H ανώτατη εκπαίδευση στη Γαλλία: 40 χρόνια ιστορίας και αλλαγών

 

 

 

Marie-Françoise FAVE-BONNET

Καθηγήτρια των Επιστημών της Εκπαίδευσης

Ερευνητικό Κέντρο Εκπαίδευσης και Δημιουργίας

Ομάδα «Ανώτατη Εκπαίδευση»

Πανεπιστήμιο Paris X Nanterre (Γαλλία)

 

 

 

Περίληψη

 

Αυτή η εργασία έχει σαν στόχο να παρουσιάσει κάποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της ανώτατης εκπαίδευσης στη Γαλλία. Στην πραγματικότητα, δεν είναι δυνατόν να κατανοήσει κάποιος ένα σύστημα ανώτατης εκπαίδευσης χωρίς να ξέρει την ιστορία του.

Η ανάλυσή μας εστιάζεται στις περιόδους της εξέλιξης της Ανώτατης Εκπαίδευσης στη Γαλλία (Νόμοι του 1968 και του 1984) καθώς και στις αποφάσεις που έχουν αποδειχθεί θεμελιώδεις μέχρι τις μέρες μας.

Αυτή η ανάλυση στηρίζεται στο σύνολο της Ανώτατης Εκπαίδευσης (Πανεπιστήμια, Ανώτατες Σχολές και άλλα εκπαιδευτικά Ιδρύματα) προκειμένου να καλύψει τέσσερις περιοχές στοχασμού:

*       τις συνέπειες του «εκδημοκρατισμού» της ανώτατης εκπαίδευσης,

*       τη θέση της έρευνας στο πανεπιστήμιο και τη σχέση της με τους μεγάλους οργανισμούς έρευνας στη Γαλλία (CNRS, INSERM, κ.λπ.),

*       τις εξελίξεις στην «εξουσία ελέγχου» και στην αυτονομία των πανεπιστημίων,

*       τα αποτελέσματα της δημιουργίας της ευρωπαϊκής ανώτατης εκπαίδευσης.

Η εργασία μας αναφέρεται στα έργα ιστορικών και κοινωνιολόγων (καθώς και στα προσωπικά μου αρχεία) σχετικά με αυτή την περίοδο.

 

Abstract

 

This essay aims to present some special features of Higher Education in France. There is no doubt that it is difficult for anyone to realize a system of Higher Education without knowing its history.

We focus our analysis to the periods of the evolution of Higher Education in France (Laws of 1968 and 1984) and to the decisions that have been fundamental up to today.

This analysis is based on Higher Education in all its range (Universities, Higher Schools and other Foundations of Education) in order to cover four areas of speculation:

*       the consequences of Higher Education’s “democratization”,

*       the position of research in the University and its relation with the big Organizations of Research in France (CNRS, INSERM, etc.),

*       the developments of the Universities’ “governments” and of the Universities’ autonomy,

*       the effects of the European Higher Education’s construction.

This essay refers to the works of historians and sociologists (as well as on my personal archives) on this period.

 

 

Εισαγωγή

 

Αυτή η εργασία έχει σαν στόχο να παρουσιάσει κάποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της ανώτατης εκπαίδευσης στη Γαλλία. Στην πραγματικότητα, δεν είναι δυνατόν να κατανοήσει κάποιος ένα σύστημα ανώτατης εκπαίδευσης χωρίς να ξέρει την ιστορία του.

Μετά από μία σύντομη αναφορά στη δημιουργία της ανώτατης εκπαίδευσης στη Γαλλία, η ανάλυσή μας θα εστιαστεί στα τελευταία σαράντα χρόνια, οπότε και σημειώθηκαν ενδιαφέρουσες αλλαγές μετά τα γεγονότα του 1968.

Αυτή η ανάλυση στηρίζεται στο σύνολο της ανώτατης εκπαίδευσης (Πανεπιστήμια, Ανώτατες Σχολές και άλλα εκπαιδευτικά Ιδρύματα) προκειμένου να καλύψει τέσσερις περιοχές στοχασμού:

*       τις συνέπειες του «εκδημοκρατισμού» της ανώτατης εκπαίδευσης,

*       τη θέση της έρευνας στο πανεπιστήμιο και τη σχέση της με τους μεγάλους οργανισμούς έρευνας στη Γαλλία (CNRS, INSERM, κ.λπ.),

*       τις εξελίξεις στην «εξουσία ελέγχου» και στην αυτονομία των πανεπιστημίων,

*       τα αποτελέσματα της δημιουργίας της ευρωπαϊκής ανώτατης εκπαίδευσης.

Αυτή η εργασία αναφέρεται στα έργα ιστορικών (VERGER, 1986, PROST, 1992) και κοινωνιολόγων καθώς και στα προσωπικά μου αρχεία.

 

1.       Ένα πανεπιστήμιο στερημένο από τις ουσιαστικές αποστολές του

 

Τα πανεπιστήμια στη Γαλλία δεν είναι παρά ένα μέρος της ανώτατης εκπαίδευσης. Λειτουργούν, ωστόσο, σαν τα ευρωπαϊκά πανεπιστήμια, πάνω στις αρχές που καθόρισε ο Von Humboldt, πριν από δύο περίπου αιώνες, στη Γερμανία, δηλαδή, «αφενός, στη διάρθρωση της διδασκαλίας και της έρευνας και, αφετέρου, στην «ακαδημαϊκή ελευθερία». Η ιστορία, όμως, περιόρισε την ισχύ τους στη δημιουργία της «ελίτ» και στην έρευνα.

Μια σειρά αλληλοσυγκρουόμενων επιλογών, που υπαγορεύονταν από πολιτικές παρά από παιδαγωγικές θεωρήσεις, επέβαλαν ένα σύστημα διασπασμένο και ανακόλουθο.

Στη Γαλλία, εδώ και έξι αιώνες, η πολιτική δύναμη δυσπιστούσε απέναντι στα πανεπιστήμια, και έβρισκε πάντα παράλληλα συστήματα για να παράγει την ελίτ του Κράτους. Ακόμη, άρχισε να εφαρμόζεται ένα πολύ ιδιαίτερο σύστημα ανώτατης εκπαίδευσης.

 

Το παλιό καθεστώς (πριν την επανάσταση)

Η Σορβόνη, που ιδρύθηκε το 1215, υπήρξε με την Μπολώνια, ένα από τα πρώτα πανεπιστήμια της Ευρώπης. Από τη γέννησή του, το πανεπιστήμιο, αυτός «ο συνεταιρισμός των δασκάλων και των μαθητών τους» ήθελε να ευνοήσει τα κοινά συμφέροντα, να αποκτήσει προνόμια και να αυτονομηθεί από την Εκκλησία και τη βασιλεία. Οι δάσκαλοι πίστευαν ότι η δημιουργία των μελλοντικών ελίτ με μια γνώση υψηλού επιπέδου (στην περιοχή της Θεολογίας και της Ιατρικής) έπρεπε να γίνει ταυτόχρονα με την παραγωγή αυτής της γνώσης: οι δάσκαλοι θα είναι επιστήμονες που θα διδάσκουν σαφώς καλύτερα αν είναι οι συγγραφείς αυτών των γνώσεων ή δράστες αυτής της ανανέωσης. Μία άλλη από αυτές τις πεποιθήσεις ήταν η ύπαρξη μιας συγκεκριμένης συνείδησης της ενότητας και της διάρθρωσης των γνώσεων.

Οι «ελεύθερες τέχνες», βγαλμένες μέσα από ρωμαϊκά κομμάτια διδασκαλίας, αποτέλεσαν το πρώτο δημιούργημα που ήταν απαραίτητο για τους πρώτους λόγιους κοινής βάσης. Αυτή η πεποίθηση εξηγεί την οργάνωση των πανεπιστημίων με τρεις ανώτατες σχολές: τη Θεολογία, τη Νομική και τις Ελεύθερες Τέχνες (εκείνη την εποχή ήταν η γραμματική, η διαλεκτική ή τέχνη του διαλογισμού, η ρητορική ή τέχνη της ομιλίας και της γραφής, η αριθμητική, η αστρονομία, η γεωμετρία, η μουσική).

Αυτός ο δεσμός ανάμεσα σ’αυτή την εκπροσώπηση των μαθημάτων και την οργάνωση των πανεπιστημίων συνεχίζει να υπάρχει ακόμη:

*       η διάρθρωση της διδασκαλίας και της έρευνας που κυριάρχησε στη δημιουργία του Πανεπιστημίου του Βερολίνου το 1807, συνιστά το λεγόμενο γερμανικό μοντέλο πανεπιστημίου,

*       οι πανεπιστημιακές σχολές των τεχνών είναι αυτές που συναντώνται στις αγγλο-σαξωνικές χώρες.

Αυτό, όμως, το ωραίο μοντέλο, ένα πανεπιστήμιο δασκάλων και μαθητών που έχουν σαν στόχο να παράγουν και να διδάσκουν καινούργιες γνώσεις υποβαθμίζεται στη διάρκεια των αιώνων.

Το πανεπιστήμιο «που συνδεόταν στενά με την εκκλησία, που είχε αποκοιμηθεί από το σχολαστικισμό και ήταν ναρκωμένο από τα προνόμιά του» (RENAUT, 2002) έχασε σε μερικούς αιώνες τους μαθητές του και το κύρος του.

Γι’ αυτό το λόγο, για παράδειγμα, το Βασιλικό Κολέγιο, που ιδρύθηκε το 1530, έγινε στη συνέχεια το Κολέγιο της Γαλλίας, και εισήγαγε στις σπουδές του το πνεύμα της Αναγέννησης.

 

Η κατάργηση των πανεπιστημίων από την Επανάσταση

Τα πανεπιστήμια του παλιού καθεστώτος, πολύ ετερογενή, παρήκμασαν όταν τα κατάργησε η Συνέλευση (νόμος της 15ης Σεπτεμβρίου 1793). Παρέμειναν μόνον κάποιες σχολές της Νομικής, της Ιατρικής και της Θεολογίας. Η Συνέλευση απέρριψε τη δημιουργία μιας διανοητικής ελίτ, αλλά επιδίωκε μια εκπαίδευση για το λαό.

Από δυσπιστία προς τα πανεπιστήμια, ίδρυσε τις «Ειδικές Σχολές» και τις «Κεντρικές Σχολές» που, στη συνέχεια, έγιναν οι «Ανώτατες Σχολές» απ’ όπου επιλέγονταν τα βασικά στρατιωτικά μέλη και οι τεχνικοί του Κράτους: το Πολυτεχνείο για τη δημιουργία των στρατιωτικών και η Πρότυπη Σχολή (Ανώτατη) για τη δημιουργία των δασκάλων το 1794. Ακόμη, ίδρυσε τη Σχολή των Γεφυρών (ιδρύθηκε από τη Μοναρχία το 1747) και τη Σχολή των Ορυχείων (το 1783) για τη δημιουργία μηχανικών.

 

Η Αυτοκρατορία και η Παλινόρθωση: το status quo

Στη Γαλλία, τα πανεπιστήμια, έχοντας καταργηθεί το 1793 από τη Συνέλευση, δεν ξαναεμφανίστηκαν θεσμικά παρά ένα χρόνο αργότερα (νόμος της 10ης Ιουλίου 1896). Ανάμεσα σ’ αυτές τις δύο ημερομηνίες το περιβάλλον των πανεπιστημίων είχε ριζικά μεταβληθεί από την άποψη της παραγωγής και της μετάδοσης των γνώσεων: εμφανίστηκε μια άλλη ανώτατη εκπαίδευση, αυτή των «Ανώτατων Σχολών», με άλλες αρχές για την επιλογή των φοιτητών και με στόχο την επαγγελματική διάπλαση.

Κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα αναπτύχθηκαν όλα τα ευρωπαϊκά πανεπιστήμια.......

Στην πραγματικότητα, ο Ναπολέοντας ενίσχυσε εξίσου όλες τις «Ανώτατες Σχολές». Ίδρυσε, στη διάρκεια της Υπατείας, τις Σχολές της Ιατρικής, της Φαρμακευτικής και της Νομικής που αντιστοιχούσαν στην επαγγελματική κατεύθυνση της ανώτατης εκπαίδευσης. Οι Σχολές αυτές έγιναν πανεπιστημιακές στη διάρκεια της Αυτοκρατορίας.  Ο Ναπολέοντας ίδρυσε τις πανεπιστημιακές Σχολές των Γραμμάτων και των Επιστημών, που, όμως, ουσιαστικά προορίζονταν στο να ελέγχουν το baccalauréat (διαγώνισμα που πιστοποιούσε το τέλος των σπουδών της μέσης εκπαίδευσης), γιατί το ενδιαφέρον εστιαζόταν, κυρίως, στη μέση εκπαίδευση. Οι Σχολές των Γραμμάτων και των Επιστημών  ήταν φτωχές και σε πόρους και σε φοιτητές και εξαρτώνταν άμεσα από τους πρυτάνεις που γίνονταν καγκελάριοι. Γι’ αυτό στις μέρες μας «πρύτανης» είναι ο υπεύθυνος όλου του εκπαιδευτικού συστήματος σε επίπεδο μιας ακαδημίας (πολλά τμήματα), ενώ ο όρος «πρύτανης» στα ευρωπαϊκά πανεπιστήμια αντιστοιχεί στον υπεύθυνο ενός πανεπιστημίου ή μιας σχολής.

Το πανεπιστήμιο της Αυτοκρατορίας απέρριψε τον κοινωνικό του ρόλο για να αναλάβει τον ιδεολογικό έλεγχο. Αντίθετα, το σύστημα των ειδικευμένων Ανώτατων Σχολών διατηρήθηκε για μεγάλο διάστημα.

Η άλλη συνέπεια της ναπολεόντειας αναδιοργάνωσης ήταν η δημιουργία ενός συστήματος πυραμοειδούς και συγκεντρωτικού. Ο ναπολεόντειος συγκεντρωτισμός εκμηδένισε τις μεσαιωνικές παραδόσεις για αυτονομία. Αντέταξε, στο όνομα της αποτελεσματικότητας, την επαγγελματική διάπλαση απέναντι στην αφιλοκερδή κουλτούρα, που αποτελούσε τη βάση των αρχαίων πανεπιστημίων. Γι’ αυτό, ακόμη και σήμερα, υπάρχει ένας σαφής διαχωρισμός στο πανεπιστήμιο ανάμεσα στη Νομική και την Ιατρική, που είναι πιο επαγγελματικές, και τις άλλες επιστήμες. Παρά την ανεξαρτητοποίηση που επιτεύχθηκε πριν από είκοσι χρόνια, τα πανεπιστήμια δυσκολεύονται να αυτονομηθούν (MUSSELIN 2001), κάτι που αποτελεί ιδιαιτερότητα σε σχέση με τα ξένα πανεπιστημιακά συστήματα.

 

Η Τρίτη Δημοκρατία

Η Τρίτη Δημοκρατία αμφιταλαντεύτηκε όσον αφορά τις Ανώτατες Σχολές, που ήταν κληρονόμοι του δημοκρατικού ιδεώδους, και, τελικά, έδωσε προβάδισμα στο πανεπιστήμιο. Ο νόμος της 10ης Ιουλίου 1896 επανέφερε τα πανεπιστήμια ομαδοποιώντας τις σχολές της ίδιας πόλης. Εφάρμοσε μια πολιτική σύστασης καθηγητικών εδρών και ένα ενδιαφέρον πρόγραμμα οικοδόμησης σε όλη τη Γαλλία: η πλειοψηφία των κεντρικών πανεπιστημίων ανάγεται σ’ αυτή την εποχή: η επανίδρυση της Σορβόννης, της Λιλ, της Λυών, της Μασσαλίας, της Τουλούζης, του Μπορντώ.....

Στις αρχές του 20ού αιώνα, η ζυγαριά έκλινε προς την πλευρά των Σχολών: το Κράτος, έχοντας εκβιομηχανιστεί, αναζητούσε στις Σχολές τον τεχνικό πυρήνα, καθόσον τα πανεπιστήμια δεν είχαν τους πόρους να διαμορφώσουν την καινούργια ελίτ: είχαν ουσιαστικά επικεντρωθεί στη διαμόρφωση των δασκάλων της μέσης εκπαίδευσης.

 

Η μεταπολεμική περίοδος

Μετά το 1945, ο διαχωρισμός είχε επιδεινωθεί. Το Κράτος, από δώ και στο εξής, επέλεγε όλους τους ανώτερους λειτουργούς του από κάποιες Ανώτατες Σχολές, όπως η Εθνική Σχολή Διοίκησης, και όχι με βάση τους πανεπιστημιακούς τους τίτλους. Πρέπει, ακόμη, να επισημανθεί μια άλλη ιδιαιτερότητα στη Γαλλία: οι μεγάλοι οργανισμοί έρευνας αναπτύσσονταν εκτός πανεπιστημίου: το C.N.R.S. (Εθνικό Κέντρο Επιστημονικής Έρευνας) που ήταν ο πιο σημαντικός οργανισμός, το CEA (Κέντρο Ατομικής Ενέργειας), το INRA (Εθνικό Ινστιτούτο Αγρονομικής Έρευνας) το INSERM (Εθνικό Ινστιτούτο Υγείας και Ιατρικής Έρευνας), κ.λπ.

Η ίδρυση του CNRS, το 1945, αποσκοπούσε στο συνδυασμό της επιστημονικής έρευνας με την έρευνα που απέφερε πόρους. Όμως, αυτό είχε ως αποτέλεσμα, όπως σημειώνει ο Alain RENAUT (2002), «να μεταφερθεί, σε μεγάλο βαθμό, η έρευνα αιχμής έξω από τα πανεπιστήμια. Δεν είναι, λοιπόν, τυχαίο ότι, τουλάχιστον μέχρι το 1970, στη Γαλλία, όλες οι σπουδαίες επιστημονικές καινοτομίες πραγματοποιήθηκαν εκτός πανεπιστημίων: η ποσοτική μηχανική στο Κέντρο πυρηνικών σπουδών στο Saclay, η μοριακή βιολογία στο Ινστιτούτο Pasteur, οι κοινωνικές επιστήμες στο EHESS (Σχολή Ανωτάτων Σπουδών στις Κοινωνικές Επιστήμες), η τεκτονική των πλακών στο Ινστιτούτο Φυσικής, η μαθηματική οικονομία στο INSEE –για να μην αναφερθούμε και στις τεχνικές διοίκησης που άκμασαν μέσα στις Ανώτατες Οικονομικές Σχολές». Παρόλο που οι πανεπιστημιακοί, ιδιαίτερα αυτοί των «σκληρών» επιστημών», δουλεύουν (χωρίς ανταμοιβή) στα εργαστήρια του CNRS, αυτός ο θεσμικός διαχωρισμός είναι ιδιαίτερος στη Γαλλία. Έχει συνέπειες στην έρευνα που γίνεται στο πανεπιστήμιο, και ιδιαίτερα στη διάρθρωση, στον ίδιο χώρο, διδασκαλίας και έρευνας, αφενός, και στη διαφορετική κατανομή πόρων ανάμεσα στα εργαστήρια που ανήκουν ή συνδέονται με το CNRS και σ’ αυτά του πανεπιστημίου, αφετέρου.

Μέσα σε 40 χρόνια, η θέση της έρευνας μέσα στα πανεπιστήμια βελτιώθηκε με τη δημιουργία των DEA (Διπλώματα σπουδών) και, αργότερα, των Μεταπτυχιακών Σχολών. Υπάρχουν και σήμερα κάποιες πανεπιστημιακές ομάδες έρευνας στο CNRS, αλλά, όπως παρατηρεί ο Alain RENAUT, «από πολλές απόψεις, το πανεπιστήμιο, που απογυμνώθηκε από τις Σχολές της πιο «πρακτικής» του λειτουργίας (της εξασφάλισης της επιλογής της ελίτ), έχασε και ένα μέρος της «θεωρητικής» του λειτουργίας (της συνεισφοράς στη δημιουργία της γνώσης) με την εμφάνιση αυτόνομων χώρων έρευνας».

 

2. 40 χρόνια αλλαγών.....χωρίς θεμελιώδεις μεταρρυθμίσεις

 

Ο νόμος Faure, που πέρασε την επόμενη των γεγονότων του Μάη του 1968, καθιέρωσε το ουσιαστικό χαρακτηριστικό των σημερινών πανεπιστημίων στη Γαλλία: τη λειτουργία πανεπιστημίων (όχι με βάση τις Σχολές) αποτελούμενων από διαφορετικές μονάδες Διδασκαλίας και Έρευνας (οι μονάδες Διδασκαλίας και Έρευνας έγιναν μονάδες Διάπλασης και Έρευνας) και, κυρίως, την αυτονομία των πανεπιστημίων.Το κύρος, όμως, των παλιών Σχολών είναι ακόμη και σήμερα πολύ μεγάλο και τα πανεπιστήμια παραμένουν χωρισμένα σε διάφορες επιστήμες.  Είναι αναγκαίο, στο μεταξύ, να παρατηρήσουμε ότι, τα τελευταία χρόνια, εμφανίστηκαν γνήσιες πανεπιστημιακές πολιτικές που γεφύρωσαν τα επιστημονικά χάσματα. Ο νόμος Faure ενέταξε το πανεπιστήμιο σε μια μοντέρνα προοπτική επιμένοντας στην αυτονομία, στη συμμετοχή (όλων των μελών, συμπεριλαμβανομένων και των φοιτητών στα συμβούλια) και στην πολυεπιστημονικότητα.

Ο νόμος Savary (1984) διεύρυνε τις αποστολές των πανεπιστημίων και έδωσε έμφαση στην αποκέντρωση και την αυτονομία τους. Προχώρησε επίσης σε αλλαγές στη διάρθρωση: κατάργησε το σώμα των βοηθών, και δημιούργησε το σώμα των δασκάλων διαλέξεων. Σήμερα, υπάρχουν 88.000 διδάσκοντες στα δημόσια ανώτατα ιδρύματα από τους οποίους το 35% είναι καθηγητές και το 65% δάσκαλοι διαλέξεων. 

Πρέπει, όμως, να σημειώσουμε ότι οι νόμοι του Faure και του Savary επέτρεψαν την ανάπτυξη επαγγελματικών σχολών έξω από το πανεπιστήμιο (Ανώτατες Σχολές, εμπορικές σχολές, παραϊατρικές, κοινωνικής απασχόλησης...) αλλά και μέσα στο πανεπιστήμιο, όπου οι σχολές αυτές ήταν λιγότερο ή περισσότερο αυτόνομες (IUFM για τις σπουδές των δασκάλων, Πανεπιστημιακά Ινστιτούτα Τεχνολογίας, Επαγγελματικά Πανεπιστημιακά Ινστιτούτα, κ.λπ.). Απ’την άλλη, το CNRS παρέμεινε ο κύριος ερευνητικός οργανισμός στη Γαλλία, θεσμικά διαχωρισμένος από το πανεπιστήμιο.

Οι δυσκολίες στο πανεπιστήμιο στη Γαλλία οφείλονταν, σε μεγάλο βαθμό, σ’αυτόν τον καταμερισμό των εργασιών χωρίς να έχει γίνει μια πραγματική μεταρρύθμιση στην ανώτατη εκπαίδευση. Το πανεπιστήμιο αποχωρίστηκε  από ουσιαστικές λειτουργίες προς όφελος ινστιτούτων που λειτουργούσαν παράλληλα, Ανώτατων Σχολών και μεγάλων επιστημονικών οργανισμών. Ήταν παραμελημένο και αγνοημένο από τη διοίκηση, και αυτή η κατάσταση είχε αρνητικό αντίκτυπο στις συνθήκες λειτουργίας του και στις δυνατότηες διαμόρφωσής του.

 

3. Μια ιστορία που εξηγεί το παρόν

 

Το πανόραμα που  γρήγορα θα διατρέξουμε εξηγεί την ουσία των πραγματικών δυσκολιών του πανεπιστημίου, που θα συνοψίσουμε σε τέσσερις βασικές κατηγορίες:

3.1. Το θέμα του «εκδημοκρατισμού» της ανώτατης εκπαίδευσης

Παρόλο που ο αριθμός των φοιτητών είναι σταθερός εδώ και μερικά χρόνια, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι σπούδασαν 300.000 σπουδαστές το 1960, 850.000 το 1970, και 2.200.000 το 1990, και ότι στη συνέχεια υπήρξε μια σταθερότητα. Αυτή η αύξηση ήταν πιο μεγάλη σε οργανισμούς έξω από το πανεπιστήμιο, που δεν αντιπροσωπεύουν δυναμικό μεγαλύτερο από 63% (1.300.000) στην ανώτατη εκπαίδευση.

Αυτή η κατάσταση είναι αποτέλεσμα μιας πολιτικής (της αριστερής παράταξης) ανύψωσης του επιπέδου σπουδών και εκδημοκρατισμού των σπουδών, που περιλαμβανόταν στο νόμο του 1989 για την εκπαίδευση, με περίφημο στόχο ένα 80% πτυχίων το 2000». Τα αποτελέσματα ήταν μέτρια. Βέβαια, υπήρξε ένας πραγματικός εκδημοκρατισμός όσον αφορά την πρόσβαση στις ανώτατες σπουδές. Αν, όμως, κοιτάξει κανείς τα πράγματα από κοντά, θα διαπιστώσει ότι η επιλογή των σχολών σπουδών είναι διαφορετική ανάλογα με το κοινωνικό στρώμα, αφού οι νέοι που προέρχονται από τα μεσαία στρώματα προτιμούν επαγγελματικές σχολές ή τεχνολογικά πεδία. Και, βέβαια, τα ποσοστά επιτυχίας είναι διαφορετικά ανάλογα με την κοινωνική καταγωγή: στους πρώτους κύκλους του πανεπιστημίου, τα ανώτατα επαγγέλματα απορροφούν το ένα τρίτο των φοιτητών, ενώ τα μεσαία επαγγέλματα απασχολούν το 1/5, και εργάτες  γίνονται το 1/6. Αυτές οι αποκλίσεις μελετώνται στο βαθμό που επηρεάζουν θετικά τα επίπεδα των σπουδών: στον τρίτο κύκλο, τα παιδιά των μηχανικών, των ανώτατων σωμάτων και των ελεύθερων επαγγελμάτων αποτελούν το 45% του δυναμικού, έναντι 9% των παιδιών των υπαλλήλων και 8% των παιδιών των εργατών. Οι λόγοι γι’ αυτή τη μαζική αποτυχία των μεσαίων στρωμάτων είναι η έλλειψη απ’ αυτό το νέο κοινό παιδαγωγικής προσαρμογής στο πανεπιστήμιο, η έλλειψη πληροφόρησης, προσανατολισμού και έργου γι’ αυτούς τους φοιτητές, καθώς και η πρώιμη ειδίκευση.

Όλοι οι κοινωνιολόγοι συμφωνούν ότι θα έπρεπε να υπάρχει περισσότερη ισότητα ανάμεσα στις επίλεκτες, προστατευόμενες και ακριβές σχολές του πανεπιστημίου και τις μη επίλεκτες, μη προστατευόμενες και με λιγότερο κύρος, ότι τα μέσα που παρέχονται στους φοιτητές είναι πολύ λίγα, και ορισμένοι επισημαίνουν την υποκρισία που υπάρχει σ’αυτό το αξιοκρατικό σύστημα, όπου ο καθένας πιστεύει ότι οι επιλεκτικοί μηχανισμοί και οι ανισότητες που απορρέουν από τα διπλώματα είναι νόμιμοι, και ότι μέσα στο πανεπιστήμιο οι φοιτητές χάνουν πολύ χρόνο, δύναμη και την αυτοπεποίθησή τους.

3.2. Το θέμα της έρευνας

Δεκάδες αναφορές, ακαδημαϊκές συζητήσεις, απεργίες των καθηγητών φανερώνουν ότι εδώ και είκοσι χρόνια υπήρχαν τα ίδια προβλήματα: οικονομική ανεπάρκεια των πανεπιστημιακών εργαστηρίων, διασπορά και πλεονασμός ανάμεσα στις ομάδες, γραφειοκρατία, ανεπάρκεια θέσεων για τους νέους ερευνητές, αξιολόγηση των ερευνητών με βάση τις ατομικές δημοσιεύσεις, απουσία σύνδεσης με εταιρείες, κ.λπ.

Η Γαλλία ζει, όπως όλες οι «αναπτυγμένες» χώρες, ριζικές αλλαγές στη χρηματοδότηση της έρευνας, αφού μειώνονται οι δημόσιες επιχορηγήσεις και αυξάνονται αυτές των επιχειρήσεων: τα ποσοστά γίνονται αντίστοιχα από 49% και 51% το 1967, 38%  και 62% (BARRE 2000).

Οι διάφοροι υπουργοί που διαδέχονταν ο ένας τον άλλον ενθάρρυναν την έρευνα που είχε εφαρμογή στις επιχειρήσεις σε βάρος της θεωρητικής έρευνας που γινόταν στα πλαίσια της δημόσιας έρευνας.

Ας σημειώσουμε, στο μεταξύ, την πρόσφατη ίδρυση της ANR (Εθνικό Πρακτορείο Έρευνας) που έχει σαν σκοπό να διανείμει σε ερευνητικά έργα  όλα τα δημόσια κεφάλαια που προορίζονται για έρευνα. Θα είναι ενδιαφέρον να αναλύσει κανείς, σε λίγα χρόνια, τις συνέπειες αυτής υπερ-δομής στην έρευνα στη Γαλλία, ιδιαίτερα στο χώρο των ανθρωπιστικών και κοινωνικών επιστημών.

3.3. Η «εξουσία ελέγχου» και η αυτονομία των πανεπιστημίων

Eίδαμε ότι η ναπολεόντεια οργάνωση δε συνήθισε τα πανεπιστήμια στο να αποκτούν την αυτονομία τους και να εφαρμόζουν αυθεντικές πολιτικές δημιουργίας σχολών. Παρόλο που ο θεσμός των τετραετών συμβολαίων με το Κράτος επέτρεψε εδώ και 15 χρόνια να αρχίσει να υπάρχει μια πολιτική δημιουργίας σχολών, αυτή η αυτονομία είναι δύσκολο να εφαρμοστεί εφόσον οι θέσεις των διδασκόντων και ο προϋπολογισμός καθορίζονται από το Υπουργείο. Η εφαρμογή του εξελικτικού σχεδίου της Μπολώνιας, του επονομαζόμενου στη Γαλλία «LMD» λειτουργεί ως μάρτυρας : τα πανεπιστήμια έπρεπε να παρουσιάσουν μέσα στο τετραετές συμβόλαιο τη δική τους «προσφορά διάρθρωσης» στο Υπουργείο Παιδείας, το οποίο δεχόταν (ή όχι) να χρηματοδοτήσει τα καινούργια διπλώματα που παρουσιάζονταν μέσα στο σχήμα «LMD». Οι αντιδράσεις των σχολών ήταν διαφορετικές: η πλειοψηφία των θετικών πανεπιστημίων και των Ανώτατων Σχολών εξυπηρετούνταν από τη μεταρρύθμιση ώστε να μπορούν να συνεργάζονται σε εθνικό και διεθνές επίπεδο, ενώ τα πανεπιστήμια των γραμμάτων και των ανθρωπιστικών και κοινωνικών επιστημών είχαν πολλές δυσκολίες να υλοποιήσουν ένα κοινό έργο.

3.4. Τα αποτελέσματα της δημιουργίας του ευρωπαϊκού χώρου ανώτατης εκπαίδευσης

Το μέγεθος και η πολυπλοκότητα του εκπαιδευτικού συστήματος της Γαλλίας, καθώς και η διαφορετική ιστορία των διάφορων σχολών που το αποτελούσαν καθιστούσαν πολύ δύσκολη την εφαρμογή του εξελικτικού σχεδίου της Μπολώνιας. Υπάρχουν, στην πραγματικότητα, ιδρύματα που είναι εξολοκλήρου διαφορετικά:

-οι στόχοι: ενώ οι Ανώτατες Σχολές στοχεύουν στην επαγγελματικοποίηση της ελίτ, τα πανεπιστήμια φιλοξενούν όλους τους διπλωματούχους, έχουν φοιτητές, που έχοντας απορριφθεί από τις επίλεκτες σχολές, δοκιμάζουν εκεί την τύχη τους, χωρίς αληθινά σχέδια για ανώτατη εκπαίδευση,

-τα οικονομικά: τα πανεπιστήμια, έχοντας χαμηλή επιχορήγηση, έχουν χαμηλή εγγραφή, καθορισμένη από το Υπουργείο (για το 2007, 162 ευρώ το χρόνο για το δίπλωμα, 211 ευρώ για το master και 320 ευρώ για το διδακτορικό) ενώ οι Ανώτατες Σχολές ή οι Εμπορικές Σχολές, όντας ιδιωτικές, έχουν ακριβά δίδακτρα (για παράδειγμα, 11.000 ευρώ το χρόνο για ένα master στην Πολυτεχνική Σχολή, 5.000 ευρώ κατά μέσο όρο σε μια Σχολή Μηχανικών),

-ο δημόσιος μαθητής, το καταστατικό και η διάρθρωση των διδασκόντων, ο χώρος έρευνας, κ.λπ. είναι, επίσης, παράγοντες διαφοροποίησης.

Αυτό που πρέπει να κρατήσουμε είναι ότι η εφαρμογή του εξελικτικού σχεδίου της Μπολώνιας ενέχει τον κίνδυνο να ενταθούν αυτές οι διαφορές. Κάποια ιδρύματα, συνηθισμένα στον ανταγωνισμό, αποδέχονται τη μεταρρύθμιση για να επιβιώσουν....αλλά και για να προτείνουν στους φοιτητές επαγγελματικές δομές ποιότητας. Απ’ την άλλη, ιδιαίτερα στα πανεπιστήμια, δεν έχουν καταλάβει τις αλλαγές, δεν ξέρουν και δεν μπορούν να αντιδράσουν.

Εξαιτίας των μεταρρυθμίσεων των δομών της εκπαίδευσης (Ανώτατες Σχολές και πανεπιστήμια) και της έρευνας (μεγάλοι οργανισμοί και πανεπιστήμια), τα γαλλικά πανεπιστήμια δεν είναι σήμερα σε θέση να εξασφαλίσουν την ουσιαστική αποστολή τους.