H  ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΩΝ ΙΤΑΛΩΝ ΣΤΑ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΑ

ΤΗΝ ΠΡΩΤΗ ΠΕΡΙΟΔΟ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑΣ ΤΟΥΣ  1912-1917 

ΚΑΙ Η ΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΕΘΝΟΤΗΤΩΝ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ ΤΗΣ ΡΟΔΟΥ

 

 

Σταύρος ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

Υπ. Δρ. Παν/μίου Αιγαίου

 

Αναστάσιος  Κοντaκος

Αν. Καθηγητής Τ.Ε.Π.Α.Ε.Σ. Παν/μίου Αιγαίου

 

Χρήστος Γκoβαρης

 Λέκτορας Παν/μίου Αιγαίου

 

 

ABSTRACT

 

In  May  in 1912, when the  Italian  general  Giovanni Ameglio conquered  Rhodos, a new page was turned in the history of Dodecanese.Initially the Italians claimed that their conquest on the islands would be temporary. Nevertheless they changed their attitude in a short time and their aim was the permanen possession of the islands.In order to attain their objective,they aimed at Italianizing the islands.

      In our presentation we look into and analyse the Italian educational policy during the first period 1912-1917.Using material which we have obtained from the General Dodecanese Records,the Historical Dodecase Records and the Public library of Rhodos,we present the Italians changes,adjustments and differentations in education during this period.

We focus our interest on the city of Rhodos,which was multicultural society.Trere were three nationalities in the city of Rhodos, the Greeks, the Turkish and the Hebrews. Each nationality had its own education and its own schools. We present and anlyse how each nationality reacted to the Italians measures and we try to explain and give reasons for this reaction.

 

 

ΟΙ ΙΤΑΛΟΙ ΚΑΤΑΚΤΟΥΝ ΤΑ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΑ

 

Στις 5 Μαΐου 1912 ανοίγει μια νέα σελίδα στην ιστορία της Δωδεκανήσου. Ο Ιταλός  αντιστράτηγος Giovanni Ameglio, καταλαμβάνει τη Ρόδο και εκτός από αρχηγός του εκστρατευτικού σώματος, ορίζεται διοικητής των νησιών. Τα νησιά αλλάζουν κατακτητή και τη θέση των Τούρκων παίρνουν οι Ιταλοί, οι οποίοι παρέμειναν στα Δωδεκάνησα περισσότερο από 30 χρόνια (Μάιος 1912 – Σεπτέμβριος 1943) και στην παρουσίασή μας θα ασχοληθούμε με την πολιτική που ακολούθησαν οι Ιταλοί στην εκπαίδευση τα πρώτα πέντε χρόνια της κυριαρχίας τους, δηλαδή τα έτη 1912 – 1917.

Η κατάληψη των Δωδεκανήσων έγινε σχετικά εύκολα και χωρίς πολλές απώλειες  από τη μεριά των Ιταλών. Οι Έλληνες πίστεψαν αρχικά αυτό που διακήρυτταν οι Ιταλοί, ότι η παραμονή τους θα ήταν προσωρινή και ότι από ένα καθεστώς αυτονομίας τα νησιά θα ενσωματώνονταν στην Ελλάδα. Η κατάληψη της Δωδεκανήσου ήταν αποτέλεσμα του ιταλοτουρκικού πολέμου (1911 – 1912) και οι αντιμαχόμενες πλευρές συμφώνησαν ότι τα Δωδεκάνησα έπρεπε να επιστραφούν στην Τουρκία, όταν η Τουρκία θα είχε παραιτηθεί από την Τριπολίτιδα και την Κυρηναϊκή.

Στην πενταετία 1912 – 1917 τα Δωδεκάνησα ως κτήση υπόκειντο σε ειδικές διατάξεις  και η διοίκηση της περιοχής δεν υπαγόταν στο Υπουργείο Αποικιών, αλλά στο Υπουργείο Εξωτερικών. Την πενταετία αυτή τα νησιά είχαν 4 στρατιωτικούς ως διοικητές, ενώ αργότερα οι διοικητές είναι πρόξενοι, πρεσβευτές και τη στρατιωτική διοίκηση διαδέχεται η πολιτική διοίκηση.

Στην παρουσίασή μας θα εξετάσουμε την εκπαιδευτική πολιτική των Ιταλών και εστιάζουμε στην πόλη της Ρόδου, λόγω του πολυπολιτισμικού της χαρακτήρα. Χρησιμοποιήσαμε την ερμηνευτική μέθοδο τεκμηρίων ιστορίας και τα τεκμήρια τα αντλήσαμε από τα Γ.Α.Κ. νομού Δωδεκανήσου, από το ιστορικό αρχείο Δωδεκανήσου, από τη Δημόσια βιβλιοθήκη Ρόδου. Τα Δωδεκάνησα το 1912 είχαν πληθυσμό 150.000 περίπου κατοίκους, και από αυτούς 140.000 ήταν Έλληνες, 6.500 Τούρκοι και 3.500 Εβραίοι. Στη Ρόδο κατοικούσαν 38.500 περίπου κάτοικοι που διαιρούνταν εθνολογικά σε 28.000 Έλληνες, 6.500 – 7.000 Τούρκους και 3.500 Εβραίους. Το σύνολο των Εβραίων κατοικούσε στην πόλη της Ρόδου και από τo σύνολo των Τούρκων, οι 5.300 κατοικούσαν στην πόλη και 1.200 σε μερικά χωριά, ενώ η συντριπτική πλειοψηφία των κατοίκων των χωριών ήταν Έλληνες. Έχουμε τρεις διαφορετικές εθνότητες, Έλληνες, Τούρκους, Εβραίους, οι οποίοι ζούσαν στην πόλη της Ρόδου. Κάθε εθνότητα έχει τη δική της εκπαίδευση, τα δικά της σχολεία. Θα εξετάσουμε τα μέτρα, τις ρυθμίσεις και τις διαφοροποιήσεις που εφάρμοσαν οι Ιταλοί στην παιδεία και το πώς αντέδρασε η κάθε εθνότητα και θα προσπαθήσουμε να εξηγήσουμε την αντίδραση αυτή.

 

Η ΙTΑΛΙΚΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤIΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ 1912-1917

 

Οι Ιταλοί ενώ αρχικά είχαν δηλώσει ότι προσωρινά κατέχουν τα νησιά, η στάση τους πολύ γρήγορα διαφοροποιήθηκε και έδειξαν από την αρχή σχεδόν ότι δεν είχαν έρθει για να φύγουν αλλά αντίθετα σκόπευαν να παραμείνουν για πάντα. Από το Μάιο του 1912 μέχρι τον Οκτώβρη 1912 δεν είχαμε ιδιαίτερα  προβλήματα στον τρόπο διοίκησης και άσκησης εξουσίας από τη μεριά των Ιταλών. Από την μεριά των Ελλήνων η «περίοδος χάριτος» που είχαν δώσει στους Ιταλούς έληξε και αυτό γιατί κατάλαβαν ότι η κυριαρχία των Ιταλών κάθε άλλο παρά προσωρινή ήταν. Ο στόχος των Ιταλών ήταν ένας: ο εξιταλισμός των νησιών και αυτό το στόχο ήθελαν να υλοποιήσουν από την αρχή της κυριαρχίας τους στην περιοχή.

Οι Δωδεκανήσιοι λοιπόν γνώρισαν μέρες έντονης καταπίεσης, διώξεων και εξοριών το διάστημα από τον Οκτώβρη 1912 ως το Σεπτέμβρη 1913.

Οι Ιταλοί επέβαλαν απαγορεύσεις και έλεγχους στις αναχωρήσεις και αφίξεις Ελλήνων. Υπήρχε λογοκρισία, απαγορεύτηκε η κυκλοφορία ελληνικών εφημερίδων και η εφημερίδα «Νέα Ρόδος» δεν επιτρεπόταν να γράφει για τις νίκες των Ελλήνων στους Βαλκανικούς πολέμους.

Στο στόχαστρο των Ιταλών, με άμεση προτεραιότητα ήταν ο τομέας της Παιδείας. Ο Ameglio θα αρχίσει τις διώξεις των διανοουμένων και κυρίως των εκπαιδευτικών. Χαρακτηριστικό είναι ότι παρακολουθούσε και ήλεγχε την αλληλογραφία του φιλόλογου και διευθυντή του Βενετοκλείου Γυμνασίου, Δημήτριου Αναστασιάδη (1913), τον οποίο εξόρισε αργότερα. Έχουμε απελάσεις σ’ όλη τη Δωδεκάνησο το διάστημα Φεβρουάριου - Μαΐου 1913. Οι απελαθέντες ήταν επιφανή μέλη της Δωδεκανησιακής κοινωνίας, είχαν πανεπιστημιακή ή ανώτερη μόρφωση και επρόκειτο κυρίως για γιατρούς, καθηγητές, κληρικούς, δασκάλους, δικηγόρους. Ο Ameglio, αποδυνάμωνε θεσμούς όπως η δημογεροντία και η εκκλησία.

Από το 1913 οι Ιταλοί οραματίζονται την ίδρυση Πανεπιστημίου στη Ρόδο με σχολές Ιατρικής και πολιτικών μηχανικών για να μπορέσει η Ιταλία να συναγωνιστεί την πολιτιστική επιρροή της Αγγλίας και της Γαλλίας στη Μέση Ανατολή. Η ιδέα επανήλθε αργότερα από το διοικητή Mario Lago (1923) χωρίς να πραγματοποιηθεί ποτέ.

Στις 23 Σεπτεμβρίου 1914 ο Ιταλός διοικητής ανακοίνωσε στην κεντρική εφορία των σχολών έγγραφο με θέμα: «περί ανοίξεως των σχολείων» και κατέκρινε τις ελληνικές εκπαιδευτικές αρχές επειδή δεν συνεμορφώθηκαν με διαταγή του που αναφερόταν στις συνθήκες υγιεινής των σχολείων.

Το ίδιο έτος ο διοικητής Giovanni La Croce απαγορεύει την αποβίβαση εκπαιδευτικών από την Ελλάδα. Με ενέργειες του μητροπολίτη Αποστόλου Τρύφωνος η διαταγή ανεστάλη. Όμως ο κύριος στόχος ήταν η διδασκαλία της Ιταλικής γλώσσας στα σχολεία. Δεν ήταν δυνατό να επιτευχθεί ο εξιταλισμός των νησιών χωρίς οι κάτοικοι να μιλούν την ιταλική. Το 1915 γίνεται το πρώτο βήμα για τη διδασκαλία της ιταλικής γλώσσας με την ίδρυση νυχτερινών σχολείων σε διάφορα μέρη του νησιού. Τα σχολεία αυτά προκάλεσαν προβλήματα γιατί αρκετοί μαθητές ωθούμενοι από διάφορους λόγους (έλλειψη διδάκτρων, συνδυασμός με την πρωινή εργασία)εγκατέλειψαν τα κοινοτικά σχολεία και κατέφυγαν στα Ιταλικά. Tο 1916 η Ιταλική διοίκηση διόρισε επόπτη όλων των σχολείων της Δωδεκανήσου τον αρχαιολόγο Amedeo Maiuti. Ο επόπτης αρνείται το διορισμό του καθηγητή Γαλλικών και εγκρίνει μόνο το διορισμό γυμνασιάρχη στο Βενετόκλειο Γυμνάσιο.

Στις 20 Σεπτεμβρίου 1916 ιδρύθηκε με την υποστήριξη της διοίκησης παράρτημα της μορφωτικής εταιρείας Dante Alighieri. Η Dante Alighieri άνοιξε διάφορα σχολεία στη Ρόδο με σκοπό τη διάδοση της ιταλικής γλώσσας και πολιτισμού. (τεκμήριο 1).

Το ίδιο έτος διορίζεται στο Βενετόκλειο καθηγητής της Ιταλικής γλώσσας ο Ιωάννης Μακρής. Διπλωματούχοι δάσκαλοι που είχαν έλθει από την Ιταλία, καθώς και αξιωματικοί και υπαξιωματικοί του στρατού ανέλαβαν διδακτικό έργο. Συνολικά το 1916 – 1917 τα Ιταλικά παρακολούθησαν 2.353 μαθητές. Το 1917 ο διοικητής Croce εκφράζει την ευαρέσκειά του για την εισαγωγή της Ιταλικής γλώσσας στο «Βενετόκλειο» Γυμνάσιο. (τεκμήριο 2)

 

ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΣΧΟΛΕΙΑ

 

Στο νησί της Ρόδου υπήρχαν πολλά ελληνικά σχολεία την πρώτη περίοδο της Ιταλοκρατίας. Στην πόλη της Ρόδου, είχαμε σχολεία δημοτικής και μέσης εκπαίδευσης. Στη δημοτική, εκπαίδευση, λειτουργούσαν τρία σχολεία: 1) η «Αστική Σχολή», 2) το «Καζούλλειο» «Παρθεναγωγείο» και 3) η τετρατάξιος «Αμαράντειος Σχολή» στο Νιοχώρι. Υπήρχε ακόμη ένα δημοτικό σχολείο στη συνοικία των Αγίων Αναργύρων και σε κάθε μια από τις επτά συνοικίες της πόλης της Ρόδου υπήρχε και ένα νηπιαγωγείο.

Η λειτουργία του «Καζούλλειου» Παρθεναγωγείου είχε σκοπό να παράσχει στην ροδιακή κοινωνία: α) «ανώτερη μόρφωση στο γυναικείο κόσμο της Ρόδου» και β) διδασκάλισσες για την ύπαιθρο και τα γύρω νησιά». Οι μαθήτριες της Α΄ τάξης πλήρωναν 6 φράγκα και στην Στ΄ τάξη 30 φράγκα. Το 1914 φοιτούσαν στο Παρθεναγωγείο 201 μαθήτριες. Η λειτουργία της Αστικής Σχολής είχε στόχο να παράσχει στη Ροδιακή κοινωνία μορφωμένους πολίτες. Στην πρώτη φάση της Ιταλικής κατοχής η Αστική Σχολή είχε 210 μαθητές. Το σχολείο των Αγίων Αναργύρων λειτούργησε το 1916 με δύο μόνο τάξεις, δευτέρα και τρίτη και πρόκειται για δημοτικό σχολείο της περιοχής αυτής. Το 1916 το Παρθεναγωγείο αναβαθμίζεται και γίνεται Ανώτερο Παρθεναγωγείο και λειτουργούσε με 8 τάξεις, με 234 μαθήτριες και 5 δασκάλες. Η Αστική Σχολή την ίδια χρονιά είχε 6 τάξεις, με 220 μαθητές και 3 δασκάλους, η Αμαράντειος είχε 6 τάξεις, 183 μαθητές και 4 δασκάλους. Το 1915-1916 λειτουργούσε και νυχτερινό σχολείο στην πόλη της Ρόδου.

Στη μέση εκπαίδευση υπήρχε το «Βενετόκλειο» Γυμνάσιο. Το Βενετόκλειο Γυμνάσιο εγκαινιάστηκε το 1910 και η Ιταλική κατοχή βρήκε το σχολείο σε πλήρη λειτουργία. Το 1913 το Βενετόκλειο είχε 109 μαθητές και θα πρέπει να σημειώσουμε ότι το Βενετόκλειο αποτέλεσε την πρώτη εικοσαετία του 20ου αιώνα τη βάση της εκπαίδευσης στη Ρόδο. Στο Βενετόκλειο παρείχετο ιατρική περίθαλψη στους μαθητές του. Το 1914 το Υπουργείο Παιδείας της Ελλάδας τοποθετεί γυμνασιάρχη στο Βενετόκλειο τον φωτισμένο εκπαιδευτικό Τρύφωνα Ευαγγελίδη και την ίδια χρονιά πληροφορούμαστε ότι λόγω οικονομικών δυσκολιών αυξάνονται τα δίδακτρα των μαθητών. Το 1915 υπάρχει ωρολόγιο πρόγραμμα με 35 ώρες διδασκαλίες εβδομαδιαίως και τα μαθήματα που  διδάσκονται είναι Ιερά, Ελληνικά, Λατινικά, Γαλλικά, Μαθηματικά, Ιστορία, Φυσική, Κοσμογραφία, Γεωγραφία, Γυμναστική και Μουσική.

Στα χωριά της Ρόδου υπήρχαν συνολικά 42 σχολεία. Δεν υπήρχε χωριό της Ρόδου κατά την Ιταλική κατοχή που να μην είχε δικό του δημοτικό σχολείο. Το 1913 θεσπίζεται η υποχρεωτική φοίτηση στο δημοτικό σχολείο. Από τα 42 συνολικά χωριά του νησιού μόνο δέκα μικρές κοινότητες είχαν τετρατάξια δημοτικά σχολεία και οι υπόλοιπες 32 συντηρούσαν εξατάξια δημοτικά σχολεία. Τα κτίρια ανήκαν στην κοινότητα ή στην Εκκλησία. Για την ομαλή λειτουργία των σχολείων το νησί χωρίστηκε σε 4 εκπαιδευτικές περιφέρειες.

Την ευθύνη της λειτουργίας των σχολείων είχε η Κεντρική Εκπαιδευτική Επιτροπή. Παράλληλα υπήρχαν η Εκκλησιαστική Επιτροπή, η Μοναστηριακή Επιτροπή και η Δωδεκαμελής Δημογεροντία που εκλεγόταν από την Παρροδιακή Συνέλευση. Επικεφαλής της Κεντρικής Επιτροπής ήταν ο μητροπολίτης Ρόδου Αποστόλου Τρύφωνος. Η Εκπαιδευτική Επιτροπή ασκούσε δικαιώματα Υπουργείου Παιδείας, τηρούσε μητρώο δασκάλων, διόριζε επόπτες και επέβλεπε την εκπαίδευση στο νησί. Η εφορία πλήρωνε τους δασκάλους και επέβλεπε την πιστή εφαρμογή του σχολικού προγράμματος που στηριζόταν στο πρόγραμμα του Ελληνικού Υπουργείου Παιδείας. Τ ο 1915 υπηρετούσαν στη Ρόδο 110 δάσκαλοι, το 1916 υπηρετούσαν 101 δάσκαλοι. Το 1916 η Κεντρική Επιτροπή πέτυχε να αναλάβει εξ’ ολοκλήρου η κοινότητα τη μισθοδοσία του δασκάλου και να καταστεί η εκπαίδευση δωρεάν. Δημοσιεύτηκε ειδικός κανονισμός κοινοτικών σχολείων με σκοπό να παρέχεται δωρεάν παιδεία στους μαθητές του γυμνασίου και του Παρθεναγωγείου και να τροφοδοτείται με βιβλία η ροδίτικη νεολαία.

 


ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΙΚΑ ΣΧΟΛΕΙΑ

 

Όπως έχουμε αναφέρει δεύτερη κοινότητα σε πληθυσμό και στο νησί της Ρόδου αλλά και στην πόλη της Ρόδου ήταν η τουρκική κοινότητα. Επικεφαλής της κοινότητας ήταν ο Καδής, ο οποίος είχε πολλές δραστηριότητες και καθήκοντα όπως πρόεδρος Ιεροδικείου, εκδίκαζε υποθέσεις διαφορών σχετικές με διαζύγια, διατροφές, κληρονομιές. Ακόμα ήταν αυτός που διόριζε τους ιμάμηδες. Υπήρχε ένα συμβούλιο που αποτελούνταν από είκοσι ένα άτομα, εκλεγόταν κάθε διετία και ρύθμιζε τις υποθέσεις της μουσουλμανικής κοινότητας.

Την εποχή στην οποία αναφερόμαστε η τουρκική κοινότητα της Ρόδου συντηρούσε στο νησί της Ρόδου τα εξής σχολεία:

Α) Σχολεία αρρένων μέσης και δημοτικής εκπαίδευσης με 8 τάξεις και συνολικά 344 μαθητές. Η διδακτέα ύλη ήταν κυρίως θρησκευτικού περιεχομένου δηλαδή ανάγνωση του Κορανίου, ηθική του Κορανίου, αλλά περιλάμβανε και τουρκική γραμματική, αραβικά, επιστήμες, αριθμητική, ιστορία και γεωγραφία.

Β) Υπήρχαν σχολεία θηλέων μέσης και δημοτικής εκπαίδευσης με 7 τάξεις και 340 μαθήτριες συνολικά. Η ύλη των σχολείων αυτών δεν παρουσίαζε βασικές διαφορές σε σχέση με τα σχολεία αρρένων. Τα κορίτσια διδάσκονταν ανάγνωση του Κορανίου, γραφή, καλλιγραφία, τουρκική γραμματική, εφαρμοσμένες επιστήμες, ιστορία, γεωγραφία.

Αυτά τα σχολεία υπήρχαν στην πόλη της Ρόδου. Υπήρχαν όμως και μερικά σχολεία σε διάφορες περιοχές του νησιού της Ρόδου. Στις περιοχές αυτές υπήρχε συμπαγής τουρκικός πληθυσμός. Τέτοια σχολεία υπήρχαν στο χωριό. 1) Aσγούρου με μια δασκάλα, 3 τάξεις και 50 μαθητές. 2) Στην περιοχή Κάτω Καλαμώνα με έναν δάσκαλο, 2 τάξεις και 10 μαθητές. 3) Στην περιοχή Κανδηλί με έναν δάσκαλο, 3 τάξεις και 25 μαθητές και τέλος 4) Στην περιοχή της Ιξιάς με ένα δάσκαλο, 3 τάξεις και 40 μαθητές. Συνολικά σ’ αυτά τα σχολεία έχουμε 4 δασκάλους και 125 μαθητές.

 


ΕΒΡΑΪΚΑ ΣΧΟΛΕΙΑ

 

Η εκπαίδευση των εβραίων της Ρόδου οφείλεται στην Aliance Israelite Universelle και σε δωρεές πλουσίων εβραίων. Η Aliance Israelite Universelle (AIU) ήταν μια οργάνωση που συστήθηκε το 1860 με έδρα το Παρίσι. Σκοπός της ήταν η εκπαίδευση και η ηθική ανύψωση των νεαρών Εβραίων. Ίδρυσε σχολεία στην Ανατολική Μεσόγειο, όπου φοίτησαν χιλιάδες εβραιόπουλα. Από το 1865 άρχισε η λειτουργία σχολείων της Alliance σε 10 εβραϊκές κοινότητες της Ελλάδος. Το 1901 λοιπόν η ΑΙU ανέλαβε την επιχορήγηση και λειτουργία του μοναδικού εβραϊκού σχολείου της Ρόδου. Τα μαθήματα γίνονταν στο πρώτο κοινοτικό δημοτικό σχολείο και φοιτούσαν μόνο αγόρια. Μετά από δύο χρόνια (1903) η εβραϊκή κοινότητα λειτούργησε και ένα σχολείο για κορίτσια, γιατί έβλεπε πώς ήδη μερικές εβραιοπούλες φοιτούσαν στο σχολείο των Γάλλων αδελφών και μάλιστα δωρεάν. Ίδρυσαν λοιπόν και σχολείο θηλέων, το οποίο την πρώτη χρονιά λειτουργίας του είχε εκατό μαθήτριες.

Τα κτίρια που στεγάζονταν τα σχολεία ήταν ακατάλληλα, αλλά και η εβραϊκή κοινότητα δεν είχε πόρους. Μετά από δωρεές πλουσίων εβραίων, οι οποίοι επισκέπτονταν τη Ρόδο για τουρισμό, κτίστηκε το 1905 στην εβραϊκή συνοικία της πόλης διώροφο σχολείο, το ισόγειο του οποίου ήταν για τα αγόρια, ενώ το υπόλοιπό ήταν για τα κορίτσια. Το 1908 φοιτούσαν 144 μαθητές και 131 μαθήτριες εκ των οποίων οι περισσότεροι δωρεάν μια και η Aliance επιδοτούσε αυτά τα σχολεία.

Τα πρώτα χρόνια της Ιταλοκρατίας υπήρχαν και δύο μικτά νηπιαγωγεία με 4 τμήματα και 6 δασκάλους και 130 παιδιά. Θα πρέπει να σημειώσουμε ότι υπήρχε και βιβλικό σχολείο «yeshiva», όπου οι μαθητές μπορούσαν να φοιτούν επί πλέον του κανονικού σχολείου για τη θρησκευτική τους εκπαίδευση. Οι θρησκευτικοί ηγέτες των εβραίων ήταν αντίθετοι προς τα σχολεία ευρωπαϊκού τύπου.

Τα σχολεία της AIU χρησιμοποιούσαν ως γλώσσα διδασκαλίας τη γαλλική και λειτουργούσαν με γαλλικά προγράμματα μαθημάτων, περιλάμβαναν όμως και τη διδασκαλία της τουρκικής γλώσσας.

 


Η ΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΕΘΝΟΤΗΤΩΝ ΣΤΑ ΜΕΤΡΑ ΤΩΝ ΙΤΑΛΩΝ

 

Αναφέραμε τα μέτρα των Ιταλών στην παιδεία και στόχος ήταν η πολιτιστική αλλοτρίωση της Δωδεκανήσου. Μια αλλοτρίωση που θα επιτυγχανόταν με τη διάδοση και επιβολή της ιταλικής γλώσσας.

Οι Τούρκοι, οι πρώην εχθροί, φρόντισαν να προσαρμοστούν στην νέα κατάσταση. Ο Ameglio φέρθηκε με έξυπνο τρόπο και τελικά τους προσεταιρίστηκε. Χαρακτηριστικό είναι ότι οι πρόκριτοι της μουσουλμανικής Κοινότητας της Ρόδου υπερασπίστηκαν στην ιταλική Βουλή τον Ameglio, όταν αυτός κατηγορήθηκε από τους Έλληνες και αναφέρουν ότι σέβεται τις ελευθερίες των κατοίκων, οι οποίες κατοχυρώθηκαν με μουσουλμανικά φιρμάνια. Οι Τούρκοι δέχτηκαν αδιαμαρτύρητα τον επόπτη που τοποθέτησαν οι Ιταλοί στα μουσουλμανικά σχολεία. Τα μουσουλμανικά σχολεία τα χρηματοδοτούσε η τουρκική κοινότητα και η οθωμανική κυβέρνηση, η οποία κατέβαλε τους μισθούς των καθηγητών. Μετά το 1915 τα ανέλαβε όλα η ιταλική διοίκηση. Χαρακτηριστικό είναι ότι τα έξοδα λειτουργίας των τουρκικών σχολείων το 1915 ήταν 21.000 ιταλικές λιρέτες, ενώ το 1917 ήταν 34.000 λιρέτες μια αύξηση περίπου 60%. Οι Ιταλοί ενδιαφέρθηκαν για την ίδρυση και λειτουργία μικρών δημοτικών σχολείων στις αγροτικές μουσουλμανικές κοινότητες στο εσωτερικό του νησιού, ένα μέτρο που σίγουρα ικανοποιούσε τους Τούρκους του νησιού. Οι Τούρκοι χωρίς αντίρρηση δέχτηκαν τη διδασκαλία της ιταλικής γλώσσας στα σχολεία τους. Προτίμησαν να συνεργαστούν με τους Ιταλούς. Καταλάβαιναν ότι η «κόντρα» στις σχέσεις Ελλήνων και Ιταλών θα τους ωφελήσει, αμέσως συνεργάστηκαν με τον Ameglio και προσαρμόστηκαν  με τους Ιταλούς, αν και βρίσκονταν πριν λίγο σε εμπόλεμη κατάσταση. Πιστεύουμε ότι κύρια αιτία αυτής της συμπεριφοράς τους ήταν το γεγονός ότι πίστευαν ότι οι Ιταλοί ήταν προσωρινοί κατακτητές και ότι σε λίγο καιρό θα ομαλοποιούνταν η κατάσταση στο διεθνές διπλωματικό και στρατιωτικό πεδίο, και τα νησιά θα βρίσκονταν πάλι υπό τουρκική κατοχή.

Οι Εβραίοι περισσότερο από τους Τούρκους είχαν πλησιάσει τους Ιταλούς. Ο πρόεδρος της Εβραϊκής κοινότητας Menasce εκφράζει με έγγραφό του την εκτίμησή τους προς τον Ameglio. Οι Εβραίοι είναι ενθουσιασμένοι με καθετί Ιταλικό. Στα εβραϊκά σχολεία η διδασκαλία των ιταλικών εισάγεται χωρίς προβλήματα από το 1916. Τα εβραϊκά σχολεία χρησιμοποιούσαν τα γαλλικά ως γλώσσα διδασκαλίας και λειτουργούσαν με γαλλικά προγράμματα μαθημάτων, δίδασκαν όμως και την τουρκική γλώσσα. Το 1915, η πλειοψηφία των γονέων ζήτησαν και πέτυχαν να καταργηθεί η τουρκική και να αντικατασταθεί από την ιταλική. Εισάγεται η διδασκαλία της ιταλικής ως ξένης γλώσσας και στο γεγονός αυτό έδωσαν δημοσιότητα οι Ιταλοί. Η ιταλική εφημερίδα «Messagero di Rodi» δημοσίευσε επιστολή της ισραηλιτικής οργάνωσης Ρόδου γεμάτη θαυμασμό για την Ιταλία και την ιταλική γλώσσα (τεκμήριο 3). Ήταν πολύ μεγάλη η επιτυχία της Ιταλικής και στο σχολείο αρρένων απασχολούνταν 3 δάσκαλοι και στο θηλέων 2 δασκάλες, ενώ η γυμναστική διδάσκεται από υπαξιωματικό, που παραχώρησε η διοίκηση κατοχής. Οι Εβραίοι πίστευαν ότι τα σχολεία πρέπει να συμβαδίζουν με το γεγονός ότι βρίσκονταν σε ιταλικό έδαφος. Πιστεύουμε ότι οι Εβραίοι αντέδρασαν έτσι γιατί ήξεραν ότι είναι μια μικρή μειοψηφία, χωρίς εθνικούς στόχους και επιδιώξεις και χωρίς αντιδράσεις προσεταιρίστηκαν τους νέους κατακτητές. Ασχολούνται με το εμπόριο κυρίως και με τις τράπεζες και η νέα κατάσταση δεν τους βλάπτει καθόλου. Ο συμβιβασμός τους είναι πλήρης μιας και τα νέα μέτρα δεν τους «αγγίζουν», αντιθέτως πολλά τους ευνοούν, γιατί στρέφονται εναντίον της πλειοψηφίας που είναι οι Έλληνες. Δέχονται τα μέτρα όχι βέβαια χωρίς αντάλλαγμα. Οι Ιταλοί τους στηρίζουν, προσλαμβάνουν μόνο Εβραίους και Οθωμανούς στις δημόσιες υπηρεσίες και σε πολλές ιταλικές εταιρείες μέρος των κεφαλαίων είναι εβραϊκό όπως και το προσωπικό. Οι εβραϊκές τράπεζες της Ρόδου ανθούν και οι Εβραίοι έμποροι αναλαμβάνουν μέχρι και την προμήθεια του ιταλικούς στρατού, ενώ οι Έλληνες έμποροι οδηγούνται στη μετανάστευση.

Οι Έλληνες, αρχικά ήταν θετικοί στην αλλαγή κατακτητή και στον ερχομό των Ιταλών. Πίστευαν ότι ως Χριστιανοί και ως Ευρωπαίοι υπήρχαν κοινά στοιχεία με τους Ιταλούς σε σχέση με τους Τούρκους. Ακόμη οι ίδιοι οι Ιταλοί διακήρυτταν ότι η παραμονή τους δεν θα είχε μόνιμο χαρακτήρα. Μετά όμως από ένα τετράμηνο άρχισαν τα προβλήματα. Διώξεις, απελάσεις, εξορίες, φυλακίσεις, λογοκρισία, ήταν η τακτική που εφάρμοσαν οι Ιταλοί και προκάλεσε το μίσος των Ελλήνων. Στο χώρο της Παιδείας η αντίδραση των Ελλήνων ήταν εντονότατη. Αντιστέκονται στην εισαγωγή της ιταλικής γλώσσας της οποίας η επιβολή έγινε σταδιακά. Υπάρχει διπλή «επίθεση» των Ιταλών στην ελληνική εκπαίδευση την πενταετία αυτή. Ο πρώτος στόχος ήταν η επιβολή διδασκαλίας της ιταλικής γλώσσας και δεύτερος στόχος να τεθούν τα ελληνικά σχολεία υπό ιταλικό έλεγχο.

Κυρίαρχο ρόλο στο χώρο της εκπαίδευση διαδραμάτισε ο μητροπολίτης Ρόδου Αποστόλου Τρύφωνος  Ο μητροπολίτης  ίδρυσε το θεσμό της επαρχιακής συνέλευσης. Στόχος της συνέλευσης ήταν να αντιμετωπιστούν τα προβλήματα που έφερε η Ιταλοκρατία και να μειωθούν οι διχόνοιες μεταξύ των Ελλήνων. Ψηφίστηκε κανονισμός λειτουργίας της εθνοσυνέλευσης, ιδρύθηκε επαρχιακό ταμείο για τη λειτουργία των σχολείων, αποφασίστηκε συνεργασία της πόλης της Ρόδου με τα χωριά. Το 1915 έχουμε καταρτισμό μητρώων δασκάλων και απόφαση για οργάνωση διδασκαλικού συνεδρίου. Τον Οκτώβριο του 1915 εκδίδεται ο «Κανονισμός Σχολών τη Ελληνικής Ορθοδόξου Κοινότητας Ρόδου». Το 1916 συστήνεται ο διδασκαλικός σύλλογος  «Κλεόβουλος». Το 1916 έχουμε τη διαβάθμιση των δασκάλων και ρυθμίζονται καθήκοντα και προσόντα των εκπαιδευτικών γενικά. Στα Ελληνικά σχολεία εφαρμόστηκε ο  θεσμός του επιθεωρητή το 1915 και το 1917 ο επιθεωρητής απελάθηκε.

Οι Έλληνες, οι οποίοι ήταν η μεγάλη πλειοψηφία του πληθυσμού βρέθηκαν στο στόχαστρο των Ιταλών. Τα συμφέροντά τους και οι στόχοι τους συγκρούονταν μιας και οι Ιταλοί ήθελαν να εξιταλίσουν τα νησιά, ενώ οι Έλληνες  είχαν στόχο την ένωση με την Ελλάδα. Αντέδρασαν έντονα και οργανωμένα με κύριους φορείς την εκκλησία και τη δημογεροντία και κατάφεραν να μην επιτρέψουν την πραγμάτωση των ιταλικών σχεδίων.

Στον τομέα της παιδείας υπήρχε οργάνωση και σχέδια για την εύρυθμη λειτουργία των σχολείων, χωρίς ιδιαίτερη στήριξη από το επίσημο Ελληνικό κράτος, με αποτέλεσμα  παρόλα τα εμπόδια που προέβαλλαν οι Ιταλοί, η Εκπαίδευση να αποτελέσει ίσως το κυριότερο εμπόδιο του τελικού στόχου των Ιταλών: του εξιταλισμού της Δωδεκανήσου.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

·         Βεργωτής  Γεώργιος: «Η εκπαίδευση στο κοινό της Ρόδου κατά την Ιταλοκρατία», έκδοση ΔΙ.ΚΕ.Μ.ΜΕ. Ρόδος, 1997.

·         Σαβοριανάκης Παναγιώτης: «Νησιωτικές κοινωνίες στο Αιγαίο, η περίπτωση των Ελλήνων της Ρόδου και της Κω», εκδόσεις Τροχαλία – Δήμου Ρόδου, Αθήνα 2001.

·         Παπαϊωάννου Εμμανουήλ: «Ρόδος και Νεώτερα Κείμενα 4, Memorie Cesare Maria de Vecchi», εκδόσεις Νέα Γραμμή, Ρόδος, 1992.

·         Παπαϊωάννου Εμμανουήλ: «Ρόδος και Νεώτερα Κείμενα 8, Η εκκλησία της Δωδεκανήσου κατά την Ιταλοκρατία», εκδόσεις Νέα Γραμμή, Ρόδος, 1997.

·         Τσιρπανλής Ζαχαρίας: «Ιταλοκρατία στα Δωδεκάνησα 1912 – 1943», εκδόσεις Τροχαλία, Υπουργείο Πολιτισμού – Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων, Ρόδος, 1998.

·        Υπουργείο Εξωτερικών Υπηρεσία διπλωματικού και Ιστορικού Αρχείου, Υπουργείο Εθνικής Παιδεία και Θρησκευμάτων ΓΑΚ – Αρχεία Νομού Δωδεκανήσου: «Αρχείο Ιταλική Διοίκησης Δωδεκανήσου 1912 – 1945», Αθήνα, 2002.

·       Ευθυμίου Μαρία: «Εβραίοι και Χριστιανοί στα τουρκοκρατούμενα νησιά του νοτιοανατολικού Αιγαίου: οι δύσκολες πλευρές μια γόνιμης συνύπαρξης», εκδόσεις Τροχαλία, Αθήνα 1992.

·         Κλαδάκη Φωτεινή – Αδ. Φρέρης Τιμόθεος: «Από την εκπαιδευτική Ιστορία της Ρόδου 1889 – 1989», έκδοση Δήμου Ροδίων, Σύρος, 2002.

·         Βεργωτής Γεώργιος: «Η εκπαίδευσις εις την νήσον Ρόδον, συμβολή εις την ιστορία της Δωδεκανήσου», Ρόδος, 1972.

·         Κυπριώτης Φώτης «Δωδεκανησιακή Εθνική αντίσταση στα χρόνια της Ιταλο-Γερμανο-Αγγλοκρατίας 1912 – 1948», Ρόδος, 1988.

·         Etimo Armao: «Annuatio Amministrativo e Statistiko per lanno 1922», Μετάφραση Παπαϊωάννου Μανόλη, Αθήνα, 1990, εκδόσεις Δωδώνη.

·         Νικολάου Νίκος: «Οδοιπορικό στην ιστορία της πόλης της Ρόδου μέσα από τα ονόματα των δρόμων της», Ιστορική αναδρομή στο Δωδεκανησιακό ζήτημα, έκδοση Δήμου Ροδίων, Ρόδος 1998.

·       Παπαχριστοδούλου Χριστόδουλος: «Ιστορία της Ρόδου. Από τους προϊστορικούς χρόνους έως την ενσωμάτωση της Δωδεκανήσου 1948», Β΄ έκδοση, Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών, Αθήνα 1994.