητή Γ. Αθανασόπουλο (ΧΣ7) και λίγο αργότερα το Βοτανικό Μουσείο (ΧΣ7). 

Το 1944 άρχισε να λειτουργεί στο Α.Π.Θ. το δεύτερο στην Ελλάδα Εργαστήριο Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας, ενώ ταυτόχρονα ξεκίνησε και η συγκρότηση του αντίστοιχου Εγκληματολογικού Μουσείου από τον καθηγητή Κ. Ηλιάκη με σκοπό την εκπαίδευση των φοιτητών (ΧΣ7).

Έξι χρόνια αργότερα, το 1950, στη Σχολή Δασολογίας και Φυσικού Περιβάλλοντος άρχισε να συγκροτείται η Συλλογή άγριας πανίδας από τον καθηγητή Ι. Παπαϊωάννου (ΧΣ7)[xxi]. Η Συλλογή όμως άρχισε να οργανώνεται μετά την ίδρυση του Εργαστηρίου Άγριας Πανίδας και Ιχθυοπονίας Γλυκέων Υδάτων το 1975.

Ο Δασοβοτανικός κήπος του Α.Π.Θ. ιδρύθηκε με πρωτοβουλία του Εργαστηρίου Δασικής-Γεωβοτανικής της Σχολής Δασολογίας και Φυσικού Περιβάλλοντος το 1964 στην περιοχή του Φοίνικα για την εκπαίδευση των φοιτητών (ΧΣ8).

Μολονότι δεν ανήκει στην ομάδα των Πανεπιστημιακών Μουσείων, αλλά είναι ένα από τα ιδρύματα που βρίσκονται υπό την αιγίδα του Α.Π.Θ, αναφέρω το Τελλόγλειο Ίδρυμα. Ιδρύθηκε το 1972 με τη δωρεά της συλλογής έργων τέχνης, καθώς και ολόκληρης της περιουσίας του Νέστορά και της Αλίκης Τέλλογλου στο Α.Π.Θ. και άνοιξε τις πύλες του στο κοινό το 1999 (www.auth.gr/teloglion) .

Η Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου των Ιωαννίνων ιδρύθηκε το 1964 ως παράρτημα της αντίστοιχης Σχολής του Α.Π.Θ (ΧΣ9). Η Λαογραφική Συλλογή άρχισε να οργανώνεται στη Φιλοσοφική Σχολή τον επόμενο χρόνο, το 1965, από τον καθηγητή Λαογραφίας Δημήτριο Λουκάτο (Λουκάτος, 1978) για την «εποπτική διδασκαλία και άσκηση των φοιτητών στο μάθημα της λαογραφίας» (Βελιώτη-Αλεξοπούλου, 1994). Λίγα χρόνια αργότερα, το 1970, με τον Ν.Δ. 746/70 ιδρύθηκε το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων ως ανεξάρτητο ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα. Το 1977 ιδρύθηκε το Λαογραφικό Μουσείο και Αρχείο με σκοπό την εποπτική διδασκαλία και άσκηση των φοιτητών, τη διασφάλιση και συντήρηση των αντικειμένων, τη μεθοδική έκθεση αυτών, την οργάνωση και τον συστηματικό εμπλουτισμό των συλλογών του (ΧΣ10 & Μπάδα, 2003).

Το Πανεπιστήμιο Πατρών ιδρύθηκε το 1964 και άρχισε να λειτουργεί το Ακαδημαϊκό έτος 1966-1967. Έναν χρόνο αργότερα απέκτησε το πρώτο του Μουσείο. Ήταν το Ζωολογικό Μουσείο, που άρχισε να συγκροτείται από το 1968 στο Τμήμα Βιολογίας (ΧΣ11). Έπειτα στο ίδιο Τμήμα ιδρύθηκε το Βοτανικό Μουσείο (Theologi-Gouti, 2000). Και τα δύο κατοχυρώθηκαν νομοθετικά το 1973.

Στη διάρκεια της έρευνας για τη σύνθεση αυτού του σύντομου ιστορικού της ίδρυσης των ελληνικών Πανεπιστημιακών Μουσείων και Συλλογών έκανα τις παρακάτω διαπιστώσεις.

Πρώτη διαπίστωση: Μέχρι το 1974 είχαν ιδρυθεί δεκατέσσερα μουσεία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, ένα στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, οχτώ στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, ένα στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων και δύο στο Πανεπιστήμιο Πάτρας. Παρατηρείται μια συγκέντρωση Πανεπιστημιακών Συλλογών και Μουσείων στις μεγαλύτερες πόλεις και τα μεγαλύτερα Πανεπιστημιακά Ιδρύματα αυτήν την πρώτη περίοδο λειτουργίας τους.

Δεύτερη διαπίστωση: Τα πρώτα Πανεπιστημιακά Μουσεία που ιδρύθηκαν στην Ελλάδα περιείχαν κυρίως συλλογές φυσικής ιστορίας. Έως το 1974 υπήρχαν δεκατέσσερα Πανεπιστημιακά Μουσεία και Συλλογές Φυσικής Ιστορίας συμπεριλαμβανομένων των Βοτανικών Κήπων, πέντε Μουσεία σχετικά με την Ιατρική, έξι Μουσεία σχετικά με την Αρχαιολογία και τη Λαογραφία και ένα Εμπορευματολογικό. Παρόμοια ήταν η κατάσταση και στην Ευρώπη. Η πλειοψηφία των Πανεπιστημιακών Μουσείων διέθετε συλλογές φυσικής ιστορίας. Φαίνεται όμως ότι η ίδρυση των συλλογών φυσικής ιστορίας δεν ήταν εύκολη υπόθεση στην Ελλάδα, λόγω του αρχαιοελληνικού φιλοσοφικού προσανατολισμού της εκπαίδευσης και της άποψης που επικρατούσε ότι οι φυσικές επιστήμες ήταν ξένες προς την ανθρωπιστική παιδεία. Αναφέρω ότι από τα πρώτα χρόνια της ίδρυσης του Πανεπιστημίου Αθηνών η Φυσικομαθηματική Σχολή ήταν τμήμα της Φιλοσοφικής Σχολής μέχρι και το 1904 (Κατσίκας, Θεριανός, 2004). Οι λιγοστοί καθηγητές του Φυσικομαθηματικού Τμήματος προσπαθούσαν να το «απελευθερώσουν» από τη φιλοσοφική κατεύθυνση και να του προσδώσουν φυσιογραφικό χαρακτήρα (Πομονή, 2005) .

Τρίτη διαπίστωση: Η ίδρυση Πανεπιστημιακών Αρχαιολογικών Μουσείων και Συλλογών φαίνεται ότι καθυστέρησε στην Ελλάδα. Το γεγονός αυτό αποτελεί έμμεση επιβεβαίωση της υπόθεσης ότι άφθονες δημόσιες Αρχαιολογικές Συλλογές και τα Μουσεία επιτελούσαν αυτόν τον εκπαιδευτικό ρόλο, καλύπτοντας την ανάγκη ίδρυσης αντίστοιχων πανεπιστημιακών. Όταν, ιδρύθηκαν οι πρώτες Αρχαιολογικές Πανεπιστημιακές Συλλογές ακολούθησαν τα μουσειολογικά πρότυπα των μεγάλων Αρχαιολογικών Μουσείων, δίνοντας έμφαση κυρίως στην προβολή της ιστορίας της αρχαίας ελληνικής τέχνης με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα το Μουσείο Εκμαγείων του ΑΠΘ. Διαπιστώνεται έτσι πως η μελέτη της αρχαιολογίας ακόμα και στον χώρο της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης συνδεόταν στα πρώτα χρόνια ίδρυσης των Πανεπιστημιακών Αρχαιολογικών Μουσείων και της έναρξης των πρώτων πανεπιστημιακών ανασκαφών με την μελέτη της ιστορίας της αρχαίας ελληνικής τέχνης και την προβολή των πιο γνωστών αριστουργημάτων της αρχαιότητας. 

Τέταρτη Διαπίστωση: Τα Πανεπιστημιακά Μουσεία, σε συνδυασμό με το Εργαστήρια που προσαρτήθηκαν σε αυτά, συνέβαλαν στην προώθηση νέων και δύσκολων επιστημονικών πεδίων στο ελληνικό πανεπιστήμιο, όπως η φυσική ανθρωπολογία και η εγκληματολογία. Επιπλέον, η προσπάθεια εμπλουτισμού των συλλογών φυσικής ιστορίας βοήθησε στην οργανωμένη εξερεύνηση του ελληνικού χώρου στον τομέα της βοτανικής, της γεωλογίας, της μεταλλευτικής, της παλαιοντολογίας, της φυσικής ανθρωπολογίας, της εθνολογίας αλλά και της λαογραφίας. Άλλωστε, ήταν εύλογο να δοθεί βάρος στην ίδρυση Συλλογών και Μουσείων στα Πανεπιστημιακά Ιδρύματα σε τομείς που η έρευνα πεδίου ήταν αναπόσπαστο μέρος της (Theologi-Gouti, 2001). 

Πέμπτη διαπίστωση: Η επιλογή της παραδοσιακής μουσειογραφικής τοποθέτησης επικρατούσε μέχρι τη δεκαετία του 1970 στα ελληνικά Πανεπιστημιακά Μουσεία. Συστηματικές Συλλογές με βάση το είδος και τον τύπο των αντικειμένων ήταν τοποθετημένες μέσα σε προθήκες και οργανοθήκες. Βασικός σκοπός τους ήταν η υποστήριξη της πανεπιστημιακής διδασκαλίας και της επιστημονικής έρευνας. Χαρακτηριστικό αυτών των Μουσείων ήταν ότι δεν υπήρχε εξειδικευμένο προσωπικό στη μουσειολογία για τη συγκρότησή τους. Τα περισσότερα Πανεπιστημιακά Μουσεία και Συλλογές δεν ήταν παρά απλές συλλογές από αντικείμενα που συνέλλεγαν οι πανεπιστημιακοί καθηγητές κατά τη διάρκεια των εξειδικευμένων ερευνών τους, προκειμένου να δημιουργήσουν μια πηγή πληροφοριών για την εκπαίδευση των φοιτητών τους. Πολλές από τις συλλογές αυτές ονομάστηκαν Μουσεία χωρίς να πληρούν βασικές προϋποθέσεις που χαρακτηρίζουν τα μουσεία, όπως για παράδειγμα την ύπαρξη εκθεσιακού χώρου κ.λπ.[xxii]. Αρκετές μάλιστα από αυτές τις διδακτικές συλλόγες αποθηκεύτηκαν σε κουτιά και παραγκωνίστηκαν ή ακόμη και εξαφανίστηκαν μετά τη συνταξιοδότηση του καθηγήτη που είχε αναλάβει την οργάνωσή τους.

Έκτη διαπίστωση: Η χρηματοδότηση αυτών των Μουσείων μέχρι το 1974 φαίνεται πως γινόταν κυρίως από τις επιχορηγήσεις του Υπουργείου Παιδείας για τα Εργαστήρια. Τα χρήματα ήταν λίγα και το προσωπικό, που αποτελούταν τις περισσότερες φορές μόνον[xxiii] από τον διευθυντή που εκτελούσε και χρέη επιμελητή, εργαζόταν εθελοντικά (Παπασταθοπούλου, 2005).

Τελειώνοντας, επισημαίνω ότι σήμερα αρκετά ελληνικά Πανεπιστημιακά Ιδρύματα στοχεύουν στη δημιουργία των συνθηκών εκείνων που θα καταστήσουν τις διδακτικές συλλογές τους σε πραγματικά Μουσεία, προσιτά στο ευρύτερο κοινωνικό σύνολο. Πιστεύεται μάλιστα ότι το Πανεπιστημιακό Μουσείο μπορεί να παίξει καθοριστικό ρόλο στην γνωριμία των μαθητών και των φοιτητών με τις επιστήμες αλλά και τους μουσειακούς χώρους εν γένει (Stanbury, 2000). Χαρακτηριστικά αναφέρω την προσπάθεια του Α.Π.Θ. για τη δημιουργία ενός «πολυμουσείου» (Τσιγγανά, 2006) και την επικείμενη δημιουργία Μουσείου Τεχνολογίας και Επιστημών από το Πανεπιστήμιο της Πάτρας (Theologi-Gouti, 2000 & Theologi-Gouti, 2001). Τέλος, αρκετά ελληνικά Πανεπιστημιακά Μουσεία έχουν ενταχθεί σε Διεθνείς Οργανισμούς, όπως το ICOM (το Διεθνές Συμβούλιο των Μουσείων) και την UMAC (την Διεθνή Επιτροπή Πανεπιστημιακών Μουσείων και Συλλογών) και έχουν αποδεχθεί τις νέες τεχνολογίες (δημιουργία εικονικού μουσείου στο διαδίκτυο www.museum.di.uoa.gr ).  

Ωστόσο, για να ανανεωθούν αυτοί οι χώροι και για να επαναπροσδιορίσουν τη σχέση τους με το κοινό, είναι αναγκαία μια συστηματική μελέτη της ιστορίας τους, που δυστυχώς δεν έχει πραγματοποιηθεί ακόμη στην Ελλάδα. Ελπίζω η ανακοίνωση αυτή να αποτελέσει το έναυσμα και προς αυτήν την κατεύθυνση.

 

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ

 

Αντζουλάτου-Ρετσίλα Ευριδίκη (2005), "Μουσειολογικά Επτανήσου: Η συμβολή των Μουσείων στην προβολή της πολιτιστικής κληρονομιάς", στο Πολιτιστικά και Μουσειολογικά Σύμμεικτα, σσ. 265-283, (Αθήνα Εκδόσεις Παπαζήση).

Αρχαιολογία (1989), Διον, 33 (Δεκέμβριος 1989).

Βακαλόπουλος Απόστολος (1987) , νέα ελληνική ιστορία 1204-1985, (Θεσσαλονίκη, εκδόσεις       Βάνιας,).

Βελιώτη-Γεωργοπούλου Μαρία (1994), "Η ιδεολογία της εκπαίδευσης στα ελληνικά        λαογραφικά μουσεία", Α΄ Συνάντηση Λαογραφικών Μουσείων των χωρών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, Ο ρόλος των λαογραφικών μουσείων στα πλαίσια της Ενωμένης Ευρώπης, Αθήνα 1-5 Οκτωβρίου 1992, σσ.319-330.

Βώρος Φώτης (2006), Ιόνιος Ακαδημία (1824-1864), www.voros.gr (τελευταία επίσκεψη 23/9/2006).

Boylan Patrick (1999), "Universities and Museums: Past, Present and Future", Museum   Management and Curatorship, vol. 18, no1,pp. 43-56.

Επτά Ημέρες (2001) Η Αρχαιολογία στην Ελλάδα, Η Καθημερινή 30 Σεπτεμβρίου 2001.

Γκαζή Ανδρομάχη, "Από τις Μούσες στο μουσείο: η ιστορία ενός θεσμού δια μέσου των    αιώνων", Αρχαιολογία και Τέχνες, 70 (Μάρτιος 1999)α, 39-46,

Γκαζή Aδρομάχη, Τόνια Νούσια (2003), Μουσειολογία, Μέριμνα για τις αρχαιότητες, τομ.Γ΄, (Πάτρα, εκδόσεις Ε.Α.Π., Σχολή Ανθρωπιστικών Σπουδών, Σπουδές στον Ελληνικό Πολιτισμό, Αρχαιολογία στον Ελληνικό Χώρο). 

Δεληγιάννης Δεληγιάννης Δημήτρης (1999), Περί Μουσείων, (Βόλος, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Θεσσαλίας,).

Δερμιτζάκης Μιχάλης, Μαρία Τριανταφύλλου (2001), "Το πανεπιστημιακό μουσείο.    Χαρακτήρας και λειτουργία", στο Σκαλτσά Ματούλα, Η μουσειολογία στον 21ο αιώνα, θεωρία και πράξη, Πρακτικά Διεθνούς Συμποσίου, Θεσσαλονίκη 21-24 Νοεμβρίου 1997, (Θεσσαλονίκη Εκδόσεις Εντευκτήριο).

Ζώρας      Γερ. (1/2/2006) , Από την ιστορία του ΕΚΠΑ: Πριν από 70 χρόνια: Με εισιτήριο η είσοδος στο Εγκληματολογικό Μουσείο, www.kapostriako.uoa.gr, (τελευταία επίσκεψη 15/9/2006).

Ζώρας   Γεράσιμος (1/5/2002), Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, 165 χρόνια συνεχούς προσφοράς στην επιστήμη και τα γράμματα, www.kapodistriako.uoa.gr/stories (τελευταία επίσκεψη 14/09/2006).

Ιωαννίδη Β. (1/2/2004), Το Εγκληματολογικό Μουσείο του Πανεπιστημίου Αθηνών, www.kapodistriako.uoa.gr/stories, (τελευταία επίσκεψη 2/9/2006).

Ιωαννίδη Β (15/4/2004), Μουσείο Βιβλικής και Χριστιανικής Αρχαιολογίας και Τέχνης, www.kapodistriako.uoa.gr/stories, (τελευταία επίσκεψη 14/09/2006).

Κάτσικας Χρ., Θεριανός (2004), Ιστορία της Νεοελληνικής Εκπαίδευσης, από την ίδρυση του ελληνικού κράτους μέχρι το 2004, (Αθήνα, εκδόσεις Σαββάλας).

Κοκκίνης  Σπύρος (1979), Τα Μουσεία της Ελλάδος, (Αθήνα, Βιβλιοπωλείο της Εστίας).

Κοδέλλας Σ. (1/1/2004), Σημαντική προσφορά στην εκπαίδευση, την έρευνα και τη Μουσειολογία, www.kapodistriako.uoa.gr/stories, (τελευταία επίσκεψη 14/9/2006)

Λουκάτος Δημήτρης (1978), Εισαγωγή στην Ελληνική Λαογραφία, (Αθηνά, Εκδόσεις Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τράπεζας). 

Μάουερ Λουδοβίκος (1976), Ο ελληνικός λαός, μτφρ. Ο. Ρουμπάκη, (Χαϊδελβέργη 1835), σσ 558-552 (Αθήνα, εκδόσεις Τολίδη).

Μπάδα Κωνσταντίνα (2003), "Πανεπιστημιακά Μουσεία και συλλογές του λαϊκού πολιτισμού: Το παράδειγμα του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων", Εθνογραφικά 12-13, σσ.141-152.

Μπουζάκης Σηφ. (1987), Νεοελληνική Εκπαίδευση (1921-1985), Εξαρτημένη ανάπτυξη, β΄ έκδοση, (Αθήνα, Εκδόσεις Gutenberg).

Μπουζάκης Σηφ. (2006), Η Πανεπιστημιακή Εκπαίδευση στην Ελλάδα (1836-2005),Τεκμήρια Ιστορίας, (Αθήνα, 2006).

Lourenço Marta (2003), "A contribution to the history of University Museums and collections in Europe", Exposing and Exploiting the Distinct Character of University Museums and Collections, UMAC 2002 Conference Sunday 29 September - Friday 4 October 2002, Sydney, Museologia, An International Journal Of Museology, vol.3 No. 1&2.

Lourenço Marta (2005), Between two worlds: the distinct nature and contemporary significance of university museums and collections in Europe, PhD dissertation, Conservatoire National des Arts et Métiers, Paris.

Οικονόμου Μαρία (2003) , Μουσείο: Αποθήκη ή ζωντανός οργανισμός, μουσειολογικοί       προβληματισμοί, (Αθήνα, Εκδόσεις Κριτική).

Παπασταθοπούλου Χρ. (15/3/2005) "16 Μουσεία επιστήμης και γνώσης", Ελευθεροτυπία.

Πομόνη Φωτεινή (23 Μαΐου 2005), Συμπλήρωση 100 χρόνων από την ίδρυση της Σχολής Θετικών Επιστημών (1904-2004), Ιστορική Αναδρομή του Τμήματος Γεωλογίας και Γεωπεριβάλλοντος, www.deansos.uoa.gr/anakinosis/pomoni, (τελευταία επίσκεψη 13/9/2006).

Στεφανίδου-Τιβέριου Θ. (χ.χ.), To Μουσείο Εκμαγείων, www.auth.gr/hist/tomeis/archaelogy/news/museum (τελευταία επίσκεψη 12/9/2006). 

Συντακτική Επιτροπή (15/5/2003), Ημερίδα με θέμα τα Μουσεία του Πανεπιστημίου Αθηνών, www.kapodistriako.uoa.gr/stories, (τελευταία επίσκεψη 2/9/2006).

Συντακτική Επιτροπή (15/2/2004), Το Μουσείο Παλαιοντολογίας και Γεωολογίας, www.kapodistriako.uoa.gr/stories, (τελευταία επίσκεψη 2/9/2006).

Συντακτική Επιτροπή (1/3/2004) , Το Μουσείο Αρχαιολογίας και Ιστορίας της Τέχνης, www.kapodistriako.uoa.gr/stories, (τελευταία επίσκεψη 2/9/2006).

Συντακτική Επιτροπή (15/3/2004), Το Ζωολογικό μουσείο, www.kapodistriako.uoa.gr/stories, (τελευταία επίσκεψη).

Συντακτική Επιτροπή (1/4/2004), Το Βοτανικό Μουσείο, www.kapodistriako.uoa.gr/stories, (τελευταία επίσκεψη 2/9/2006).

Συντακτική Επιτροπή (1/5/2004), Το Μουσείο Ιστορίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, www.kapodistriako.uoa.gr/stories, (τελευταία επίσκεψη 2/9/2006).

Συντακτική Επιτροπή (15/5/2004), Το Ανθρωπολογικό Μουσείο, www.kapodistriako.uoa.gr/stories, (τελευταία επίσκεψη 2/9/2006).

Συντακτική  Επιτροπή (1/6/2004), Το Μουσείο Ανατομίας, www.kapodistriako.uoa.gr/stories, (τελευταία επίσκεψη 2/9/2006).

Συντακτική Επιτροπή (1/7/2004), Ο Βοτανικός Κήπος του Πανεπιστημίου, www.kapodistriako.uoa.gr/stories, (τελευταία επίσκεψη 2/9/2006).

Συντακτική Επιτροπή (15/7/2004), Το Μουσείο Ορυκτολογίας και Πετρολογίας, www.kapodistriako.uoa.gr/stories, (τελευταία επίσκεψη 2/9/2006)

Συντακτική Επιτροπή (1/3/2005), Το Μουσείο Παιδείας, www.kapodistriako.uoa.gr/stories, (τελευταία επίσκεψη 2/9/2006).

Schaer Roland (1993), L’invention des musées, (Paris Découverte Gallimard).

Stamatopoulou Eugenia et al (2003), "Low-budget collection management at Criminal Museum, School of Forensic Medicine, University of Athens", Exposing and Exploiting the Distinct Character of University Museums and Collections, UMAC 2002 Conference Sunday 29 September - Friday 4 October 2002, Sydney, Museologia, An International Journal Of Museology, vol.3 No. 1&2, pp.95-100.

Stanbury Peter (2000) "University museums and Collections", Museum International no 206 (Vol.52, No. 2), 6.

Τιβέριος Μιχ. (19/12/1999), "Οι διωγμοί και η αποκατάσταση των γύψινων εκμαγείων", Το Βήμα.

Τσιγγανά Θανάση (5/3/2006), "Άγνωστοι θησαυροί στα μουσεία του ΑΠΘ", Καθημερινή, σ.29.

Theologi-Gouti Penelope (2000), "A new museum for an ancient land: Patras University  Science and Technology", Museum International no 206 (Vol.52, No. 2,), pp. 25-27.

Theologi-Gouti Penelope (2001), "The Patras University Science and Technology Museum Fulfilling the University Museum’s dual role", in Kelly Melanie (επιμ.), Managing University Museums, Education and Skills, pp. 169-178.( France  O.E.C.D)

ΧΣ1   Οι Πρώτες Πανεπιστημιακές Συλλογές, www.deansos.uoa.gr/gr/mouseia (τελευταία επίσκεψη 15/9/2006).

ΧΣ2       Ίδρυση και εξέλιξη του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών, www.aueb.gr/about/history, (τελευταία επίσκεψη 15/9/2006).

ΧΣ3       Το Μουσείο Φυσικών Επιστημών και Τεχνολογίας, www.cc.uoa.gr, (τελευταία επίσκεψη 15/9/2006).

ΧΣ4       Το Μουσείο Υγιεινής, μικρό ιστορικό, www.museums.di.uoa.gr/grrek/health.

ΧΣ5       Ιστορική Αναδρομή, www.auth.gr, (τελευταία επίσκεψη 16/9/2006)

ΧΣ6       Το Λαογραφικό Μουσείο και Αρχείο της Φιλοσοφικής Σχολής, www.auth.gr/museums/folklore, (τελευταία επίσκεψη 16/9/2006).

ΧΣ7       Μουσεία, Αρχεία και Συλλογές, www.auth.gr/univ/units/museums,

            (τελευταία επίσκεψη 16/9/2006).

ΧΣ8       Δασοβοτανικός Κήπος, www.ccf.auth.gr/univ/botanicalGarden, (τελευταία επίσκεψη 16/9/2006).

ΧΣ9       Ιστορική Αναδρομή Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, www.uoi.gr, (τελευταία επίσκεψη 20/9/2006).

ΧΣ10     Λαογραφικό Μουσείο και Αρχείο Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, www.foklore-museum.uoi.gr, (20/9/2005).

ΧΣ11     Τα Μουσεία του Πανεπιστημίου Πατρών, www.upatras.gr/culture/museums (τελευταία επίσκεψη 21/9/2006).

 

ΔΙΚΤΥΑΚΟΙ ΤΟΠΟΙ

Υπουργείο Παιδείας: www.ypeth.gr

Πανεπιστήμιο Αθηνών: www.uoa.gr

Δεκαπενθήμερη Έκδ  Καποδιστριακό : www.kapodistriako.uoa.gr/stories

Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών: www.aueb.gr

Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης: www.auth.gr 

Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων: www.uoi.gr

Πανεπιστήμιο Πάτρας: www.upatras.gr

Τελλόγλειο Ίδρυμα : www.auth.gr/teloglion

UMAC : www.publicus.culture.hu-berlin.de/umac/

ICOM : www.icom.com

Ψηφιακό Μουσείο: www.museum.di.uoa.gr

 

ΣΥΝΤΟΜΟΓΡΑΦΙΕΣ

Α.Π.Θ. Αριστοτέλειο

ΣΕ Συντακτική Επιτροπή

ΧΣ Χωρίς Συγγραφέα

ΧΧ Χωρίς χρονολογία

 

 

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

 



[i] Συλλογές αντικειμένων που βοηθούσαν στη διδασκαλία και την έρευνα υπήρχαν από την αρχαιότητα. Πιο γνωστό έμεινε στην ιστορία το Μουσείο της Αλεξάνδρειας. Όταν όμως γίνεται λόγος για το Πανεπιστημιακό Μουσείο και την Πανεπιστημιακή Συλλογή αυτό είναι κάτι διαφορετικό. Για την ιστορία του θεσμού του μουσείου βλ. Γκαζή 1999 και Γκαζή & Νούσια 2003.  

[ii] Πρόκειται για «διδακτικά» Μουσεία και Συλλογές. Σύντομα αναφέρω, το Hortus Medicus και τις διδακτικές συλλογές ανατομίας του Πανεπιστημίου του Leiden που ιδρύθηκαν το 1587 και το 1597, τον Βοτανικό Κήπο στην Πίζα που άνοιξε  το 1590, το Μουσείο Aldrovandi – Cospi που βρισκόταν στο Palazzo Publico της Μπολόνια και λειτούργησε από το 1617, η Συλλογή Basilius Amerbach αγοράστηκε το 1662 από την πόλη Basel (Βασιλεία της Ελβετίας) και δωρίστηκε το 1671 στο Πανεπιστήμιο της πόλης, μία από τις πρώτες Συλλογές τέχνης την Πινακοθήκη Εικόνων στο Christ Church College του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης, που ιδρύθηκε το 1546 κ.α.

[iii] Το Μουσείο Ανατομίας, τα Μουσεία Εγκληματολογίας.

[iv]Τις πληροφορίες για τα έτη ίδρυσης αυτών των Πανεπιστημιακών Ιδρυμάτων της άντλησα από τους δικτυακούς τους τόπους μέσω του δικτυακού τόπου του Υπουργείου Παιδείας.

[v]Για παράδειγμα μέρος της συλλογής ανατομικών παρασκευασμάτων του καθηγητή της Ιονίου Ακαδημίας, Κωνσταντίνου Βαλσαμάκη αγοράστηκε από την ανιψιά του Πηνελόπη Βαλσαμάκη για το Ταμείο Ανατομίας.

[vi] Οι συλλογές ονομάζονταν τότε Ταμεία ή Οργανοθήκες.

[vii] Η Σύγκλητος του Πανεπιστημίου Αθηνών ενέκρινε τον Οργανισμό του Μουσείου μόνο το 1996.

[viii] Περιλάμβανε συλλογές από επιστημονικά όργανα και συσκευές. Παράλληλα το ίδιο το κτήριο του Παλαιού Χημείου στο οποίο στεγάζεται χαρακτηρίστηκε έργο τέχνης και διατηρητέο μνημείο το 1996 από το Υπουργείο Πολιτισμού.

[ix] Το σημερινό Κέντρο Διάδοσης και Επιστημών και Μουσείο Τεχνολογίας

[x] Το Μουσείο Ιστορίας του Πανεπιστημίου Αθηνών ιδρύθηκε τη δεκαετία του 1980. Εγκαινιάστηκε το 1987. Το κτήριο που στεγάζεται το Μουσείο είχε παραχωρηθεί από τον Απρίλιο του 1967 με υπουργική απόφαση στο Πανεπιστήμιο Αθηνών με τον όρο «να χρησιμεύσει αποκλειστικώς και μόνον ως Πανεπιστημιακόν Μουσείον». 

[xi] Το Μουσείο Ιστορίας της Τέχνης και Αρχαιολογίας ιδρύθηκε το 1941, όπως αναφέρεται και παρακάτω.

[xii] Το Μουσείο Βιβλικής Αρχαιολογίας άρχισε να λειτουργεί όπως φαίνεται και παρακάτω το 1966.

[xiii] Μουσείο Φυσικών Επιστημών και Τεχνολογίας είχε ιδρυθεί από το 1890 στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, όμως, δεν είχε κατοχυρωθεί νομοθετικά

[xiv] Το Μουσείο Ιστορίας της Παιδείας ή Μουσείο της Παιδείας ιδρύθηκε τελικά με απόφαση της Συγκλήτου το 1993 στον Τομέα Παιδαγωγικής του Τμήματος Φιλοσοφίας, Παιδαγωγικής και Ψυχολογίας.

[xv] Το Μουσείο Ανατομίας λειτουργούσε από το 1840, αλλά βρισκόταν υπό νομοθετική ρύθμιση.

[xvi] Μουσείο Λαογραφίας δεν ιδρύθηκε, οργανώθηκε ωστόσο μια συλλογή λαογραφικών αντικειμένων, όπως θα δούμε παρακάτω.

[xvii] Το 1999 αποφασίστηκε η συντήρηση των εκθεμάτων και η επανέκθεσή τους από την Ιατρική Σχολή σε συνεργασία με το ΤΕΙ Συντήρησης Αρχαιοτήτων και Έργων Τέχνης. Υπεύθυνος του Μουσείου είναι σήμερα ο καθηγητής Αντ. Κουτσελίνης.

[xviii] Οι Συλλογές του Μουσείου είναι η Συλλογή εκμαγείων έργων αρχαίας γλυπτικής, η Συλλογή προϊστορικών έργων ή αντιγράφων τους, η Διαμεσογειακή Συλλογή, η Συλλογή κλασικής κεραμικής, η Συλλογή Βυζαντινής Ζωγραφικής, η Συλλογή Βυζαντινής Κεραμικής, η Συλλογή πινάκων νεότερης τέχνης, Συλλογή Περιβαλλοντικής Αρχαιολογίας.

[xix] Σήμερα δε φαίνεται να υφίσταται αυτό το μουσείο.

[xx] Σήμερα δε λειτουργεί.

[xxi] Πρόκειται για μια συλλογή ταριχευμένων ζώων. Ας σημειωθεί ότι το Μουσείο Άγριας Πανίδας λειτουργεί σήμερα σε ένα χώρο 700m2.

[xxii] Σήμερα τα Πανεπιστημιακά Μουσεία και Συλλογές χρειάζεται να εξεταστούν υπό το πρίσμα των νέων προδιαγραφών για τα μουσεία που προβλέπει ο Ν 3028/2002 του Υπουργείου Πολιτισμού για το Μουσεία, ώστε να αποκτήσουν την πιστοποίησή τους.