ΛΕΣΒΙΟΙ ΚΑΘΗΓΗΤΕΣ ΣΤΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΘΗΝΩΝ:

Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΩΝ ΑΔΕΛΦΩΝ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΚΑΙ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΒΕΡΝΑΡΔΑΚΗ

 

 

 

Σταυρούλα ΛΥΚΙΑΡΔΟΠΟΥΛΟΥ

Εκπαιδευτικός, Υπ. Δρ. Τ.Ε.Π.Α.Ε.Σ Πανεπιστημίου Αιγαίου

 

 

 

 

Περίληψη

 

Στην εισήγηση αυτή θα ασχοληθούμε με δύο προσωπικότητες που σφράγισαν με το πνευματικό τους έργο την εποχή τους και άφησαν το στίγμα τους στην ιστορία του Πανεπιστημίου Αθηνών αλλά και της Ελλάδας του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα. Οι αδελφοί Βερναρδάκη γεννήθηκαν στην Αγία Μαρίνα της Λέσβου από πατέρα Κρητικό και μητέρα καταγόμενη από τη Γέρα της Λέσβου και διέγραψαν μια σημαντική πορεία τόσο στην γενέτειρά τους, όσο και στην πρωτεύουσα του νεοσύστατου Ελληνικού κράτους. Και οι δύο πέρασαν από το Πανεπιστήμιο Αθηνών, ο πρώτος για λιγότερο χρονικό διάστημα, μόλις επτά χρόνια και ο δεύτερος για περισσότερο. Και των δύο η πορεία σημαδεύτηκε από εντάσεις και συγκρούσεις μέσα και έξω από τον πανεπιστημιακό χώρο, που έγιναν όμως αφορμή να ξεδιπλωθεί όλη η γκάμα της ιδιοφυΐας τους και να γίνουν, ιδιαίτερα ο πρώτος, εκπρόσωποι της πιο ρευστής εποχής του νεοσύστατου ελληνικού κράτους. Στόχος της εισήγησης αυτής είναι να δώσει ένα συνοπτικό περίγραμμα της ζωής και της δράσης τους, φωτίζοντας κάποιες πλευρές της προσωπικότητάς τους σε σχέση και με το ιστορικό πλαίσιο της εποχής κατά την οποία έζησαν.

 

 

Abstact

 

 

The main subject of this presentation will focus on two personalities whose work marked the history of university of Athens and further more the history of Greece of the nineteenth and early twentieth century. The Vernardaki brothers were born in the village Agia Marina of Lesvos from a Cretan father and a Lesvian mother and had an important contribution in their mother land and in the capital of the newly born greek state as well. Both taught at the university of Athens, the first for a shorter period of time, only seven years, and the second for more. Though tensions and conflicts in and out of the university affected their carrer, this was also the element that let their genious unfold and reveal and became, especially the first, representative of the most aambiguous period of the greek state. This presentation aims to provide a short description of their lives and action, highlighting certain aspects of their personalities, in relation to the historical frame of their era.

 

 

 

Δημήτριος Βερναρδάκης (1833-1907)

 

Ο Δημήτριος Βερναρδάκης γεννήθηκε, όπως ήδη αναφέραμε, στην Αγία Μαρίνα της Λέσβου το 1833. Ο πατέρας του καταγόταν από τη μεγάλη και ιστορική οικογένεια των Βερναρδάκηδων της Κρήτης, είχε συμμετάσχει στην ελληνική επανάσταση και είχε για ένα διάστημα ζήσει στις Κυδωνίες της Μικράς Ασίας ασχολούμενος με το εμπόριο. Ένα διαζύγιο τον ανάγκασε να φύγει από τις Κυδωνίες. Στην Τήνο όπου βρέθηκε προσωρινά  γνώρισε τη Μελισσηνή από τη Γέρα την οποία παντρεύτηκε και ήλθαν στη Λέσβο. Εκεί απέκτησαν τα τρία τους παιδιά: το Δημήτριο, το Γρηγόριο και τον Αθανάσιο. Η οικονομική κατάσταση της οικογένειας δεν ήταν καλή. Όπως μας πληροφορεί ο βιογράφος του Δ.Βερναρδάκη, «...ο μεν πατήρ αυτού διετέλει άνευ εργασίας και πόρων, της δε μητρός αυτού η μικρά ιδιοκτησία είχεν εντελώς εκλίπη, δημευθείσα κατά την εν τη αλλοτρία γη διατριβήν αυτής».(Μ.Μιχαηλίδης, 1909, 8-9).

Ο Δημήτριος αφού έμαθε τα πρώτα γράμματα στο δημοτικό σχολείο των Ταξιαρχών, συνέχισε τις σπουδές του στο Γυμνάσιο Μυτιλήνης. Από την αρχή της έλευσής του στη Μυτιλήνη, τον πήρε υπό την προστασία του ο Μητροπολίτης Μυτιλήνης και μετέπειτα Πατριάρχης Αλεξανδρείας Καλλίνικος. Για να εξασφαλίζει τις δαπάνες της διαβίωσής του, τις οποίες αδυνατούσε να καλύψει η οικογένειά του, υπηρετούσε παράλληλα στο ναό και τη Μητρόπολη. Με προτροπή του αρχιμανδρίτη Γρηγορίου Καλαγάνη, ιερέα με μεγάλη μόρφωση καταγόμενου από την Αγιάσο, ο οποίος έτυχε να επισκεφθεί τη μητρόπολη προερχόμενος από την Αθήνα και να δει τις μεγάλες ικανότητες του Δημητρίου,  στάλθηκε στην Αθήνα για να συμπληρώσει τις σπουδές του. Οι δαπάνες των σπουδών του καλύφθηκαν από τα χρήματα που προσέφεραν ο Μητροπολίτης Καλλίνικος, ο αρχιμανδρίτης Καλαγάνης και ένας Σιναΐτης μοναχός ονόματι Σεραφείμ.

Στην Αθήνα φοίτησε για ένα χρόνο στο Γυμνάσιο και το 1849 εγγράφεται φοιτητής της φιλοσοφικής σχολής. Παράλληλα, για να καλύπτει τις δαπάνες της διαβίωσής του, παραδίδει ιδιαίτερα μαθήματα σε παιδιά πλουσίων οικογενειών και αρχίζει να γράφει σε εφημερίδες και περιοδικά της πρωτεύουσας. Το εξαιρετικό γράψιμό του γρήγορα τον έκανε ευρύτερα γνωστό και «κατέστη ο περιζήτητος αρθρογράφος των εγκριτωτέρων δημοσιογραφικών οργάνων των Αθηνών».(Μ.Μιχαηλίδης, 1909, 11). Την εποχή αυτή κάνει και τις πρώτες ποιητικές του απόπειρες, δημοσιεύοντας δύο κωμικοηρωϊκά έπη την «Γραομυομαχία» και τον «Περίδρομο» και αργότερα το διηγηματικό έπος ο «Πλάνης». Το 1855 μπαίνει δυναμικά και στο χώρο της κριτικής σε μια προσπάθεια να υπερασπιστεί τον καθηγητή του Κ.Ασώπιο, ο οποίος είχε δημοσιεύσει «Τα Σούτσεια», μια κριτική στις αξιώσεις του ποιητή Παναγιώτη Σούτσου να διεκδικήσει την ηγεσία νέας Σχολής. Στο έργο αυτό είχε απαντήσει ο πρώην διευθυντής της Ευαγγελικής Σχολής Σμύρνης με «Το επιδόρπιον του Γραμματοφάγου ή ο αυτόβλητος Σουτσοκρούστης». Ο Βερναρδάκης σε ηλικία μόλις 21 ετών δημοσιεύει το «Τρωγάλιον του Δοκησισόφου», όπου «δι’επιχειρημάτων ισχυρών, ευτραπελίας πολλής και καυστικωτάτης ειρωνείας ανήρεσεν ένα προς ένα τους αστηρίκτους ισχυρισμούς του Χρυσοβέργη».(Μ.Μιχαηλίδης, 1909, 13). Λίγο αργότερα κάνει τη μετάφραση των δύο πρώτων τόμων του πολύκροτου έργου «Ιστορία της Ρωσικής Αυτοκρατορίας», εμπλουτίζοντας το κείμενο με πολλές ιστορικές και κριτικές σημειώσεις. Το 1856 λαμβάνει μέρος στο Ράλλειο ποιητικό διαγωνισμό, με το επικολυρικό ποίημα «Εικασία» και βραβεύεται. Η βράβευση αυτή εκτοξεύει στα ύψη τη φήμη του και προσκαλείται στη γιορτή της ελληνικής πρεσβείας στη Μόσχα, που δίνεται με αφορμή την επέτειο της 25ης Μαρτίου. Εκεί γίνεται το επίκεντρο του ενδιαφέροντος στους κύκλους των ελλήνων ομογενών. Ιδιαίτερα προσελκύει την προσοχή του πλούσιου εμπόρου της Πετρούπολης Δημητρίου Βερναρδάκη, που ανήκει στην ίδια μεγάλη οικογένεια της Κρήτης, από την οποία  προέρχεται και ο πατέρας του. Αυτός αναλαμβάνει τα έξοδα για τη συνέχιση των σπουδών του στην Ευρώπη. Φοίτησε στα πανεπιστήμια του Μονάχου και του Βερολίνου και απέκτησε ευρεία επιστημονική μόρφωση σε πολλούς τομείς. Στο Μόναχο έγραψε και την τραγωδία του «Μαρία Δοξαπατρή»(1857), η οποία απέσπασε πολύ ευνοϊκά σχόλια από τον τύπο. Στο πρόλογο του έργου αυτού εκθέτει τις απόψεις του για τη δραματική ποίηση και ιδιαίτερα για το εθνικό ελληνικό δράμα. Στη συνέχεια εκδίδει το ποίημα «Κυψελίδες», το οποίο αποστέλλει στον ποιητικό διαγωνισμό του 1860, όπου όμως δεν καταφέρνει να διακριθεί. Αφού ολοκλήρωσε τις σπουδές του στη Γερμανία και παρακολούθησε για ένα πεντάμηνο μαθήματα γαλλικής φιλολογίας στο Παρίσι, επέστρεψε στην Αθήνα(1861).

 Το 1862 σε ηλικία 27 ετών, προσκαλείται να διδάξει το μάθημα της Γενικής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Στις 20 Ιανουαρίου του 1862 εκφωνεί τον «Εισιτήριο Λόγο εις το μάθημα της Γενικής Ιστορίας», όπου επιχείρησε να εκθέσει τις απόψεις του για τη χρησιμότητα της ιστορίας στη ζωή των σύγχρονων κρατών(Δ.Βερναρδάκης, 1862, 10-12). Η θητεία του στο Πανεπιστήμιο ήταν σύντομη, κράτησε μόνο επτά χρόνια και σημαδεύτηκε από συγκρούσεις και αντεγκλήσεις μέσα και έξω από το χώρο του πανεπιστημίου, οι οποίες τελικά τον οδήγησαν σε παραίτηση. Όλες οι απόπειρες του να καταξιωθεί στο χώρο του και να αποσπάσει τα ευνοϊκά σχόλια του πνευματικού κόσμου της Αθήνας συνάντησαν τη λυσσαλέα κριτική μιας μερίδας πνευματικών ανθρώπων, οι οποίοι μέσω του τύπου επιχείρησαν να μειώσουν την επιστημονική του κατάρτιση. Ακόμα  έθεσαν υπό αίρεση  τον πατριωτισμό και τη θρησκευτικότητά του. Αμφισβητήθηκε η κατάρτισή του ως ιστορικού και κατηγορήθηκε ότι διαστρέφει την ιστορία «προς τέρψιν».

Το 1866 εξέδωσε την τραγωδία του «Μερόπη», η οποία ανέβηκε στη θεατρική σκηνή την ίδια χρονιά και άφησε θετικές εντυπώσεις στο κοινό. Το ίδιο είχε συμβεί και με τη «Μαρία Δοξαπατρή», η οποία είχε παρουσιαστεί τον προηγούμενο χρόνο επί δέκα επτά συνεχόμενες ημέρες. Και ενώ η καλλιτεχνική του παραγωγή απολαμβάνει την αναγνώριση, οι εκδοτικές του προσπάθειες δέχονται επικρίσεις και μομφές από τον επιστημονικό χώρο. Το 1865 εξέδωσε την «Ελληνική Γραμματική εις χρήσιν των Ελληνικών Σχολείων». Στον πρόλογο του έργου αυτού εκφράζει την άποψη ότι υπάρχει έλλειψη ενός τέτοιου έργου και αμφισβητεί την αξία όλων των προηγούμενων γραμματικών. Τονίζει ότι μόνο η δική του Γραμματική ανταποκρίνεται στα δεδομένα της νέας γλωσσικής επιστήμης, απορρίπτοντας τις άλλες εκδόσεις, τις οποίες θεωρεί ότι χαρακτηρίζει «...η άλογος, άσοφος, αβαθής και σχολαστική πολυλογία και πολυωνυμία».(Π.Παρασκευαΐδης, 1987, 30). Οι θέσεις του αυτές προκαλούν σφοδρές αντιδράσεις από ένα μεγάλο μέρος της επιστημονικής κοινότητας. Πάνω από 140 επικριτικά άρθρα δημοσιεύονται στον Αθηναϊκό τύπο κυρίως ανώνυμα, όπου ο Βερναρδάκης αποκαλείται αγύρτης και φαύλος και η Γραμματική του χαρακτηρίζεται «αποκύημα καρδίας ανηθίκου και εξάμβλωμα κεφαλής νοσούσης». Η πιο οργανωμένη όμως επίθεση εναντίον του εξαπολύεται από τις στήλες της «Κλειώς», εφημερίδας της Τεργέστης, της οποίας διευθυντής ήταν ο Σχολάρχης της Ελληνικής Σχολής Θεαγένης Λιβαδάς. Αυτός αφιερώνει σαράντα στήλες στις οποίες του καταλογίζει ημιμάθεια, οίηση και λογοκλοπή. Ο Βερναρδάκης απαντά στις κατηγορίες του Λιβαδά με μια επιστολή 135 σελίδων την οποία δημοσιεύει στην άλλη ελληνική εφημερίδα της Τεργέστης, την «Ημέρα». Στο χορό την επικρίσεων μπαίνει και ο καθηγητής φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Κ.Κόντος, ο οποίος χαρακτηρίζει το Βερναρδάκη «...παιδάριον περί την ελληνικήν γλώσσαν, όστις έμελλε ν’αποδειχθή ουδέ το αλφάνητον ικανός ων εν αλληλοδιδακτικώ σχολείω να διδάσκει».

Το 1867 ο Βερναρδάκης εκδίδει ένα ακόμα βιβλίο διδακτικό, τη «Γενική Ιστορία». Και αυτό το βιβλίο συγκέντρωσε τα πυρά επωνύμων και ανωνύμων, οι οποίοι τώρα του αποδίδουν έλλειψη εθνικοφροσύνης και αθεΐα. Μια μερίδα επικριτών του συγγράφει το υβριστικό κείμενο «Ο Λύχνος επί την Λυχνίαν», όπου τον κατηγορεί ως υβριστή της Πελοποννήσου, ασεβή, βλάσφημο και διαφθορέα της νεολαίας. Ενορχηστρωτής των επιθέσεων αυτών ήταν και πάλι ο καθηγητής Κόντος. Σε όλα αυτά ο Βερναρδάκης απαντά με επιστολή 160 σελίδων, όπου χαρακτηρίζει τον Κόντο, «απλοϊκό γραμματοδιδάσκαλο», «απαίδευτο» και «μονομανή». Απαντώντας στις κατηγορίες ότι μισεί την Πελοπόννησο τονίζει ότι «απεχθάνεται όχι την Πελοπόννησον, αλλά Πελοποννησίους τινάς», οι οποίοι αγαπούν «όχι την Πελοπόννησον την αληθινήν, την ιστορικήν, αλλά το γάλα και το μαλλίον και τα κάρβουνα και τους βουλευτάς και υπουργούς της Πελοποννήσου» τους οποίους χρησιμοποιούν για να καταλαμβάνουν τις δημόσιες θέσεις και να απολαμβάνουν κάθε είδους διευκολύνσεις.

Όλο αυτό το αρνητικό κλίμα που δημιουργήθηκε εναντίον του, οδήγησε το Βερναρδάκη να πάρει τη βεβιασμένη απόφαση της παραίτησης. Μεγάλο μέρος της απόφασής του επιρρίπτει στην κυβέρνηση, την οποία θεωρεί υπεύθυνη για την κατάντια του πανεπιστημίου. Στον αδελφό του Αθανάσιο λίγο μετά την παραίτησή του γράφει: «Παραλείπων πάντα τα άλλα περιορίζομαι να σοι είπω περί του πανεπιστημίου, ότι η παρελθούσα κυβέρνησις κατήνεγκε και κατ’αυτού του καταστήματος τον τελευταίον και θανάσιμον κτύπον, διορίσασα εις αυτό ανθρώπους της εσχάτης ου μόνον αμαθείας αλλά και κακοηθείας, μόνον και μόνον διά να με αναγκάση να παραιτηθώ». (Π.Αργύρης, 1987, 144).  Μετά την παραίτησή του αποσύρθηκε στη Λέσβο, όπου συνέχισε να μελετά, να γράφει και να παρεμβαίνει στην πνευματική ζωή της Ελλάδας με τα κείμενα και τις δημοσιεύσεις του. Στη Μυτιλήνη ιδρύει ένα από τα πρώτα τυπογραφεία του νησιού(1874) και για ένα διάστημα είναι επίτιμο μέλος και αργότερα πρόεδρος της Εφορείας των Εκπαιδευτικών και Φιλανθρωπικών Καταστημάτων Μυτιλήνης(Σαμάρας, 1948, 63-64).  Το 1882 προσκλήθηκε και πάλι να διδάξει στο Πανεπιστήμιο και συγχρόνως ανέλαβε καθήκοντα εφόρου στη Βιβλιοθήκη. Και τη φορά αυτή τη θέση του διατήρησε για λίγο χρονικό διάστημα. Σύμφωνα με το βιογράφο του «...μη υποφέρων τον φθόνον και την μοχθηρίαν των εχθρών του επανήλθεν εις Μυτιλήνην». (Μ.Μιχαηλίδης, 1909, 42).

Το 1872 εκδίδει την «Ιερά Ιστορία» και την «Ιερά Κατήχηση», βιβλία διδακτικά, που βραβεύθηκαν από το Οικουμενικό Πατριαρχείο και εισήχθηκαν στα ελληνικά και αλληλοδιδακτικά σχολεία του εξωελλαδικού ελληνισμού(Ι.Μουτζούρης, 1987,21). Σύμφωνα με τον κριτικό Σ.Φασουλάκη αυτά τα έργα γράφτηκαν για να αποστομωθούν όσοι τον κατηγόρησαν για ασέβεια και αθεΐα(ΣτερΦασουλάκης, 1987, 123). Λίγα χρόνια αργότερα, το 1876, με εντολή του εκκλησιαστικού μουσικού συλλόγου Αθήνας, εκφωνεί το λόγο του «Περί της καθ’ημάς εκκλησιαστικής μουσικής», όπου τονίζει την αναγκαιότητα της διδασκαλίας της εκκλησιαστικής μουσικής για τη διατήρηση της ελληνικής εθνικής ταυτότητας(Δ.Βερναρδάκης, 1876).

Το έργο όμως με το οποίο έγινε περισσότερο γνωστός, προκάλεσε μεγάλες συζητήσεις και έμελλε να τον κατατάξει ανάμεσα στους πρόδρομους του δημοτικισμού είναι το «Ψευδαττικισμού έλεγχος». Γράφτηκε το 1884 με κύριο στόχο να αναιρέσει τις απόψεις του αντιπάλου του Κ.Κόντου, σύμφωνα με τις οποίες η νεοελληνική γλώσσα θα έπρεπε να επιστρέψει στο ιδεώδες της αττικής διαλέκτου. Ο Βερναρδάκης θεωρεί ότι «...βάσις της ημετέρας γλώσσης στερεά και αμετακίνητος έπρεπε να είνε πάντοτε αυτή η ζώσα γλώσσα του χάριτι θεία ζώντος και υπάρχοντος ελληνικού έθνους,  όχι η αρχαία ελληνική, ήτις είνε νεκρά και νεκρών γλώσσα...»(Δ.Βερναρδάκης, 1884, 3). Στις θέσεις αυτές του Βερναρδάκη οι οπαδοί του δημοτικισμού βρήκαν ένα απροσδόκητο σύμμαχο. Αν και ο ίδιος ποτέ δεν θεώρησε τον εαυτό του εκπρόσωπο του δημοτικισμού, εκτιμούσε ωστόσο πολλούς από τους εκπροσώπους του και διατηρούσε μαζί τους άριστες σχέσεις. Ένα μέρος από την αλληλογραφία του Βερναρδάκη με τους πρωτοπόρους δημοτικιστές Αργύρη Εφταλιώτη και Αλέξανδρο Πάλλη έχει διασωθεί και υπάρχει δημοσιευμένο(Γ.Βαλέτας, 1973). Πολλοί από αυτούς δεν έχαναν ευκαιρία να επικαλούνται το όνομά του, όταν ήθελαν να υποστηρίξουν την ανάγκη της επικράτησης της δημοτικής γλώσσας, κάτι που ο ίδιος καταδικάζει απερίφραστα. Το 1892 σε επιστολή προς το φίλο του Λουδοβίκο Λιμπρίτη γράφει: «Από την Σκύλλαν του Κόντου μετεπέσαμεν εις την Χάρυβδιν των χυδαϊστών, λυπούμαι δ’ότι εγώ εχρησίμευσα και χρησιμεύω άκων ως αφορμή και δικαιολογία, διότι καθώς βλέπεις επικαλούνται και την μαρτυρίαν μου».(Γ.Χατζηβασιλείου, 1987, 111). Στις παραπάνω απόψεις του Βερναρδάκη μπορεί κανείς να διαβλέψει μια αντιφατικότητα ή ακόμα και μια τάση υπαναχώρησης από τις θέσεις που διατύπωνε το 1884. Κρίνοντας την όλη στάση που κράτησε, ο Κίμων Μιχαηλίδης θεωρεί, ότι και οι θέσεις που εκφράζει στον «Ψευδαττικισμού έλεγχο», αντανακλούν μια προσωπική εμπάθεια προς τον Κόντο και όχι μια βαθιά πίστη για την αξία της ελληνικής γλώσσας. (Κ.Μ.Μιχαηλίδης, 1935, 10-11). Αντίθετα άλλοι, μεταξύ τους και ο Αντώνης Πρωτοπάτσης, έχουν την άποψη ότι ο Βερναρδάκης αποτέλεσε τον πρόδρομο του δημοτικισμού, προλειαίνοντας το έδαφος για την αναγνώριση της αξίας της λαϊκής γλώσσας. (Α.Πρωτοπάτσης, 1977, 12). Το βέβαιο είναι ωστόσο ότι σε μια κρίσιμη για την πορεία της γλώσσας μας φάση, τάχθηκε με το μέρος των προοδευτικών δυνάμεων και εναντιώθηκε στο σχολαστικισμό και το στείρο λογιοτατισμό.

Κατά την τελευταία περίοδο της ζωής του, ασχολήθηκε με την έκδοση των δραμάτων του Ευριπίδη, εργασία που του ανέθεσε η Ζωγράφειος Βιβλιοθήκη. Εκδόθηκαν συνολικά τρεις τόμοι, οι οποίοι χαρακτηρίζονται από βαθιά γνώση και έντονη αναζήτηση της αληθινής σκέψης του μεγάλου τραγικού. Ο Δημήτρης Γληνός, νεαρός διευθυντής της Ελληνικής Σχολής Βρυούλων, στο λόγο που εκφώνησε στο φιλολογικό μνημόσυνο που έγινε προς τιμήν του στην αίθουσα της Ευαγγελικής Σχολής Σμύρνης τονίζει: «Ο Βερναρδάκης μετέθεσε την ψυχήν του εις την ψυχήν του Ευριπίδου, ανέπνευσεν, εκινήθη, έζησεν, είδεν, ησθάνθη, εσκέφθη μέσα εις το περιβάλλον του τραγικού»(Γ.Βαλέτα, 1977, 99). Ακόμα έγραψε τρία ακόμα τραγωδίες, τη «Φαύστα» την «Αντιόπη» και το «Νικηφόρο Φωκά». Τα δύο από αυτά, η «Φαύστα» και ο «Νικηφόρος Φωκάς», παίχτηκαν με μεγάλη επιτυχία στην Αθήνα.

Μελετώντας κανείς το πολυσχιδές ιστορικό, θρησκευτικό, ποιητικό, θεατρικό, κριτικό έργο του Βερναρδάκη, δεν μπορεί να μην επισημάνει ένα έντονο αντιδυτικισμό. Αν και σπουδασμένος στην Ευρώπη, όπου συντελείται μια κοσμογονία στον τομέα της επιστήμης και της τεχνολογίας, ο Βερναρδάκης αντιμετωπίζει με μεγάλο σκεπτικισμό το ενδεχόμενο της άκριτης υιοθέτησης των ξένων προτύπων από το νεοσύστατο ελληνικό κράτος. Θεωρεί αδήριτη ανάγκη τη διαμόρφωση αυτόνομου πνευματικού βίου, ο οποίος θα αποτελέσει τη βάση για την ανασυγκρότηση της ελληνικής εθνικής συνείδησης. Η αποδεδειγμένη ιστορική συνέχεια δεν αρκούσε για να δικαιώσει την ύπαρξη του Ελληνισμού. Χρειαζόταν πνευματική, πολιτισμική και γλωσσική συνέχεια: εθνική γλώσσα, εθνική λογοτεχνία, εθνικό θέατρο, εθνική μουσική. Σύμφωνα με τον Π.Αργύρη: «Η συνεχώς επαναλαμβανόμενη αντιδυτική πολεμική του Βερναρδάκη και η μέριμνα για την ανάπλαση του όλου εθνικού βίου, εξηγεί, εν πολλοίς, την πνευματική του πολυπραγμοσύνη που αρχίζει από την ποίηση και τελειώνει στο πολιτικό δοκίμιο». (Π.Αργύρης, 1987, 132). Τα πρόσωπα των θεατρικών του έργων (Μαρία Δοξαπαρτή, Κυψελίδαι, Μερόπη, Ευφροσύνη, Φαύστα, Νικηφόρος Φωκάς), είναι παρμένα από τις διάφορες φάσεις της ελληνικής ιστορίας, αποτελώντας το θεατρικό ισοδύναμο της παραρηγοπούλειας ιδέας. Ο ίδιος στον πρόλογο των «Κυψελίδων», μιλώντας για την αναγκαιότητα της συγκρότησης ενός εθνικού δράματος επικρίνει δριμύτατα τη μίμηση της γαλλικής μυθιστορίας, αλλά και την επτανησιακή και φαναριώτικη ποίηση που αναπαράγουν ξένα πρότυπα. (Δ.Βερναρδάκης, 1860, λ.γ.)

Η στάση αυτή δεν πρέπει να μας ξενίζει, αν προσπαθήσουμε να δούμε τις παραμέτρους που σφυρηλάτησαν την προσωπικότητα και τη ψυχολογία του. Γεννημένος σε ένα νησί του εξωελλαδικού ελληνισμού και ερχόμενος αργότερα στο κέντρο του Ελληνικού κράτους, δέχτηκε τις επιδράσεις του εκκολαπτόμενου ελληνικού εθνικισμού και της ιδεολογίας της Μεγάλης Ιδέας. Συγχρόνως η εισβολή του ευρωπαϊκού τρόπου ζωής μέσω της έλευσης των βαυαρών και η επιβολή των ξένων προτύπων σε πολλούς τομείς της δημόσιας και ιδιωτικής ζωής, εγκυμονούσε κινδύνους για την ελληνική εθνική ταυτότητα, η οποία έπρεπε να στηριχτεί στον ελληνικό πολιτισμό και παράδοση για να πετύχει την αναγέννηση του ελληνικού έθνους.(Τσαούσης, Βερέμης, Κιτρομιλήδης, 2001). Ο αντιδυτικισμός του Βερναρδάκη, όπως αυτός εκφράζεται στο πολύμορφο έργο του μπορεί να ανιχνευθεί σε πολλά επίπεδα: Σε επίπεδο των πολιτικών θεσμών με την άρνηση αποδοχής των Συνταγματικών προτύπων. Σε επίπεδο ηθικοθρησκευτικό με την απόρριψη του διαφωτισμού και την αναγόρευση της Ορθοδοξίας σε πρωταρχικό στοιχείο της εθνικής φυσιογνωμίας. Σε πολιτιστικό επίπεδο με την αμφισβήτηση των ευρωπαϊκών λογοτεχνικών και  κοινωνικών προτύπων. Σε επίπεδο εξωτερικής πολιτικής με τη μόνιμη δυσπιστία απέναντι στις προθέσεις των Δυτικών κρατών και κυρίως της Αγγλίας, οι οποίες υπονομεύουν το ελληνικό όραμα για εθνική ολοκλήρωση. Τέλος σε επίπεδο γλωσσικό με τη δημιουργία μιας γλώσσας «φραγγάττικης», με βάση την εισαγωγή της ξένης συντακτικής μορφολογίας. (Π.Αργύρης, 1987, 139).

Τα μόνα δυτικά στοιχεία τα οποία θεωρεί ότι πρέπει να γίνουν αντικείμενα μίμησης από το Ελληνικό κράτος είναι η τεχνολογική και βιομηχανική πρόοδος. Η εισαγωγή όμως των δυτικών κατακτήσεων, πρέπει να γίνει με πολύ προσοχή, ώστε να μην αποτελέσει το δούρειο ίππο δια μέσου του οποίου θα διοχετευθούν τα επιβλαβή και φθοροποιά στοιχεία του δυτικού πολιτισμού. Αντίθετα ο ελληνικός πολιτισμός οφείλει να συγχωνεύσει ότι πιο καλό έχει να δώσει η δύση, διατηρώντας όμως την πολιτισμική και πνευματική του υπεροχή.  Μόνο τότε θα κατορθώσει να χρησιμεύσει ως δίαυλος επικοινωνίας ανατολής-δύσης και θα διαφύγει τον κίνδυνο της εθνικής αφομοίωσης. Γράφει χαρακτηριστικά: «Το φοβερόν δίλημμα δι’ημάς ή κύριοι γενόμενοι του κατά χειμάρρους επερχομένου πολιτισμού να χρησιμεύσωμεν ως μία των πολλών αυτού προς την Ασίαν γεφυρών τηρούντες την εθνικότητα μετά της πολιτικής ημών αυτονομίας ή να καταποντισθώσιν υπ’αυτού πολιτικώς τε και εθνικώς».(Δ.Βερναρδάκης, 1884, 137).

Ο κριτικός Στερ.Φασουλάκης επιχειρώντας μια αποτίμηση του έργου του Δημητρίου Βερναρδάκη, θεωρεί ότι αν και ο Βερναρδάκης ήταν μια ευφυΐα, από την ιδιότητα του ποιητή, του δραματουργού, του ιστορικού και του κλασικού φιλολόγου σήμερα δεν ζει σχεδόν τίποτα. Από το έργο του τα κείμενα που έχουν ξεπεράσει την επικαιρότητα της εποχής του και απέκτησαν διαχρονική αξία είναι οι κριτικές του. Έστω και αν οι περισσότερες γράφτηκαν με κύριο σκοπό την αντίκρουση των επικρίσεων κάποιων ανεπιθύμητων προσώπων, μπορεί κανείς να διαβλέψει μια μεγάλη κριτική ικανότητα που τον οδηγεί στην υπέρβαση της εποχής του και την κατάκτηση μιας θέσης στη νεοελληνική γραμματεία.

Το κριτικό έργο του Βερναρδάκη, αποτελούμενο από επτά δημοσιεύματα,  μπορεί να χωριστεί σε τέσσερις ενότητες. Στην πρώτη ενότητα  περιλαμβάνονται δύο κριτικές που επιχειρούν να υπερασπιστούν δύο δασκάλους του στο πανεπιστήμιο: τον Κ.Ασώπιο και τον Κ.Παπαρρηγόπουλο. Γράφτηκαν ενώ ο Βερναρδάκης ήταν ακόμα φοιτητής. Είναι το «Τρωγάλιον του δοκησισόφου»(1855) και η «Βιβλιογραφική αντεπίκρισις»(1861). (Στερ.Φασουλάκης, 1987, 121-129). Στη δεύτερη ενότητα συγκαταλέγονται δύο  κριτικές με ένα αγαπημένο του θέμα, την ποίηση. Το 1863 ως εισηγητής στο Βουτσιναίο ποιητικό διαγωνισμό δημοσίευσε την κρίση του για τα έργα που υποβλήθηκαν. Είναι ένα κείμενο με οξύνοια, γνώση και λεπτή χάρη. Το 1873 με αφορμή το ποίημα του Αρ.Βαλαωρίτη για τον Πατριάρχη Γρηγόριο τον Ε΄, δημοσιεύει μια εκτενή κριτική ελέγχοντας τις υπερβολές του ρομαντισμού. Το κείμενο με τίτλο «Τα αποκαλυπτήρια» δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Νέα Ημέρα» της Τεργέστης και προκάλεσε αρκετές συζητήσεις. Η τρίτη ενότητα, ακόμα πιο ώριμη και εμπεριστατωμένη, απαρτίζεται από δύο κείμενα, στα οποία ο Βερναρδάκης επιχειρεί να εκθέσει τις απόψεις του για την πολιτική κατάσταση της εποχής του, κριτικάροντας τις επιλογές της πολιτικής ηγεσίας, την οποία θεωρεί υπεύθυνη για πολλά κακώς κείμενα. Στο πρώτο, με τίτλο «Επιστολιμαία Βιβλιοκρισία» περισσότερο γνωστή ως «Καποδίστριας και Όθων» δημοσιεύτηκε στη «Νέα Ημέρα» το 1874, αναλύει με γνώση και οξυδέρκεια τη μετεπαναστατική περίοδο και τις σχέσεις της Ελλάδας με τον ευρωπαϊκό χώρο. Κατά τον κριτικό Σεργ.Φασουλάκη η κριτική αυτή «είναι το αποκορύφωμα του κριτικού πνεύματος του Βερναρδάκη. Οι παρατηρήσεις του παραμένουν ακέραιες για τους ιστορικούς που ασχολούνται με την εποχή εκείνη και όλο το έργο χρησιμεύει συγχρόνως και ως έμμεση ιστορική πηγή». (Στερ.Φασουλάκης, 1987, 126). Το δεύτερο κείμενο, που μπορεί να ιδωθεί ως συνέχεια του προηγούμενου, δημοσιεύθηκε και αυτό στη «Νέα Ημέρα» το 1880, με τίτλο «Αι εν τη ελληνική Βουλή αγορεύσεις και η εξωτερική πολιτική της Ελλάδος». Σ’αυτό κατακρίνει την φιλοδυτική πολιτική του Τιμ.Φιλήμονος, του Επ.Δεληγιώργη, του Θρ.Ζαΐμη κ.α. και υπεραμύνεται την πολιτική της Ρωσίας, την οποία θεωρεί ως το πιο αξιόπιστο σύμμαχο της Ελλάδας. Πέρα από την ανάλυση της τρέχουσας κατάστασης, βρίσκει την ευκαιρία να διατυπώσει απόψεις και παρατηρήσεις που έχουν ξεπεράσει την εποχή τους και έχουν χαρακτήρα διαχρονικό. Τέλος το όψιμο κριτικό έργο του Βερναρδάκη είναι ο «Ψευδαττικισμού Έλεγχος», που πρωτοδημοσιεύθηκε το 1884 στη «Νέα Ημέρα». Σ’αυτό αναφερθήκαμε παραπάνω. Συνοψίζοντας θα λέγαμε ότι εκείνο που κυρίως επιβίωσε από το πολυσχιδές έργο του Δημητρίου Βερναρδάκη, ήταν τα κριτικά του κείμενα, τα οποία εν τέλει εκφράζουν απόλυτα την ανυπότακτη και επαναστατική ιδιοσυγκρασία της προσωπικότητας αυτής που δεν μπόρεσε να εναρμονιστεί και να δράσει μέσα στους οργανωμένους θεσμούς της πολιτείας αλλά προτίμησε την απομόνωση, ακολουθώντας μια μοναχική πορεία. Γι’αυτό  και ονομάστηκε από το βιογράφο του «ο ερημίτης του Πυρραίου κόλπου».(Μ.Μιχαηλίδης, 1909, 44).

 

 

Γρηγόριος Βερναρδάκης (1848-1925)

 

Αδελφός του Δημήτριου Βερναρδάκη, με μεγάλα πνευματικά χαρίσματα, όπως και ο αδελφός του, αλλά με εντελώς διαφορετική ιδιοσυγκρασία από αυτόν, διέγραψε μια εξαιρετικά δημιουργική πορεία τόσο στη γενέτειρά του, όσο και στην Αθήνα σαν καθηγητής του Πανεπιστημίου. Αφού ολοκλήρωσε τις γυμνασιακές του σπουδές στη Μυτιλήνη, σπούδασε φιλολογία στην Αθήνα. Από τα πρώτα κιόλας φοιτητικά του χρόνια αρχίζει την εκδοτική του δραστηριότητα, όπως άλλωστε και ο αδελφός του. Το Γρηγόριο όμως ενδιαφέρουν θέματα καθαρά φιλολογικά-επιστημονικά και με αυτά θα ασχοληθεί σε ολόκληρη τη σταδιοδρομία του. Το 1867 δημοσιεύει τα «Σχόλια εις τας δημηγορίας του Θουκυδίδου συνταχθέντα κατά τας αρίστας εκδόσεις» και το 1869, καθηγητής του Γυμνασίου Μυτιλήνης τη μετάφραση των «Βίων» του Κορνηλίου Νέπωτα. Το 1871, χρονιά λήψης του πτυχίου του, δημοσιεύει τη μετάφραση των «Απομνημονευμάτων του Γαλατικού πολέμου» του Ιουλίου Καίσαρα. Αμέσως διορίζεται καθηγητής του ιδιωτικού Λυκείου Σωμαρίπα στην Αλεξάνδρεια. Από το 1872 μέχρι το 1877 θα χρηματίσει διευθυντής της Αμπετείου Σχολής στο Κάιρο και το 1878 Σχολάρχης της Τοσιτσαίας Σχολής Αλεξάνδρειας(M.Μιχαηλίδης, 1939, 46-47).

Η απουσία του από το αθηναϊκό κέντρο δε θα σταθεί ικανή να τον αποκόψει από τις φιλολογικές του έρευνες και τη συγγραφική του δραστηριότητα. Ταυτόχρονα παρακολουθεί με ενδιαφέρον τα τεκταινόμενα στους πανεπιστημιακούς κύκλους και παρεμβαίνει όποτε χρειαστεί. Σ’αυτό βοηθά και ο αδελφός του Αθανάσιος ο οποίος τον ενημερώνει για τη φιλολογική κίνηση, στέλνοντάς του τις νέες εκδόσεις. Το 1876 θα δημοσιεύει την πρώτη του βιβλιοκρισία, η οποία θα σταθεί αφορμή να εμπλακεί σε ένα κύκλο φιλολογικών ερίδων με τον καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών και φανατικό υποστηρικτή της καθαρεύουσας Γεώργιο Μιστριώτη. Πρόκειται για μια κριτική του «Γοργία» του Πλάτωνα που ο Μιστριώτης είχε δημοσιεύσει το 1872. Ο Μιστριώτης θα επιλέξει τη μέθοδο της επίθεσης στο νεαρό φιλόλογο, αν και η βιβλιοκρισία του δε χαρακτηρίζεται από εριστική διάθεση και κινείται σε πλαίσια καθαρά φιλολογικά. Οι απόψεις άλλωστε του Βερναρδάκη για τον τρόπο που πρέπει να γίνεται η κριτική των έργων είναι ξεκάθαρες. Σε γράμμα προς τον αδελφό το 1877 γράφει: «Αλλά κατά κακήν μοίραν παρ’ημίν η βιβλιοκρισία εξολισθαίνει ή εις υπερβολικόν και ανάξιον έπαινον, ή εις εμπαθή και άδικον ψόγον, εις δύο άκρα εξ ίσου κατακριτέα».(Ν.Φορόπουλος, 1987, 56). Η απάντηση του Μιστριώτη είναι υβριστική, κάτι που προκαλεί την απορία του Βερναρδάκη, ο οποίος θεωρεί ότι η κριτική είναι κόσμια και καθόλου προκλητική. Γράφει σχετικά: «Τούτο δε έπραξα χωρίς να εξυβρίσω ή εξευτελίσω αυτόν, φρονών ότι αι ύβρεις άνευ πραγμάτων ουδέν αποδεικνύουσιν, αυτά δε τα πράγματα, και άνευ ύβρεων είναι το ισχυρότερον επιχείρημα προς απόδειξιν της αληθείας...». Στο Μιστριώτη απαντά το 1878 με το «Ολίγαι λέξεις εις εξέλεγξιν της Απαντήσεως Γ.Μιστριώτου», όπου ακολουθεί το ίδιο ήπιο ύφος και η διαμάχη αυτή θα κλείσει εδώ. Την ίδια χρονιά ευρισκόμενος ακόμα στην Αίγυπτο εκδίδει το έργο «Κριτικά και ερμηνευτικά εις Πλουτάρχου Παραλλήλους Βίους» και αμέσως αναχωρεί για ευρύτερες φιλολογικές σπουδές στην Ευρώπη, όπου παρακολουθεί μαθήματα στα πανεπιστήμια Βερολίνου και Λιψίας. Ταυτόχρονα επισκέπτεται το Παρίσι και την Ιταλία για παλαιογραφικές έρευνες και μελέτη των ελληνικών χειρογράφων αλλά και τη Μονή Σινά και το Άγιο Όρος, όπου ανακάλυψε νέο κώδικα των «Ηθικών» του Πλουτάρχου. Το 1881 επιστρέφει στη Μυτιλήνη και αναλαμβάνει τη διεύθυνση του Γυμνασίου, την οποία θα διατηρήσει μέχρι το 1894, οπότε εξαναγκάζεται σε παραίτηση εξαιτίας ενός ζητήματος που είχε προκύψει στο εσωτερικό της ελληνορθόδοξης κοινότητας(Π.Βλάχος, 1987, 14). Η θητεία του ως επικεφαλής των εκπαιδευτικών πραγμάτων της Μυτιλήνης κρίθηκε εξαιρετικά επιτυχημένη και επί των ημερών του το Γυμνάσιο Μυτιλήνης απέκτησε φήμη που ξεπέρασε τα όρια της Λέσβου(Π.Σαμάρας, 1948, 67). Συγχρόνως συνεχίζει να ασχολείται με τη μελέτη της αρχαίας γραμματείας και να έχει μια έντονη παρουσία στο επιστημονικό πεδίο.

Η ενασχόλησή του με το έργο του Πλούταρχου θα του δώσει στην Ευρώπη τον τίτλο του «επίσημου αντιπροσώπου των περί τον Πλούταρχον σπουδών» (Μ.Μιχαηλίδης, 1939, 50). Ο φημισμένος εκδοτικός  οίκος Treubner θα του αναθέσει την επτάτομη κριτική έκδοση των «Ηθικών» του Πλουτάρχου. Η εργασία αυτή μαζί με τους επαίνους θα προκαλέσει  και τις επικρίσεις Ελλήνων και ξένων ειδικών, οι οποίες θα τον εμπλέξουν σε ένα νέο κύκλο φιλολογικών ερίδων, κατά τη συνήθεια της εποχής. Με την έκδοση του πρώτου κιόλας τόμου, τα πυρά της κριτικής εξαπέλυσε ο Σπύρος Βάσης με ανακοινώσεις στην Επιστημονική Εταιρεία Αθηνών και δημοσιεύσεις στην «Αθηνά». Την ίδια τακτική ακολούθησε με την έκδοση του Β΄και Γ΄τόμου. Ο Βερναρδάκης θα προσπαθήσει να αναιρέσει τις κατηγορίες αυτές με τέσσερα δημοσιεύματα. Το 1889 κυκλοφορεί το «Κριτικών παρατηρήσεων (Βάση) εξέλεγξις», για να ακολουθήσουν το 1890 το «Νέων παρατηρήσεων εν τη Αθηνά(Βάση) εξέλεγξις», το 1892 το «Ότι αι νεώτεραι παρατηρήσεις του Βάση χείρονες των παλαιοτέρων» και το 1895 το «Βάσης, Κόντος και Σία(Εξέλεγξις κρίσεως)». Σ’αυτά αναιρώντας μία προς μία τις κατηγορίες προσπαθεί να αποκαταστήσει την αλήθεια παρουσιάζοντας τα πολλαπλά σφάλματα των αντιπάλων του. Μεταξύ των ξένων επικριτών του ήταν ο καθηγητής του πανεπιστημίου του Βερολίνου Βιλαμόβιτς, ο οποίος με αφορμή την έκδοση των «Ηθικών» του Πλουτάρχου, χαρακτήρισε το έργο εμπορικό(1889). Η διαμάχη του Βερναρδάκη με το γερμανό καθηγητή και τους έλληνες επικριτές του θα διαρκέσει δέκα χρόνια, απορροφώντας ένα σημαντικό τμήμα του χρόνου και του δυναμισμού του. 

Μετά την παραίτησή του από το Γυμνάσιο Μυτιλήνης διορίσθηκε διευθυντής των Ζαριφείων διδασκαλείων, θέση που κράτησε μέχρι το 1898, οπότε έγινε καθηγητής της Ελληνικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Στον εισιτήριο πανεπιστημιακό του λόγο ο Βερναρδάκης ξεδιπλώνει τις απόψεις του για τη σπουδαιότητα που έχει η  ελληνική γλώσσα στη συγκρότηση του έθνους. Θεωρεί συνακόλουθα τη φιλοσοφική σχολή ως κατέχουσα την ανώτερη θέση ανάμεσα στις άλλες πανεπιστημιακές σχολές. Λέει σχετικά: «Η φιλοσοφική του πανεπιστημίου σχολή είνε ένθεν μεν η κρηπίς και το θεμέλιον της καθόλου παιδείας, ένθεν δε η μήτηρ και η τροφός και των άλλων επιστημών. Όταν η φιλοσοφική είνε καλώς κατηρτισμένη και συμπεπληρωμένη, τότε και η μέση παίδευσις και η κατωτάτη ως εξηρτημέναι θα έχωσι καλώς»(Γρ.Βερναρδάκης, 1899, 14-15).

Την εκλογή του πολέμησαν με σφοδρότητα ο παλιός αντίπαλος του αδελφού του Κ.Κόντος και όσοι αποτελούσαν μέλη της ομάδας του. Μεταξύ αυτών και ο Γεώργιος Χατζηδάκης, ο οποίος από τις σελίδες της «Αθηνάς», του περιοδικού της Επιστημονικής Εταιρείας, όπου ήταν διευθυντής, εξαπέλυε τους μύδρους του, εναντίον του έργου του Βερναρδάκη. Ο Βερναρδάκης αναγκάζεται και πάλι να εμπλακεί σε ένα νέο κύκλο φιλολογικών ερίδων, προκειμένου να ανασκευάσει τις επικρίσεις των αντιπάλων του και να υπερασπισθεί το έργο του. Το 1900 κυκλοφορεί το «Ανασκευή των Φιλολογικών Συζητήσεων Γ.Ν.Χατζηδάκη», ενώ το 1902 επανέρχεται με το «Ελέγχων και Κρίσεων Εξέλεγξις, Α΄και Β΄». Έκτοτε και παρά το ότι τη σκυτάλη των επικρίσεων παίρνει ο Χαρίτων Χαριτωνίδης, ο Γρ.Βερναρδάκης, επιλέγει να σιωπήσει και να αφοσιωθεί στο διδακτικό και συγγραφικό του έργο, αγνοώντας τις επιθέσεις των αντιπάλων του. Το 1908, ύστερα από επίπονη προσπάθεια δέκα χρόνων, εκδίδει το «Λεξικόν ερμηνευτικόν των ενδοξοτάτων Ελλήνων Ποιητών και Συγγραφέων», έργο ογκδέστατο, αποτελούμενο από 1878 σελίδες, «Αληθής κιβωτός των αξίων λόγου και αρχαίων και νεωτέρων υπομνημάτων»(Μ.Μιχαηλίδης, 1939, 55). Το έργο παρά την αδιαμφισβήτητη αξία του, προκαλεί και πάλι την εν πολλοίς αστήρικτη και αντιεπιστημονική κριτική του Χαριτωνίδη από τις σελίδες της «Αθηνάς». Ο Βερναρδάκης αναγκάζεται ύστερα από πολυετή σιωπή να αντικρούσει τις κατηγορίες με το «Απάντησις προς όσα εγράφησαν εν τη Αθηνά κατά του ερμηνευτικού Λεξικού»(1912). Σ’αυτό καταλογίζει δόλο και ανεπάρκεια στους επικριτές του, οι οποίοι, κατά τη γνώμη του, κατέφυγαν στη γνωστή τους μέθοδο λόγω της αδυναμίας τους να παράγουν έργο ισάξιο με το δικό του. Τους προκαλεί δε αντί «να παρακωλύουν την εργασίαν του» να «εργασθούν και θα αποδειχθεί αφεύκτως ο κράτιστος».

Θα κλείσουμε την αναφορά μας στο Γρηγόριο Βερναρδάκη παραθέτοντας ένα μικρό τμήμα όσων έγραψαν γι’αυτόν  δύο πνευματικοί ανθρώποι, ο λέσβιος Ι.Δ.Κοντής και ο εθνικός μας ποιητής Κωστής Παλαμάς. Σύμφωνα με το Ι.Δ.Κοντή, ο Γρηγόριος Βερναρδάκης, «είναι ένας από τους κύριους εισηγητές του θετικιστικού πνεύματος που κυριάρχησε στην ευρωπαϊκή επιστήμη του δεύτερου μισού του 19ου αιώνα. Σαν πανεπιστημιακός καθηγητής κατηύθυνε τους φοιτητές του στη συστηματική επεξεργασία και μελέτη των κλασσικών κειμένων, με αυστηρή μέθοδο και με κριτήρια δοκιμασμένα από την επιστήμη. Ιδιαίτερα ενδιαφέρει εδώ ότι στη φιλολογική μέθοδο πρόσθεσε και τη βοήθεια των δεδομένων της σύγχρονης ζωής για την ερμηνεία των αρχαίων συγγραμμάτων, κι ακόμη τη βοήθεια που μπορούσαν να δώσουν οι σύγχρονοι φραστικοί τρόποι της ζωντανής γλώσσας του ελληνικού λαού. Κι αυτά σε μια εποχή που η άγονη επίδειξη σοφίας και η κενή μεγαλοστομία κυριαρχούσαν στις περισσότερες εκδηλώσεις της επιστημονικής ζωής»(Ι.Δ.Κοντή, 1973, 223).

Ο Κωστής Παλαμάς σε ένα κείμενό του μιλώντας για το Γρηγόριο Βερναρδάκη γράφει: «Λίγοι θα μπορούνε, μεμυημένοι πέρα ως πέρα στα Ελευσίνια της παιδείας, μη έχοντας ούτε τη σχολαστικότητα των αποκλειστικά θρεμμένων με την επιστημονικήν ή με τη φιλολογική μάθηση, ούτε την ελαφρότητα των αποκλειστικά ποτισμένων με τα νάματα των ωραίων λεγομένων γραμμάτων, να καταλάβουν ή και να διαισθανθούν τι σημαίνει ένα έργο, σαν εκείνο του Βερναρδάκη. Γνωρίστηκε, ανατράφηκε, έζησε με το Σοφοκλή και με τον Αριστοφάνη, με το Θουκυδίδη και με τον Πλούταρχο, με τους αείζωους λεγεώνες ποιητών, από τον Όμηρο ίσα με τον Οππιανό, με πεζογράφους από τον Ηρόδοτο έως τον Λουκιανό. Ο Βερναρδάκης έγραφε τα αρχαία ελληνικά, καθώς εμείς γράφουμε τα νέα, και τα λατινικά, καθώς, υποθέτω, οι ευρωπαϊκά μορφωμένοι γράφουνε τα γαλλικά ή τα γερμανικά...Στη φυλή πρέπει να τοποθετηθή των μεγάλων διδασκάλων του Γένους, που αρχίζοντας από τους βυζαντινούς, ρίχνουν τη σπίθα στη μεσαιωνική Ευρώπη για τη φωτιά του ξαναγεννημού της Αθηνάς και της Αφροδίτης, ίσα με το Βούλγαρη και τον Κοραή»(Κ.Παλαμάς, 1950, 29)

Συνοψίζοντας την αναφορά μας  στη ζωή και το έργο των αδελφών Δημήτριο και Γρηγόριο Βερναρδάκη και προσπαθώντας να επιχειρήσουμε μια συγκριτική προσέγγιση των δύο μεγάλων αυτών προσωπικοτήτων της λεσβιακής διανόησης, θα λέγαμε ότι και οι δύο, παρά τις μεγάλες διαφορές στο χαρακτήρα και την ιδιοσυγκρασία τους, εργάστηκαν με το ίδιο πάθος και την ίδια επιμονή και υπομονή, για να μας δώσουν ένα  έργο που ξεπέρασε τα όρια της εποχής τους. Ο Δημήτριος Βερναρδάκης, ορμητικός, εκρηκτικός, ασυμμόρφωτος με τα κριτικά του κείμενα που χαρακτηρίζει, εκπληκτική οξύνοια και διεισδυτικό πνεύμα και ο Γρηγόριος Βερναρδάκης, μεθοδικός, υπομονετικός, υπηρέτης της υγιούς κριτικής, με το σημαντικό φιλολογικό του έργο και το ανεπανάληπτο επιστημονικό του ήθος, σημάδεψαν τη μετεπαναστατική Ελλάδα και συνέβαλαν στη συγκρότηση του νέου ελληνικού πνευματικού πολιτισμού. Το ελληνικό Πανεπιστήμιο και η ευρύτερη επιστημονική κοινότητα μόνο οφέλη αποκόμισε από τους Λέσβιους αδελφούς Βερναρδάκη.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

*       Αργύρη Παντελή, «Ο αντιδυτικός Βερναρδάκης και ο εισιτήριος πανεπιστημιακός του λόγος», Λεσβιακά, τόμος ΙΑ΄, Μυτιλήνη, 1987

*       Βερέμη Θ., «Κράτος και Έθνος στην Ελλάδα: 1821-1912», στο Ελληνισμός-Ελληνικότητα(επιμ.Δ.Γ.Τσαούση), εκδ.Εστίας, Αθήνα 2001(τέταρτη έκδοση)

*       Βερναρδάκη Δημητρίου, Λόγος εισιτήριος εις το μάθημα της Γενικής Ιστορίας, Αθήναι, 1862

*       Βερναρδάκη Δημητρίου, Λόγος αυτοσχέδιος περί της καθ’ημάς εκκλησιαστικής μουσικής, Τεργάστη, 1876

*       Βερναρδάκη Δημητρίου, Κυψελλίδαι, Λιψία 1860

*       Βερναρδάκη Δημητρίου, Ψευδαττικισμού έλεγχος, Τεργέστη 1884

*       Βερναρδάκη Γρηγορίου, Λόγος εισιτήριος περί φιλολογίας, Τεργέστη, 1899

*       Βερναρδάκη Γρηγορίου, Ανασκευή των Φιλολογικών Συζητήσεων Γ.Ν.Χατζηδάκι, Αθήνησιν, 1900

*       Βλάχου Παύλου, «Γενική εισήγηση: βιογραφικά αδελφών Βερναρδάκη», Λεσβιακά, τόμος ΙΑ΄, Μυτιλήνη 1987

*       Βαλέτα Γιώργου, «Ανέκδοτος λόγος του Γληνού στο θάνατο του Βερναρδάκη», Αιολικά Γράμματα, τόμος 7ος, τεύχος 37, Γενάρης-Φλεβάρης 1977

*       Βαλέτα Γιώργου, «Από την ανέκδοτη προψυχαρική αλληλογραφία Εφταλιώτη-Βερναρδάκη-Πάλλη», Αιολικά Γράμματα, τεύχος 15, Μάιος-Ιούνιος 1973

*       Κιτρομιλήδη Π., «Το ελληνικό κράτος ως εθνικό κέντρο», στο Ελληνισμός-Ελληνικότητα(επιμ.Δ.Γ.Τσαούση), εκδ.Εστίας, Αθήνα 2001(τέταρτη έκδοση)

*       Κοντή.Ι.Δ., Λεσβιακό Πολύπτυχο, εκδ.Έσπερος, Αθήνα 1973

*       Μιχαηλίδη Μ., Βίος και έργα Δημητρίου Βερναρδάκη, Μυτιλήνη 1909

*       Μιχαηλίδη Μ., «Γρηγόριος Βερναρδάκης» στο Λεσβιακαί σελίδες, Μυτιλήνη 1939

*       Μιχαηλίδη Κ.Μ., «Ο Βερναρδάκης και το γλωσσικό», ανάτυπο από Τα Νέα Γράμματα, Αθήνα 1935

*       Μουτζούρη Ι., «Η ‘Ιερά Κατήχησις’ του Δημ.Ν.Βερναρδάκη», Λεσβιακά, τόμος ΙΑ΄, Μυτιλήνη 1987

*       Παλαμά Κωστή, «Γρηγόριος Βερναρδάκης» στο Δ.Γ.Βερναρδάκη-Π.Ι.Σαμάρα, Λεσβιακόν Ημερολόγιον, Μυτιλήνη 1950

*       Παρασκευαΐδη Παν., «Η Γραμματική του Δ.Βερναρδάκη και ο θόρυβος γύρω απ’αυτή», Λεσβιακά, τόμος ΙΑ΄, Μυτιλήνη 1987

*       Πρωτοπάτση Αντώνη, «Και πάλι ο Βερναρδάκης και πάλι το γλωσσικό», Αιολικά Γράμματα, τεύχος 37, Ιανουάριος-Φεβρουάριος 1977

*       Σαμάρα Π., Η εκπαίδευση στη Λέσβο, Μυτιλήνη 1948

*       Τσαούση Δ.Γ., «Ελληνισμός και Ελληνικότητα», στο Ελληνισμός-Ελληνικότητα(επιμ.Δ.Γ.Τσαούσης), εκδ.Εστίας, Αθήνα 2001(τέταρτη έκδοση)

*       Φασουλάκη Στερ., «Ο κριτικός Δημήτριος Ν.Βερναρδάκης», Λεσβιακά, τόμος ΙΑ΄, Μυτιλήνη 1987

*       Φορόπουλου Νικ., «Γρηγορίου Βερναρδάκη, φιλολογικές έριδες», Λεσβιακά, τόμος ΙΑ΄, Μυτιλήνη 1987

*       Χατζηβασιλείου Γιάννη, «Ο Δημήτριος Βερναρδάκης και ο δημοτικισμός», Λεσβιακά, τόμος ΙΑ΄, Μυτιλήνη 1987