Ο ΚΑΝΟΝΑΣ ΤΗΣ ΑΠΟΛΥΤΗΣ ΒΕΒΑΙΟΤΗΤΑΣ ΤΩΝ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΩΝ:

Εξουσια και ελεγχος στην  εκπαιδευτικη και πανεπιστημιακη πολιτικη

 της Απριλιανης Δικτατοριας.

 

 

 

Νίκος Παπαδακησ

Επ Καθηγητής Σχολής Κοινωνικών Επιστημών Παν/μίου Πελοποννήσου

 

Ανδρονίκη Σπαθαρακη

Υπ. Δρ. Παν/μίου Κρήτης

 

 

 

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

 

Στην προτεινόμενη εισήγηση αναλύονται οι βασικές συνιστώσες, τα ιδεολογικά χαρακτηριστικά και οι πρακτικές που συνιστούν την εκπαιδευτική (συνολικά) και κυρίως την πανεπιστημιακή πολιτική της Απριλιανής Δικτατορίας (1967- 1974).

Η ανάλυση του σχετικού ερευνητικού υλικού καταδεικνύει ότι εν λόγω πολιτική χαρακτηριζόταν από

*      την πρόθεση επαναπροσδιορισμού των σχέσεων των Πανεπιστημίων με το («υπό κατοχή») Κράτος,

*      τη συντεταγμένη προσπάθεια ένθεσης- εγγραφής συγκεκριμένων ιδεολογικών προβολών στους Λόγους και τις Πολιτικές που προσδιορίζουν τη σχέση ανάμεσα στις 3 βαθμίδες της Εκπαίδευσης (μεταρρυθμιστικοί συσχετισμοί),

*      την θεσμοποίηση μιας νέας οικονομίας της εξουσίας που εδράζεται στις τεχνολογίες ελέγχου και ευνοεί την αναγωγή της πειθαρχίας αλλά και της σύννομης κρατικής παρέμβασης σε παραδειγματικό σήμα της (υπό-διαμόρφωσης) νέας οικολογίας των Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων και Θεσμών,

*      την κατασκευή ενός πλαισίου επιτήρησης και τιμωρίας, ελέγχου και πειθαρχίας, αυστηρά οριοθετημένου και με μικρές ως ελάχιστες  πιθανότητες.

*      Παράλληλα η εν λόγω πολιτική αποσκοπούσε στην εκτεταμένη ποινικοποίηση της συμπεριφοράς, αλλά και του μη εθνικά και ιδεολογικά ορθοδόξου σκέπτεσθαι, στα Πανεπιστήμια, αλλά και στα λοιπά Εκπαιδευτικά Ιδρύματα, στη μείωση του όποιου βαθμού αυτονομίας των εκπαιδευτικών, και τελικά στην προώθηση κάποιων «φιλελεύθερων» μέτρων και προτάσεων, ώστε τα μέτρα τα οποία υλοποιούν τις προαναφερθείσες προθέσεις, αλλά και η εκπαιδευτική πολιτική στο σύνολο της,  να καταστεί πιο ανώδυνη άρα και εφικτή (νομιμοποιητική – θεμιτοποιητική στρατηγική).

 

 1. Πρόλογος

 

Στην παρούσα εργασία η συζήτηση της εκπαιδευτικής πολιτικής του απριλιανού καθεστώτος κατά την πιο μακρόχρονη περίοδο συνταγματικής εκτροπής στη χώρα μας (1967-1974),  στοχεύει  στην ανάδειξη της εγγραφής συγκεκριμένων ιδεολογικών προβολών στους Λόγους και Πολιτικές (νομικό πεδίο δράσης –ουσία περιεχομένου), που προσδιορίζουν τη σχέση των τριών βαθμίδων Εκπαίδευσης. Η αναζήτηση  μεταρ-ρυθμιστικών συσχετισμών διεξάγεται σε τρία επίπεδα: θεσμικές προβλέψεις,  παιδα-γωγικά ιδεώδη, παιδαγωγικές  πρακτικές.

Αναφερόμαστε δηλαδή σε νομικές ρυθμίσεις και μέτρα που συγκροτούν την εκπαιδευτική πολιτική  Aπριλιανής Δικτατορίας και σχετίζονται είτε με την οργά-νωση, διοίκηση και εποπτεία της εκπαίδευσης, είτε με την υποδομή, τα παιδαγωγικά ιδεώδη, τη συγκρότηση της σχολικής γνώσης, την εκπαίδευση  του διδακτικού προ-σωπικού,  τη διαδικασία επιλογής πανεπιστημιακών δασκάλων, την αυτονομία των εκπαιδευτικών κ.λπ. [1]

 Η ιδεολογία εξετάζεται είτε σε επίπεδο εκφοράς λόγου, είτε σε επίπεδο υλι-κότητας, ως πρακτικές δηλαδή του εκπαιδευτικού θεσμού που παράγει και εισπράττει ιδεολογία (Αλτουσέρ, Λ. 1994, 102-106).  Επιχειρείται έτσι,  διασάφηση του ρόλου  των Eκπαιδευτικών  Iδρυμάτων, αφενός στη μετάδοση και εκμάθηση γνώσεων και αφετέρου στην «πειθάρχηση», την επιβολή και αποδοχή, δηλαδή ιδεών, αξιών, ρόλων και κανόνων  κοινωνικής, πολιτικής και σχολικής τάξης (Σολομών, Ι. 1994, 115).

 

 

2. Ιδεολογικό προφίλ της 21ης Απριλίου

 

Ελλάς πυρ· Ελλήνων πυρ·

Χριστιανών πυρ· Τρεις λέξεις

Νεκρές. Γιατί τις σκοτώσατε;

Γ. Σεφέρης 1968

 

Η διερεύνηση της πολιτικής φιλοσοφίας του απριλιανού καθεστώτος φαίνεται να συναρτάται με τη συζήτηση των πολιτικών,  κοινωνικοιδεολογικών χαρακτηριστικών του ελληνικού στρατού στην μετεμφυλιακή Ελλάδα, αφού οι Ένοπλες Δυ-νάμεις αποτελούν το βασικότερο  έρεισμα της στρατιωτικής δικτατορίας.[2] Η κοινωνιολογική ταυτότητα των συνταγματαρχών (φασιστικά/φασίζοντα, αντικομμουνιστικά, εθνικιστικά εκπαιδευτικά ιδεώδη, προκαταλήψεις για το ρόλο των πολιτικών κομμάτων στο μεσοπόλεμο συμμετοχή στον Εμφύλιο, στην  ενδοστρατιωτική οργάνωση  ΙΔΕΑ, ταπεινή καταγωγή) αποτυπώνεται στον ιδεολογικό τους λόγο, καταδεικνύοντας   τη  συγγένειά του με την κυρίαρχη ιδεολογία της μεταπολεμικής Ελλάδας: την εθνικοφροσύνη (Ζαχαρόπουλος, Γ. 1978, 74-79).

Ωστόσο η συγκρότηση  ιδεολογίας με την έννοια ενός συνεκτικού συστήματος δοξασιών και θεωριών για την κατανόηση και ερμηνείας της πραγματικότητας, προς-κρούει στη διατύπωση αντιφατικών απόψεων/θέσεων φασιστοειδούς μέχρι και σο-σιαλιστικού χαρακτήρα από στελέχη και φορείς της δικτατορίας. Η  όποια λοιπόν αναφορά  στην ιδεολογία  της δικτατορίας[3]  –με  κίνδυνο πάντα την κατασκευή ενός εξωπραγματικού  και ανύπαρκτου  τελικά ιδεολογικού περιγράμματος – στηρίζεται στην απομόνωση  επαναλαμβανόμενων θεμάτων σε τεκμήρια  της περιόδου (διαφωτιστικά εγχειρίδια, λόγοι, συνεντεύξεις κυβερνητικών αξιωματούχων/ πολιτικών στελεχών, φιλοκαθεστωτικός τύπος κ.λπ).[4]

Η προσπάθεια συγκρότησης καθεστωτικής ιδεολογίας επικεντρώνεται στην προβολή εθνικιστικών, ελληνοχριστιανικών, αντικομμουνιστικών ιδεωδών, συμβατών με το μετεμφυλιακό  κοινωνικοιδεολογικό περιβάλλον.[5]

Η νομιμοποίηση της αυταρχικής παρουσίας του καθεστώτος επιχειρείται με την καινοφανή νοηματοδότηση του ιδεολογήματος της «Νέας Δημοκρατίας», ως ε-πίτευγμα της «ουμανιστικής» Επαναστάσεως που εγγυάται «ελευθερίαν» εκφράσεως χωρίς εξωτερικούς ερεθισμούς  ως αι απεργίαι και αι διαδηλώσεις» (Το Πιστεύω μας, Ι, 95,131).  Η πολιτική επανεκπαίδευση των Ελλήνων  με στόχο τη δημιουργία «κοινωνικών» όντων, ικανών να δημιουργήσουν την «Νέα Δημοκρατία», προβάλλεται ως άμεση προτεραιότητα της εκπαιδευτικής πολιτικής της.

Η αναδόμηση της κοινωνικής ταυτότητας του έλληνα πολίτη, που κρίνεται α-ναγκαία ώστε να ξαναγίνουν οι Έλληνες «κοινωνικά όντα», απαλλαγμένοι από το σαράκι του εγωκεντρισμού (Το Πιστεύω μας, Ι, 196874, 151), έχει ως βασικές προϋποθέσεις:

-Την αναμόρφωση των κοινωνικών ηθών με άξονες τις παραδόσεις της ελλη-νικής κοινωνίας  και τα πεπρωμένα της ελληνικής φυλής.[6]

-Την αναγωγή της «Παιδείας και Εκκλησίας» σε θεμελιώδεις  άξονες της εξυ-γιαντικής προσπάθειας του καθεστώτος, και του ελληνοχριστιανικού πολιτισμού σε κύριο εκπαιδευτικό ιδεώδες . [7]

-Την αναγνώριση του θετικού ρόλου των επιτευγμάτων  της  «Επαναστάσεως της 21ης Απριλίου» - στην πολιτιστική αναβάθμιση της Ελλάδας, στην «ολοκλήρωσιν των πόθων των αγωνιστών του 1821» (Το Πιστεύω μας, VI, 87).

 -Την καλλιέργεια εθνικιστικών  ιδεωδών με  επιλεκτική χρήση σελίδων κλέους  της ιστορίας του ελληνικού έθνους.(Clogg, R. ό.π., 94). [8]

-Την αντιμετώπιση της κομμουνιστικής απειλής σε συνδυασμό με την επιβολή της ιδεολογίας της εθνικοφροσύνης.

Αξίζει να σημειωθεί ότι το  κέντρο βάρους της καθεστωτικής μετεμφυλιακής ιδεολογίας φαίνεται να μετατοπίζεται από τον αντικομμουνισμό  στην αντιμετώπιση της κοινωνικής παρακμής.[9] Έτσι, οι πολίτες εξακολουθούν να διχοτομούνται σε Έλ-ληνες και κομμουνιστές/εχθρούς και άρα εθνικά αλλότρια άτομα, με βάση τη εμφυλιοπολεμική λογική «πας μη εθνικόφρων, κομμουνιστής».

Στα πλαίσια αυτά, η απασχόληση στο δημόσιο τομέα γίνεται αποκλειστικό προνόμιο των εθνικόφρονων πολιτών. Η υπακοή και η πειθαρχία στο νόμο της εθνικοφροσύνης και το «ποιον», ο βαθμός συμμετοχής του υπαλλήλου στον ιδεολογικό αγώνα,  ανάγονται σε βασικά κριτήρια επιλογής  και αξιολόγησής του, μετατρέποντας ανενδοίαστα τα κρατικά στελέχη σε κατώτερους οργανικούς διανοούμενους ή σε κέρβερους ιδεολογίας[10]  μέσα σε ένα κράτος-χωροφύλακα με απροκάλυπτη ιδεολογική χρήση των θεσμών.

 

3. Η πολιτική της Απριλιανής Δικτατορίας στην Ανώτατη Εκπαίδευση.

 

Τον Απρίλιο του 1967, με την Απριλιανή Δικτατορία, το Ακαδημαϊκό πεδίο εισέρχεται σε ένα αυστηρό καθεστώς ιδεολογικής επιτήρησης και τιμωρητικών πρακτικών.

Η Χούντα ενεργοποιεί μια σειρά από μη ακαδημαϊκά, κοινωνικά και ιδεολογικά κριτήρια. Αρδευόμενη από την αντικομουνιστική ιδεολογία, κατά μείζονα λόγο, νομοθετεί και εφαρμόζει μια πλειάδα πειθαρχικών πρακτικών στους ενοίκους του Πανεπιστημιακού πεδίου. Έτσι, θέτει σε διαθεσιμότητα ακαδημαϊκούς λειτουργούς, των οποίων η συμπεριφορά κρίνεται ιδεολογικά έκνομη και ασυμβίβαστη προς την ιδιότητά τους (Παπαπάνος, Κ. 1970, 377), ενώ αργότερα αποφασίζει την απόλυση όσων (θεωρούνται ότι) εμφορούνται από κομουνιστικές και αντεθνικές ιδέες( Συντακτική Πράξη Θ/1967)[11]. Με το Α. Ν. 553/ 1968: «Περί του βοηθητικού διδακτικού προσωπικού[12] των ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων», προσδιορίζονται επίσης ως προϋποθέσεις για την κατάληψη των σχετικών θέσεων, η «ηθική καταλληλότητα», αλλά και ο πρότερος (ηθικά και ιδεολογικά) «ανεπίληπτος» βίος των υποψηφίων (Α. 6 π.1γ). Οι τελευταίοι μάλιστα υποχρεώνονται στην υποβολή έγγραφης σχετικής δήλωσης (Α. 6 π.1γ). Παράλληλα, με το Ν.Δ. 670/70, σε μια προσπάθεια   να διασφαλιστεί η πληρέστερη άσκηση του ελέγχου και της εποπτείας στον Πανεπιστημιακό χώρο, αποφασίζεται ο διορισμός των Πρυτανικών αρχών από το, υπό κατάληψη, Κράτος.

Αντίστοιχο είναι το προβλεπόμενο πειθαρχικό πλαίσιο και για τους φοιτητές, για των οποίων μάλιστα τα αντίστοιχα πειθαρχικά ζητήματα, η δικτατορική Κυβέρνηση προβαίνει στην ίδρυση του σπουδαστικού Τμήματος της Γ΄ Ασφάλειας (Παπάζογλου, Μ. 1975, 13· Λάζος, Χ. 1987, 354).

Η πρόθεση ωστόσο για έλεγχο και εποπτεία των Πανεπιστημίων από τη Χούντα μορφοποιείται εν τέλει νομοθετικά  από το Σύνταγμα του 1968. Το τελευταίο επαναφέρει το θεσμό[13] του Κυβερνητικού Επιτρόπου[14] .Το Σύνταγμα του ’68 συμπληρώ-νεται από το προσχέδιο Νομοθετικού Διατάγματος «Περί Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων» του 1973[15], το οποίο συνέταξε  ειδική επιτροπή υπό την προεδρία του ακαδημαϊκού Ξανθάκη. Έτσι η χάραξη της κυβερνητικής πολιτικής για τα πανεπιστήμια ανατίθεται στο Επταμελές Συμβούλιο Ανώτατης Παιδείας[16], ενώ η εποπτεία και η εκπροσώπησή της στα Πανεπιστήμια αποτελεί αρμοδιότητα των  Κυβερνητικών Επιτρόπων 

Σύμφωνα με το προσχέδιο η διαδικασία εκλογής καθηγητών κατ’ ουσίαν ανατίθεται στον ίδιο τον Υπουργό Παιδείας, στον οποίο υποβάλλονται τα πρακτικά της εκλογής και η Εισηγητική Έκθεση. Ο Υπουργός Παιδείας διατηρεί το δικαίωμα να αρνηθεί το διορισμό του εκλεγμένου καθηγητή και να αναθέσει τη διαδικασία εκ νέου σε επιτροπή ειδικών (επί του αντικειμένου) τακτικών καθηγητών του ιδίου ή και αντίστοιχου άλλου Ανώτατου Εκπαιδευτικού Ιδρύματος.   

Αναφορικά με την εκπροσώπηση των φοιτητών ο Ν. Δ. 93/ 1969 (ΦΕΚ Α.΄ 8), ορίζει το διορισμό και όχι την εκλογή των διοικητικών συμβουλίων των συλλόγων τους. Η δε συμμετοχή των εκπροσώπων τους στις συνεδριάσεις της Συγκλήτου επιτρέπεται αποκλειστικά στις περιπτώσεις που συζητούνται φοιτητικά θέματα ενώ δεν συνοδεύεται με το δικαίωμα της ψήφου. Ακόμα περισσότερο το Α. 114 προβαίνει σε ακριβέστερες διευκρινίσεις σχετικά με το φοιτητικό συνδικαλισμό. Οι φοιτητές για την πραγματοποίηση των συναθροίσεών τους θα πρέπει να ενημερώνουν λεπτομερώς τον Πρύτανη ή τον Κοσμήτορα της Σχολής, προκειμένου να εξασφαλίσουν τη σχετική άδεια. Στις περιπτώσεις που οι φοιτητές παραβλέπουν το εν λόγω τυπικό ή αψηφούν την άρνηση της σχετικής άδειας, υφίστανται ανάλογες πειθαρχικές κυρώσεις. Αντίστοιχες ωστόσο κυρώσεις αντιμετωπίζουν και: 

-όσοι επιτρέπουν την προσέλευση, σε φοιτητικές εκδηλώσεις, ατόμων που δεν έχουν τη φοιτητική ιδιότητα και παρόλα αυτά παρευρίσκονται, άνευ αδείας του Πρυτάνεως ή του Κοσμήτορος (Α. 115 π. 2),

-όσοι μετέχουν σε συναθροίσεις, που στοχεύουν στη διάδοση ανατρεπτικών ιδεών (Α. 115 π. 3),

-όσοι αποτελούν μέλη της διοικήσεως φοιτητικών σωματείων[17] και δεν ενημερώνουν τον Πρύτανη ή τον Κοσμήτορα για την ίδρυση, το καταστατικό λειτουργίας, αλλά και την (ενδεχόμενη) διάλυσή τους (Α. 116 π. 2).

Το «προσχέδιο» Νομοθετικού Διατάγματος της Επιτροπής Ξανθάκη, διαδέχεται ένα χρόνο περίπου μετά (Σεπτέμβριος του 1973)[18]  η δημοσίευση της εισήγησης της Ειδικής Επιτροπής «επί θεμάτων Ανωτάτης Εκπαιδεύσεως», υπό το συντονισμό του τακτικού Καθηγητή της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Α. Παναγιώτη Χρήστου. Η Επιτροπή αυτή αποτέλεσε μια από τις τρεις Υποεπιτροπές, που ιδρύθηκαν κατόπιν προτάσεως[19] της ευρύτερης Επιτροπής Παιδείας της Χούντας[20]. Οι προτάσεις της Ειδικής Επιτροπής εμφανίζουν ωστόσο σημαντικές αποκλίσεις από το ευρύτερο πνεύμα της πολιτικής της Χούντας σχετικά με τα Πανεπιστήμια. 

Η Ειδική Επιτροπή Χρήστου εισηγείται την ίδρυση κεντρικού συμβουλευτικού οργάνου, το οποίο αναμένεται να συμβάλλει στη διαμόρφωση της κυβερνητικής πολιτικής στα ΑΕΙ, αλλά και να διαμεσολαβεί ανάμεσα σε Πολιτεία και Ιδρύματα Ανωτάτης Εκπαιδεύσεως (Βρυχέα, Α.- Γαβρόγλου,Κ., ό.π., 253-257). Προτείνει την ίδια περίπου διοικητική δομή για τα ΑΕΙ, με μόνη διαφορά την ύπαρξη δυο αντιπρυτάνεων, έκαστος των οποίων θα αναλάβει έναν εκ των δυο βασικών «κλάδων», δομικών στοιχείων των ΑΕΙ: Τον Ακαδημαϊκό και τον Διοικητικό. Το «ανώτερον όργανον λήψεως διοικητικών (εκτελεστικών) αποφάσεων» είναι το Πα-νεπιστημιακό Συμβούλιο. Το 60% του οργάνου αυτού αποτελείται,  από τον Πρύτανη, τους Αντιπρυτάνεις και τον πρόεδρο της Συγκλήτου (ex officio), από μέλη του διδακτικού προσωπικού, από εκπρόσωπους του Συμβουλίου. Αυτό που συνιστά καινοτομία είναι η σύνθεση του λοιπού 40%. Εδώ, «στο όνομα της σύνδεσης του Πανεπιστημίου με την κοινωνία και την οικονομική ανάπτυξη, η διοίκηση των Πανεπιστημίων γίνεται προϊόν εταιρικής νομής μεταξύ των (νόμιμων και θεμιτών) πανεπιστημιακών αρχών και εξωθεσμικών φορέων. Κι αυτό είναι σε μεγάλο βαθμό ‘‘καινοτόμο’’» (Παπαδάκης, Ν., 2001,386-387). Στην πραγματικότητα, η Επιτροπή Χρήστου εκχωρώντας ένα μέρος της διοίκησης σε «επιφανείς πολίτες», καταφέρει έτσι σημαντικό πλήγμα στην αυτοτέλεια των Ιδρυμάτων.    

Τελικά η Κεντρική Επιτροπή Παιδείας, υπό την εποπτεία και το συντονισμό της οποίας, όπως ήδη αναφέραμε λειτουργούσε και η Ειδική Επιτροπή, υπέβαλλε τα πορίσματά της στην Κυβέρνηση, μετά από 68 συνεδρίες, την 23η Οκτωβρίου 1973 (Πορίσματα Επιτροπής Παιδείας,  1971-1973, ό.π., 5).  Εκ των Πορισμάτων αυτών, το μέρος εκείνο που αναφέρεται στην Ανώτατη Εκπαίδευση[21]  αποτελεί ουσιαστικά μια σύνθεση 

·        της εισήγησης της Ειδικής Επιτροπής, όπως αυτή υποβλήθηκε προς μελέτη στα μέλη της Επιτροπής Παιδείας στις 27/ 12/ 72(ό.π., 109),

·        μιας γραπτής εισηγήσεως του συντονιστή των εργασιών της Ειδικής Επιτροπής και μέλους της Επιτροπής Παιδείας, Καθηγητή Π. Χρήστου και 

·        των προτάσεων της Επιτροπής Ξανθάκη, όπως αυτές εξετέθησαν στο Προσχέδιο Νομοθετικού Διατάγματος «Περί Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυ-μάτων»(ό.π.).

Πρόκειται για πορίσματα, που η Απριλιανή Δικτατορία δεν πρόλαβε να επιχειρήσει την εφαρμογή τους.

 Κλείνοντας το παρόν κεφάλαιο και συγκεφαλαιώνοντας θεσμικές εξελίξεις, νομοθετικά ενεργήματα και εγχειρήματα και πολιτικές πρακτικές, την περίοδο της επταετίας, οφείλουμε να επισημάνουμε ότι την έναρξη του μεταρρυθμιστικού εγχειρήματος της Επιτροπής Τσάτσου η Ανώτατη Εκπαίδευση στην Ελλάδα παρουσίαζε τα εξής χαρακτηριστικά:

*      βασική ακαδημαϊκή μονάδα ήταν η έδρα,

*      το μοντέλο διοίκησης των Πανεπιστημίων ήταν εμφανώς συγκεντρωτικό,

*      ο έλεγχος του Κράτους ήταν άμεσος και απροκάλυπτος, κατάσταση που συμβολικά απηχούσε η (επανα)θεσμοθέτηση από τη Χούντα του Κυβερνητικού Επιτρόπου,

*      ο όποιος πολιτικός ρόλος των φοιτητών ήταν συρρικνωμένος (για την ακρίβεια ανύπαρκτος, στο μέτρο που η εμπράγματη πολιτική τους εμπλοκή εθεωρείτο έκνομη και εδιώκετο), ενώ δεν υπήρχε καμιά μέριμνα για ουσιαστική συμ-μετοχή τους στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων,

*      αντίστοιχη ανυπαρξία συμμετοχικών δικαιωμάτων διέκρινε και το θεσμικό καθεστώς των λοιπών ενδοσυστημικών ομάδων ενδιαφέροντος  (επιμελητές κ. λπ.), πλην των Τακτικών Καθηγητών- Εδρούχων,

*      η ενδοσυστημική δομή εξουσίας ήταν σαφώς ιεραρχική (πυραμιδικής μορφής) και χαρακτηριζόταν από τα στοιχεία της ιδεολογικής επιτήρησης και ελέγχου (φάκελος φοιτητή και επαναφορά πιστοποιητικού κοινωνικών φρονημάτων), εμβαπτιζόμενη σε ηθικά κατηγορήματα και εθνικιστικές αιτιάσεις,

*      μέσα σε αυτό το πλαίσιο πολλαπλά νομοθετικά ενεργήματα αλλά και συναφείς δράσεις (των κρατικών μηχανισμών και δη της Ασφάλειας και της ΕΤΑ- ΕΣΑ) συνέβαλλαν στην εκτεταμένη ποινικοποίηση της συμπεριφοράς, αλλά και του μη εθνικά και ιδεολογικά ορθοδόξου σκέπτεσθαι στα Πανεπιστήμια,

*      δεν γινόταν καν λόγος για πανεπιστημιακό άσυλο ή οποιαδήποτε άλλη εκδοχή θεμιτοποίησης ασυλιακών δομών στα Ιδρύματα Ανώτατης Εκπαίδευσης,

*      δεν υπήρχε κεντρική ερευνητική πολιτική ή έστω δέσμες νομοθετικών ρυθμίσεων- διατάξεων που να μεριμνούν για την έρευνα στα πλαίσια μιας ενιαίας στρατηγικής,

*      το εξεταστικό σύστημα (διαδικασίες εξετάσεων) χαρακτηρίζονταν από τις ελάχιστες ευκαιρίες που έδινε στο φοιτητή και την απουσία μέριμνας για τις ειδικές κατηγορίες (ομάδες με στοιχεία ευπάθειας),

*      τέλος τα συγγράμματα διανέμονταν δωρεάν (Ν.Δ. 95/1969 ΦΕΚ Α΄ 25), ενώ ελήφθησαν και κάποια ακόμα «φιλολαϊκά» μέτρα, όπως η καθιέρωση του θεσμού των επικουρικών καθηγητών[22] που διευκολύνει την εξέλιξη στο διδακτικό φορέα και ευνοεί την είσοδο, ένταξη και παραμονή νέων (ή έστω νεότερων των υπαρχόντων) επιστημόνων στο πεδίο της ανώτατης εκπαίδευσης. 

Τέτοια μέτρα, εντασσόμενα τόσο στο μεταρρυθμιστικό όσο και στο ευρύτερο ιστορικο-πολιτικό συγκείμενο, δεν μπορούν παρά να ιδωθούν σε σχέση με την ευρύτερη προσπάθεια της Χούντας για κεντρικό έλεγχο των πανεπιστημίων και την εγκαθίδρυση μηχανισμών πολυεπίπεδης και πολυλογικής άσκησης της “κρατικής εποπτείας” σε αυτά. Με δεδομένη την σχέση εξουσίας και γνώσης, οφείλουμε να μην αποκλείσουμε το ενδεχόμενο με αυτήν τη μεταρρυθμιστική πράξη η χούντα να αποσκοπούσε

1.στην πρόσδωση ενός «φιλολαϊκού» χαρακτήρα στην πολιτική της γενικότερα, με απώτερο σκοπό να κατασκευάσει ή έστω να επιδιώξει τις συναινέσεις που της έλειπαν,

2.στον έλεγχο της παρεχόμενης και δη διαχεόμενης στο πεδίο (της ανώτατης εκπαίδευσης) γνώσης[23]

Σε κάθε περίπτωση ο Λόγος, οι πρακτικές αλλά και η νομοθετική δράση του καθεστώτος της 21ης Απριλίου, αναφορικά με τα Πανεπιστήμια, χαρακτηρίζονται από την επιδίωξη της μεγιστοποίησης της άσκησης εποπτείας και ελέγχου σε αυτά από την κεντρική εξουσία (την οποία εδιαχειρίζοντο οι συνταγματάρχες και λοιποί πρωθιερείς του Καθεστώτος), αλλά και την πρόθεση, παντί σθενεί, πειθάρχησης των ενοίκων της Ανώτατης Εκπαίδευσης. Τα πολλά και ποικίλα (άλλοτε επιτυχημένα και άλλοτε όχι) νομοθετικά ενεργήματα στόχευσαν στη νομιμοποίηση μιας εξουσίας που παράνομα κατέχεται και μιας βίας που, χάριν της «νέας νομιμότητας», ασκείται. Μια τέτοια εξουσία, ασκούμενη επί επτά συναπτά έτη και διευκολυνόμενη από την περίπου ανύπαρκτη αντίδραση της μεγάλης πλειοψηφίας των πανεπιστημιακών (με σημαντικές αλλά τραγικά λίγες εξαιρέσεις), διαμόρφωσε το πανεπιστήμιο, το οποίο εκλήθησαν και επιχείρησαν να μεταρρυθμίσουν τα μέλη των Επιτροπών Τσάτσου- Ευρυγένη, στην αυγή της Γ΄ Ελληνικής Δημοκρατίας.  

 

 

4. Η  πολιτική της Απριλιανής Δικτατορίας στη Στοιχειώδη και Μέση Εκπαίδευση.

 

Μια σειρά αναγκαστικοί νόμοι και διατάγματα  της Απριλιανής δικτατορίας ακυρώνουν  το  καινοτόμο πνεύμα της μεταρρύθμισης  του 1964.

Με τον Α.Ν 59/1967 (ΦΕΚ Α΄, 110) υπονομεύεται ουσιαστικά η προηγούμενη μεταρρυθμιστική προσπάθεια για περιορισμό της γραφειοκρατικής δομής του Υπουργείου Παιδείας  και ποιοτική αναβάθμιση της εκπαίδευσης μέσα από την επίτευξη  στόχων, όπως: η επιστημονική προσέγγιση διδακτικών προβλημάτων, η ορθολογική οργάνωση  της διοίκησης, η επιλογή άξιων  στελεχών εκπαίδευσης (Ανδρέου, Α.-Παπακωνσταντίνου, Α., 1994 239-240· Ευαγγελόπουλος, Σπ. 1998, 187-189· Μπουζάκης, Σ., 1991, 104). Καταργείται «το δια των διατάξεων του Ν.Δ 4379/1964 συσταθέν  Παιδαγωγικόν  Ινστιτούτον», αφού διασύρεται η δράση του ως διαβρωτική και αντεθνική. Σε ανακοίνωση μάλιστα  του υπουργού Παιδείας Κ. Καλαμποκιά, η παραπάνω ρύθμιση  προβάλλεται ως θεσμική έκφραση της υποτιθέμενης «καταδίκης» του οργάνου τόσο στη συνείδηση του εκπαιδευτικού κόσμου όσο και του ελληνικού λαού (Δημαράς, Α.1990, 294-295). 

Φαίνεται ότι η ύπαρξη μιας  τέτοιας υπηρεσίας που ελαχιστοποιούσε την άσκηση κρατικής  εποπτείας και ελέγχου στην οργάνωση και διοίκηση της εκπαίδευσης και διασφάλιζε το ψηλό μορφωτικό επίπεδο των λειτουργών της,  παρεμπόδιζε  τα σχέδια ιδεολογικής επιτήρησης και χρήσης  τους.

Στο πλαίσιο αυτό, επιτυγχάνεται με μια δέσμη νομοθετικών ρυθμίσεων (Α.Ν.129/67, ΦΕΚ Α΄, 163, Α.Ν.375/68, ΦΕΚ Α΄, 81), η συγκρότηση ενός συγκεν-τρωτικού,  δαιδαλώδους και  γραφειοκρατικού  συστήματος διοίκησης και εποπτείας της εκπαίδευσης· παντοδύναμο κεντρικό όργανο το Ανώτατο Εκπαιδευτικό  Συμ-βούλιο, με έργα αποφασιστικής, γνωμοδοτικής και εποπτικής αρμοδιότητας (Ν. Δ 651/70, ΦΕΚ Α΄ 179, α.3), συνεπικουρούμενο από  τα  Ανώτερα Περιφερειακά  Συμβούλια  Δημοτικής και Μέσης Εκπαίδευσης (α. 52,69) με ανάλογες αρμοδιότητες στα όρια κάθε Ανώτερης Εκπαιδευτικής Περιφέρειας.[24]

Η εποπτεία ασκείται ιεραρχικά από Επιθεωρητές, Νομαρχιακούς Επιθεωρητές,  Αναπληρωτές Γενικούς Επιθεωρητές, Γενικούς Επιθεωρητές, που αποφασίζουν για την βαθμολογική εξέλιξη των εκπαιδευτικών λειτουργών, συνεκτιμώντας  στοιχεία της προσωπικότητάς τους  όπως  «ήθος και χαρακτήρ, κοινωνική παράστασις , συμπεριφορά, εντός και εκτός της υπηρεσίας» (Ν.Δ .651/70, α. 36· Ανδρέου, Α. κ.αλ. ό.π., 277).

Αισθητή γίνεται μάλιστα η άσκηση ιδεολογικής πίεσης των εκπαιδευτικών, με την αναγωγή  της πίστης και αφοσίωσης  στα Ελληνοχριστιανικά  ιδεώδη σε βασικό κριτήριο του υπό αξιολόγηση ήθους τους και κατά συνέπεια σε αποφασιστικής σημασίας παράμετρο της  βαθμολογικής, μισθολογική εξέλιξης  και συνακόλουθα  της κοινωνικο-οικονομικής τους θέσης . [25]

 Ο Υπουργός Παιδείας Κ. Καλαμποκιάς απευθύνεται στους εκπαιδευτικούς  όλων των βαθμίδων,   αναθέτοντάς τους την εθνική αποστολή της ποδηγέτησης των νέων  «εις τας αιώνιας αξίας του Ελληνοχριστιανικού  μας πολιτισμού», αφού όπως επισημαίνει «{…} έργο σας δεν είναι να μεταδίδητε ξηράς γνώσεις, αλλά να φρονιματίζητε τους μαθητάς δια των εθνικών, θρησκευτικών και ηθικοπλαστικών  αξιών {…}» (εγκύκλιος 141570/118/5.10.67).

Με το Ν.Δ. 750/1970, ΦΕΚ Α΄281 « Περί του Πειθαρχικού Δικαίου των υπαλλήλων του Δημοσίου {…}» δομείται ένα ασφυκτικό πλαίσιο δράσης των κρατικών λειτουργών εντός και εκτός υπηρεσίας, με προφανή σκοπό τη συμμόρφωση/υποταγή τους στην εξουσία και την οριοθετημένη δράση τους. Μεταξύ των πειθαρχικών αδικημάτων συγκαταλέγονται: « η έλλειψις πίστεως και αφοσιώσεως προς την Πατρίδα και τα εθνικά ιδεώδη, η επιδίωξις  της ανατροπής ή υπονόμευσις του υφιστάμενου πολιτειακού ή κοινωνικού καθεστώτος {…}, « η εν υπηρεσία ή εκτός αυτής αναξιοπρεπής διαγωγή ή παράστασις {…}».

Φαίνεται μάλιστα ότι μέσα από ένα πολυεπίπεδο σύστημα υπηρεσιακού ελέγχου, ενισχυμένο και από την παρουσία των Ενόπλων Δυνάμεων και με το δέλεαρ υλικής αμοιβής ως αποτέλεσμα των υπηρεσιακών εκθέσεων (προαγωγή, αύξηση αμοιβών κ.λπ), εξαναγκάζεται ο  εκπαιδευτικός να αναλάβει έντονη  ενδοσχολική και εξωσχολική ιδεολογική δράση. Ερευνητικά δεδομένα από τη μελέτη Ατομικών Υπηρεσιακών Φακέλων διδακτικού προσωπικού, αποτυπώνουν το καθεστώς τρομοκρατίας και διώξεων που επικρατεί στο χώρο της εκπαίδευσης.

 Με θεσμικό άλλοθι τις διατάξεις του άρθρου 6 του Α.Ν. 4/1967 « Περί αποκαταστάσεως της ευρυθμίας  εις την λειτουργίαν των Δημοσίων Υπηρεσιών κ.λπ τίθονται σε διαθεσιμότητα  εκπαιδευτικοί, που  μέχρι την επιβολή της δικτατορίας  διέθεταν εύημες μνείες για τη επιστημονική και κοινωνική δράση τους.

Οι αρνητικές υπηρεσιακές και κοινωνικές συνέπειες τέτοιων πρακτικών (βαθμολογική υποβίβαση, ανάκληση απόσπασης στο  εσωτερικό και εξωτερικό  με άμεσο αποτέλεσμα τη διακοπή συνυπηρέτησης και τη δημιουργία οικογενειακών προβλημάτων, διακοπή επιμορφωτικών σπουδών,  αποκλεισμό από διαγωνισμό μετεκπαίδευσης κ.λπ), ωθούν, έστω και φαινομενικά,  στην πολυπόθητη συμμόρφωση, όπως  καταδεικνύεται στη συνέχεια από την πλούσια «επιμορφωτική τους» κοινωνική δράση.[26]  Πρόκειται δηλαδή και σ’ αυτήν την περίπτωση εκπαιδευτικής πολιτικής[27] για μια  «προγραμματισμένη ιδεολογική επιθετική επιχείρηση» (Ανδρέου, Α. 1994, 282), με διττό στόχο: ην πειθάρχηση και στην ενσωμάτωση του διδακτικού προσωπικού.[28]

Με το άρθρο 1 του Α.Ν.129/67 « Περί οργανώσεως και διοικήσεως της Γεν-ικής Εκπαιδεύσεως και άλλων τινών διατάξεων», ο Ελληνοχριστιανικός πολιτισμός ανάγεται σε βασικό  ιδεώδες της Γενικής Εκπαίδευσης (Δημοτικής, Μέσης, Επαγγελματικής), προκειμένου οι εκπαιδευόμενοι να καταστούν ικανοί «όπως εκπληρώσι τας υποχρεώσεις των ως άνθρωποι και πολίται {….}. Η διαρκής μάλιστα επίκληση παραμέτρων του ελληνοχριστιανικού πολιτισμού: της ελληνικής ιστορικής κληρονομιάς ή της ανάγκης διαμόρφωσης ενός Νέου Ανθρώπου με χριστιανικές αρετές, καθώς και η ακατάπαυστη συνθηματολογία «Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών», δεν αφήνει καμμιά αμφιβολία για τον ενεργό ρόλο των στελεχών της Εθνικής Προπαγάνδας στη χάραξη της εκπαιδευτικής πολιτικής του καθεστώτος.[29]

Η ανάπτυξη εθνικοθρησκευτικής συνείδησης αναγορεύεται σε θεμελιώδη σκοπό του σχολείου. Οι οδηγίες/εντολές του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων  Κ. Καλαμποκιά  ( εγκ.αρ.65710/53/16.5.1967) για τη διαμόρφωση εσωσχολικής και ενδοσχολικής ζωής είναι σαφείς: «τακτικός εκκλησιασμός διδασκό-ντων και διδασκομένων, ως και η εκτέλεσις  των θρησκευτικών καθηκόντων, όπως της εξομολογήσεως και της θείας μετάνοιας», {…}, ευπρεπής εμφάνισις των μαθητών ως προς την ενδυμασίαν  και κόμην , ως και η κόσμια συμπεριφορά αυτών εντός και εκτός σχολείου {…}, ευπρεπής εμφάνισις και συμπεριφορά των διδασκόντων»{…}», δραστηριότητα εκπαιδευτικών που να « εκτείνηται και εις εξωσχολικάς απασχολήσεις  συντελούσας  εις την προαγωγήν της κοινότητας εντός της οποίας ζώσι» (ό.π)

Εν ονόματι μάλιστα των αναγκών του νευραλγικού τομέα  της  Εθνικής Διαφωτίσεως και με αντάλλαγμα την απόκτηση προσόντων υπηρεσιακής ευδοκιμότητας, ο εκπαιδευτικός αναγορεύεται σε εθναπόστολο και αναμορφωτή της ελληνικής κοινωνίας,[30] αναλαμβάνοντας πρωταγωνιστικό ρόλο στην οργάνωση και διεξαγωγή δια-φωτιστικών ομιλιών και εκδηλώσεων εθνικοθρησκευτικού περιεχομένου, με ψυχαγωγικό δελεαστικό περίβλημα.

Για τη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας  «του σοβαρού έργου της Πνευματικής Αναπτύξεως και Εθνικής Διαφωτίσεως των κατοίκων της υπαίθρου»,  το διδακτικό προσωπικό ενημερώνεται για τις αρχές και το περιεχόμενο της «απόδοτικής» εκπαιδεύσεως, λαμβάνοντας  ανάλογο ενημερωτικό/διαφωτιστικό υλικό. [31]

Συνοψίζοντας τις θεσμικές εξελίξεις και τις συναφείς δράσεις στο χώρο της Γενικής Εκπαίδευσης κατά τη διάρκεια της επταετούς δικτατορίας, διαπιστώνουμε:

1.Τη δημιουργία ενός γραφειοκρατικού, συγκεντρωτικού και περίπλοκου μηχανισμού διοίκησης και οργάνωσης της εκπαίδευσης, που διασφάλιζε τη μέγιστη δυνατή κρατική εποπτεία και ελαχιστοποιούσε τις δυνατότητες ποιοτικής αναβάθμισής των εκπαιδευτικών υπηρεσιών .

2.Την ύπαρξη ισχυρών τεχνικών επιτήρησης και  πειθάρχησης του διδακτικού προσωπικού, μέσα από την εγκαθίδρυση ενός ιεραρχικού συστήματος πυραμιδικής μορφής, για τη διασφάλιση της εύρυθμης ιδεολογικής λειτουργίας του εκπαιδευτικού μηχανισμού.

3.Τη χειραγώγηση του εκπαιδευτικού έργου μέσα σε κλίμα τρομοκρατίας και πειθαρχικών διώξεων, προκειμένου να εναρμονιστεί με τις ιδεολογικές επιδιώξεις της Εθνικής Κυβέρνησης.

4.Την ποινικοποίηση της συμπεριφοράς των εκπαιδευτικών με ανορθολογικά κριτήρια, εμβαπτιζόμενα σε  ηθικά κατηγορήματα.

5.Την ιδεολογικά μπλοκαρισμένη γνωσιοπαραγωγική λειτουργία του εκπαιδευτικού θεσμού, με πρακτικές όπως:

·        η  τροποποίηση της  ιεράρχησης των σχέσεων των  γνωστικών αντικειμένων στη Μέση εκπαίδευση με σκοπό την προβολή των αξιών του παρελθόντος και με ό,τι αυτό βεβαίως συνεπάγεται για την αποσιώπηση των έκνομων πρακτικών αντιμετώπισης της πολιτικοιδεολογικής χρήσης του παρόντος (Νούτσος, Χ.1973, 284-285)

·        η αλλαγή σκοποθεσίας και προσανατολισμού στα ωρολόγια  προγράμματα  Στοιχειώδης και Μέσης Εκπαίδευσης(Β.Δ.702/1969, ΦΕΚ Α΄ 218 · Φλουρής, Γ. 1995, 332-333),

·        η συγγραφή και διανομή προπαγανδιστικών σχολικών εγχειριδίων Αγωγής του Πολίτου (Παπακωνσταντίνου-Τσίριμπα  κ.λπ) (Κarakatsani, D. 1999, 353),

·        η συστηματική προσπάθεια εξοικείωσης των μαθητών με το προπαγανδιστικό σύμβολο « του αναγεννώμενου φοίνικος»,  ασφαλώς και με τις συνδηλώσεις του για το εθνοφελές έργο της απριλιανής επανάστασης.

6.Την χρήση προπαγανδιστικών τεχνικών (διαφωτιστικό υλικό, ομιλίες  κ.λπ) μέσα και έξω από το σχολείο, για τη νομιμοποίηση των κοινωνικο-πολιτικών επιλογών του καθεστώτος,

7.Την ακύρωση των καινοτομιών  της μεταρρύθμισης του 64 (Α.Ν. 129/67)  με τη συρρίκνωση της υποχρεωτικής φοίτησης στο δημοτικό στα 6 χρόνια, την κατάργηση της αυτοτέλειας Γυμνασίου και Λυκείου, τη  γενίκευση της χρήσης της καθαρεύουσας και τον περιορισμό της διδασκαλίας της δημοτικής στις πρώτες τάξεις του δημοτικού.

Τελικά η ελληνική εκπαίδευση, εισέρχεται στη μεταπολιτευτική περίοδο παρουσιάζοντας τέτοια αναχρονιστικά χαρακτηριστικά: ψευτοκλασσικισμό, προγονολατρεία, λογοκοπία, βερμπαλισμό, αυταρχική διοικητική και εποπτική  δομή,  που την καθιστούν  αναντίστοιχη με τις ανάγκες της υπό αστικοποίηση  ελληνικής  κοινωνίας ( Μπουζάκης, Σ. ό.π., 110).

 

5. Αντί επιλόγου

 

Μέσα από τη διευρεύνηση του υλικού μας  αναδύονται ερωτήματα που επιζητούν κατά την άποψή μας νέες ερμηνευτικές κλείδες:

*      Ποια η αντίδραση του μεταπολευτικού εκπ/κού συστήματος στην «αντιδραστική» εκπαιδευτική πολιτική της επταετίας; Ποιες πρακτικές (θεσμικές-παιδαγωγικές) από-τυπώνουν την «αδράνεια» του μεταπολιτευτικού εκπ/κού μηχανισμού μετά την μακρόχρονη υποβολή του σε τεχνικές επιτήρησης πειθάρχησης και τιμωρίας;

*      Ποια η διαλεκτική σχέση μεσοπολεμικών, μετεμφυλιακών και μεταπολευτικών ιδεω-δών αγωγής και παιδαγωγικών πρακτικών;

 

 


ΠΡΩΤΟΓΕΝΕΙΣ ΠΗΓΕΣ

 

ΑΡΧΕΙΑ

 

*      Ατομικοί υπηρεσιακοί φάκελοι εκπαιδευτικών, Γ.Α.Κ Ηρακλείου Κρήτης (αταξινόμητο υλικό)

*      Αρχείο Δημοτικού σχολείου Ρογδιάς,, Εκπ.29, φακ.87, Γ.Α.Κ Ηρακλείου Κρήτης.

 

ΝΟΜΟΙ- ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΑ

 

*      ΚΗ΄ Συντακτική Πράξη (ΦΕΚ Α΄202/1968)

*      N.Δ. 93/1969 (ΦΕΚ Α΄77)

*      Προσχέδιο Ν.Δ. « Περί Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων»

*      Α.Ν.59/24-4-67 (ΦΕΚ Α΄, 110)

*      Α.Ν.129/19-9-67 (ΦΕΚ Α΄, 163)

*      Α.Ν. 375/14-4-68 (ΦΕΚ Α΄, 81)

*      Ν.Δ.  651/27-8-70, ΦΕΚ Α΄, 179)

*      Ν.Δ. 750/21-12-70, ΦΕΚ Α¨, 281)

*      Β.Δ. 702/1969 (ΦΕΚ Α΄, 218)

 

ΥΠΟΥΡΓΙΚΕ Σ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ- ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΥΠΟΥΡΓΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

 

*      65710/53/16.5.67

*      141570/118/5.10.67

*      156279/15-11-71

*      138(ΦΕΚ Α΄255/1971)

 

ΕΓΚΥΚΛΙΟΙ ΕΠΙΘΕΩΡΗΤΩΝ

 

*      259/11/28.2.68 (Αναπληρωτή Επιθεωρητή Β΄Περιφέρειας  Ρεθύμνης)

*      463/24/27.3.68 (Αναπληρωτή Επιθεωρητή Β΄Περιφέρειας  Ρεθύμνης)

*      2312/65/27.10.67 (Επιθεωρητή Δημοτικής Εκπαιδεύσεως Περιφέρειας Γόρτυνος)

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

*      Αλιβιζάτος, Ν. (1995), Οι πολιτικοί θεσμοί σε κρίση: 1922-1974. Όψεις της ελληνικής εμπειρίας, Θεμέλιο, Αθήνα.

*      Αλτουσέρ, Λ.(1994), Θέσεις, Θεμέλιο, Αθήνα.

*      Ανδρέου, Α.& Παπακωνσταντίνου, Γ. (1994), Εξουσία και οργάνωση –διοίκηση του εκπαιδευτικού συστήματος, Νέα Σύνορα, Αθήνα,

*      Βρυχέας, Α.& Γαβρόγλου, Προσπάθειες μεταρρύθμισης της Ανώτατης Εκπαίδευσης, Θεμέλιο, Αθήνα.

*      Clogg, R. (1976), Η ιδεολογία της «Επαναστάσεως της 21ης Απριλίου 1967» στο

*      Γιαννόπουλος , Γ.& Clogg, R. (1976), Η Ελλάδα κάτω από τον στρατιωτικό ζυγό, Παπαζήση, Αθήνα, 81-112.

*      Δημαράς, Α.(1990), Η μεταρρύθμιση που δεν έγινε: Τεκμήρια ιστορίας, τόμος Β΄, 1896-1967, Ερμής, «Νέα Ελληνική Βιβλιοθήκη», Αθήνα.

*      Διαμαντόπουλος, Θ.(1997), Η ελληνική πολιτική ζωή: Εικοστός αιώνας, Παπαζήση, Αθήνα.

*      Ελεφάντης, Α.(1994), Εθνικοφροσύνη: Η ιδεολογία του Τρόμου και της Ενοχοποίησης στο Ιδρυμα Σάκη Καράγιωργα (1994),  Η Ελληνική κοινωνία κατά την πρώτη μεταπολεμική περίοδο (1945-1967). 4ο Επιστημονικό Συνέδριο, Ι.Σ.Κ, Αθήνα.

*      Ευαγγελόπουλος, Σπ.(1987), Ιστορία της Νεοελληνικής Εκπαίδευσης, τόμος Β΄, Δανιά, Αθήνα.

*      Zambeta, E. (2000), Relegion and national identity in Greek Education, vol.11, no.2.

*      Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος ΙΕ΄ (1978), Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα.

*      Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος ΙΣΤ΄ (2000), Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα.

*      Κανάκης, Ι. (1995), Η εσωτερική οργάνωση και λειτουργία του νεοελληνικού δημο-τικού σχολείου, Γρηγόρης, Αθήνα.

*      Karakatsani,D.(1999), Le citoyen a l’ecole.Manuels d’education civique et citoyennete dans la Grece  d’apres-quere 1957-1989, ed., Peter Lang.Publications Universitaries Europeennes,serie XI : Pedagogie.

*      Κατηφόρης, Γ.(1975), Η νομοθεσία των βαρβάρων, Θεμέλιο, Αθήνα.

*      Λάζος, Χ., (1987), Ελλληνικό Φοιτητικό Κίνημα, Γνώση, Αθήνα.

*      Μελετόπουλος, Ν.(1996), Η δικτατορία των συνταγματαρχών: κοινωνία-ιδεολογία-οικονομία, Παπαζήσης, Αθήνα.

*      Μπουζάκης, Σ. (1986), Νεοελληνική Εκπαίδευση(1821-1895), Gutenberg, Αθήνα.

*      Μπουζάκης, Σ.(1999), Εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις στην Ελλάδα, τόμος Β΄, Gutenberg, Αθήνα.

*      Νούτσος, Χ. (1979), Προγράμματα Μέσης Εκπαίδευσης και Κοινωνικός Έλεγχος. (1931-1973), Θεμέλιο, Αθήνα.

*      Παπαδάκης, Ν. (2001), Κράτος, Πανεπιστήμιο και Εκπαιδευτική πολιτική στην Ελλάδα, Διδακτορική Διατριβή,  Πανεπιστήμιο Κρήτης, Ρέθυμνο.

*      Παπαδάκης, Ν. (2003), Εκπαιδευτική πολιτική. Η εκπαιδευτική πολιτική ως κοινωνική πολιτική; Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα.

*      Παπαδάκης, Ν. επιμ (2003), Κράτος, Κοινωνία, Αγορά και πολιτικές στην εκπαίδευση, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης Πανεπιστημίου Κρήτης & Σαββάλας, Αθήνα.

*      Παπαδάκης, Ν. (2004), Η Παλίμψηστη Εξουσία. Κράτος, Πανεπιστήμιο και Εκπαιδευτική Πολιτική στην Ελλάδα, Gutenberg, Αθήνα.

*      Παπαδημητρίου, Δ., (1999), « Και εχρειάσθη η 21η Απριλίου δια να μη απωλεσθή η νίκη του Γράμμου»: η ιδεολογία της μετεμφυλιακής  Δεξιάς και η κατάργηση της Ιστορίας στον λόγο της Επανάστασης, στο Ελληνική Εταιρεία Πολιτικής Επιστήμης (επιμ. Αθανασάτου, Γ.& Ρήγος, Α. & Σεφεριάδης, Σ., (1999), Η δικτατο-ρία 1967-1974: Πολιτικές πρακτικές-ιδεολογικός λόγος-αντίσταση, Καστανιώτης, Αθήνα.

*      Παπαδόπουλος, Γ. (1968),Το πιστεύω μας, τόμος Ι, Γενική Γραμματεία Τύπου και Πληροφοριών, Αθήνα.

*      Παπάζογλου, Μ. (1975), Φοιτητικό Κίνημα και Δικτατορία, Επικαιρότητα, Αθήνα.

*      Παπαπάνος, Κ.(1970), Χρονικό-ιστορία της Ανώτατής μας Εκπαιδεύσεως, Αμε-ρικάνικο Κολέγιο Θηλέων Αθηνών, Pierce College, Aθήνα.

*      Πυργιωτάκης, Ι.&Παπαδάκης, Ν.(1999),  Ερμηνευτική μέθοδος και έρευνα γύρω από την εκπαιδευτική πολιτκή και μεταρρύθμιση, στο Παιδαγωγική Εταιρεία Ελλάδ, Ελληνική Παιδαγωγική και Εκπαιδευτική Έρευνα, Πρακτικά του 1ου Πανελλήνιου Συνεδρίου (Ναύπακτος 1998), Ατραπός, Αθήνα.

*      Σπαθαράκη, Α. (2001), Η ιδεολογία του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου στα Αναγνωστικά του Δημοτικού Σχολείου, Μεταπτυχιακή εργασία, Πανεπιστήμιο Κρήτης, Ρέθυμνο.

*      Σολομών, Ι. (1994), Εκπαιδευτική δράση και κοινωνική ρύθμιση των υποκειμένων: γνώση και πειθαρχία στο πεδίο του σχολείου στο Σολομών, Ι. & Κουζέλης, Γ. (επιμ.) (1994), Πειθαρχία και γνώση,  ΕΜΕΑ, Αθήνα, 115-138.

*      Τερζής, Ν.(1993), Εκπαιδευτική πολιτική και Εκπαιδευτική μεταρρύθμιση. Προγράμματα και πραγματικότητα.- Πράγματα και πρόσωπα, Κυριακίδης, Θεσ-σαλονίκη.

*      ΥΠΕΠΘ (1972), Ενημερωτικόν Τεύχος επί των εργασιών της Επιτροπής Παιδείας, εκ του Εθνικού Τυπογραφείου, Αθήναι.

*      ΥΠΕΠΘ(1974), Πορίσματα Επιτροπής Παιδείας 1971-1973, εκ του Εθνικού Τυπογραφείου, Αθήναι.

*      Φλουρής, Γ. (1995), Αναντιστοιχία εκπαιδευτικών σκοπών αναλυτικού προγράμματος, εκπαιδευτικών μέσων: Μερικές όψεις της εκπαιδευτικής αντιφατικότητας στο Καζαμίας, Α& Κασσωτάκης,Μ, (επιμ.) Ελληνική Εκπαίδευση: προοπτικές ανασυγκρότησης και εκσυγχρονισμού. Σείριος, Αθήνα.

*      Φραγκουδάκη, Α.(1978), Τα Αναγνωστικά του Δημοτικού Σχολείου. Ιδεολογικός Πειθαναγκασμός και παιδαγωγική βία, Θεμέλιο, Αθήνα.

  

 

 


 

[1]Ειδικότερα για το εννοιολογικό πλαίσιο, το περιεχόμενο, την εσωτε-ρική και εξωτερική διάσταση και το πλαίσιο της  εκπαιδευτικής πολιτι-κής, βλ. Κανάκης, Γ.1995, 7-9· Παπαδάκης, Ν.2003, 78-88· Τερζής, Ν. 1993, 14.

[2]Για διεξοδική προσέγγιση της φυσιογνωμίας του απριλιανού στρατιω-τικού  καθεστώτος- της πιο τυπικής μορφής στρατιωτικής δικτατορίας στην πολιτική ζωή της χώρας μας, την αυτονόμηση του στρατού έναντι των προδιδακτορικών κέντρων εξουσίας και τη λειτουργία του ως δίαυλος κοινωνικού ελέγχου, βλ. Διαμαντόπουλος, Θ. 1997, 231-257·Ιοτορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος ΙΣΤ, 2000, 266. 

[3] Ο R. Clogg κάνει λόγο μάλιστα για «ψευδο-ιδεολογία»  ή για  «ψευδο-ιδεολογίες» που συναρμολογήθηκαν βιαστικά από τους ιδεολογικούς εκ-προσώπους των συνταγματαρχών, κατά την προσπάθεια νομιμοποίησης και εκλογίκευσης του πραξικοπήματος και των πρακτικών του (βλ. Clogg, R. 1976, 81).  

[4] Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το εξάτομο έργο του δικτάτορα Γ. Παπαδόπουλου «Το Πιστεύω μας» που ολοκληρώνεται σταδιακά (1968-1971)και διανέμεται δωρεάν προκειμένου «να καταστεί απαραίτητον α-νάγνωσμα  μεγάλων και μικρών» (Το Πιστεύω μας, Ι, σ. 8).Ιδιαίτερο εν-διαφέρον παρουσιάζουν οι πολιτικές του απόψεις περί της ολοκληρωτικής παρακμής της ελληνικής κοινωνίας πριν από την εθνοσωτήρια δράση της «Επαναστάσεως», που «δεν ήτο του Στρατού, {…} ήτο επανάστασις ολοκλή-ρου του Ελληνικού λαού{…}, που αναζήτησε τη λύτρωση από τον ίδιο του τον εαυτό(ό.π., σ.36,43).

[5] Για τις ιδεολογικές καταβολές του καθεστώτος στο μετεμφυλιακό πολι-τικοϊδεολογικό περιβάλλον, τη θεσμική προσπάθεια επισημοποίησης των άρρητων/ «παρασυνταγματικών» επιλογών του κράτους των εθνικοφρόνων με το Σύνταγμα 1968 και την ανάδειξη των Ενόπλων Δυνάμεων σε αυτόνομη πολιτική οργάνωση με δυνατότητα καθοδηγητικής δράσης στην ελληνική κοινωνία, βλ.Κατηφόρης,Γ. 1975,8-9&131· Μελετόπουλος,Μ.2000,150-152· Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, ΙΕ, 1978,272-273).

[6] Η πολιτική  πρόταση της δικτατορίας για την αντιμετώπιση της εικο-νιζόμενης κοινωνικής παρακμής φαίνεται να απορρέει από οργανιστική α-ντίληψη της κοινωνίας. Καταδικάζοντας τον υλισμό, τον ευδαιμονισμό και ατομικισμό και εξυμνώντας τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του ελληνι-κού έθνους, τον αγροτικό κόσμο, την αγιότητα του ελληνικού χωριού, τις παραδόσεις, τα έθιμα, την πίστη στην αθάνατη Ελλάδα αποπνέει έ-ντονο ρομαντισμό και τραντισιοναλισμό. Για διεξοδικότερη ανάλυση βλ. Παπαδημητρίου, Δ. 1999, 163-164.

[7]Στα πλαίσια μάλιστα της ιδεολογικής προπαγάνδας καθιερώνεται το σύνθημα «Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών». Αξίζει να σημειωθεί, ότι τα αντί-θετα αξιολογικά συστήματα της Αρχαίας Ελλάδας και του Βυζαντίου- βα-σικές συνιστώσες του ιδεολογήματος του ελληνοχριστιανικού πολιτισμού- μένουν απροσδιόριστες παρά τη συχνή επίκλησή τους (βλ.Clogg, R.,ό.π., 93-94).   

[8] Βλ.επίσης για «την κατάργηση της Ιστορίας» στη σκέψη των συνταγμα-ταρχών, Παπαδημητρίου, Δ., ό.π., 163.

[9] Ωστόσο ο αντικομμουνισμός θεωρείται λειτουργική διάσταση του πο-λιτικού λόγου του Γ. Παπαδόπουλου, αφού με τη χρήση της επιχειρείται συστηματικά  η δικαίωση της εγκαθίδρυσης της δικτατορίας (βλ. Παπα-δημητρίου, Δ. 1999, 164). 

[10] Για τους μηχανισμούς διείσδυσης της εθνικοφροσύνης στο δημοσιου-παλληλικό κόσμο,βλ. Ελεφάντης, Α. 1994,651.

[11] Αξίζει να σημειωθεί ότι η ίδια Συντακτική Πράξη επιβάλλει την υπο-βολή δηλώσεων νομιμοφροσύνης από τους διδάσκοντες στα Πανεπιστήμια. 

[12] Το εν λόγω προσωπικό αποτελείται από Επιμελητές, Βοηθούς Εργαστη-ρίων, Σπουδαστηρίων, Εδρών, Κλινικών ή Μουσείων και Παρασκευαστές Ερ-γαστηρίων ή Μουσείων (Α. 1 π. 1).

[13] Εν μέσω άλλων ασφυκτικών διατάξεων για την Παιδεία αλλά και της διαμόρφωσης ενός πλαισίου (θεσμικού πλέον) περιορισμού των ατομικών ελευθεριών. Βλ. αναλυτικότερα Αλιβιζάτος, Ν.1995,602.  

[14] Το θεσμό αυτό είχε θεσπίσει για πρώτη φορά, η Κυβέρνηση Βενιζέλου το 193. Η Χούντα τον επαναφέρει με την ΚΗ΄ Συντακτική Πράξη (ΦΕΚ Α. 202/ 1968) και με το Ν.Δ. 93/1969 (ΦΕΚ Α.΄ 77).

Τη θέση του Κυβερνητικού Επιτρόπου μπορεί, με βάση αυτά τα δυο νομο-θετήματα, να καταλάβει, μετά του σχετικού διορισμού από την Κυ-βέρνηση, ο «διατελέσας τακτικός καθηγητής Πανεπιστημίου ή άλλου ΑΕΙ, εν ενεργεία  ή συνταξιούχος ανώτατος δημόσιος πολιτικός ή στρατιω-τικός υπάλληλος ή ανώτατος δικαστικός εν γένει λειτουργός ή επιστήμων ανεγνωρισμένου κύρους» (Α.36 π.1) ενώ η θητεία τους είναι πενταετής.

[15] Για την ακρίβεια πρόκειται για έναν «Καταστατικό χάρτη» των Ιδρυμάτων Ανώτατης Εκπαίδευσης, τον οποίο συνέταξε η μια επί τούτου συγκροτηθείσα επιτροπή, υπό την προεδρία του ακαδημαϊκού Ι. Ξανθάκη,  τη συμμετοχή Καθηγητών των Πανεπιστημίων Αθηνών, Θεσσαλονίκης και Πατρών, αλλά και την συμμετοχή του Γενικού Διευθυντού της Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος. Η τελευταία συμμετοχή καθίσταται ερμηνευτικά εύγλωττη, με δεδομένα τα ιδεώδη του ελληνοχριστιανικού πολιτισμού που εμφορούσαν τον απριλιανό Λόγο και Δράση. Ας μην ξε-χνάμε άλλωστε ότι «όχι μόνο η σχολική γνώση αλλά και ένα αξιοση-μείωτο τμήμα του ελληνικού κοινωνικού γίγνεσθαι θεωρεί ότι η Ορθοδο-ξία αποτελεί διακριτό χαρακτηριστικό του ‘‘Ελληνισμού’’. Στο ελληνικό πολιτικό και κοινωνικό συγκείμενο, ο όρος ‘‘Ελληνο-Χριστιανικός πολι-τισμός’’ χρησιμοποιήθηκε με σκοπό να δώσει έμφαση στην Ελληνική ταυ-τότητα….» (βλ. Zambeta, E.2000,148). 

Η εν λόγω Επιτροπή συγκροτήθηκε το Νοέμβρη του 1971 και το προσχέδιο του Νομοθετικού Διατάγματος δημοσιεύθηκε (για την ακρίβεια διέρρευσε) στον Τύπο το Γενάρη του 1973 (βλ. «Τα Νέα», φ. 17-23ης  Ιανουαρίου του 1973 και αναλυτικότερα για τα παραπάνω Βρυχέα Α. – Γαβρόγλου Κ., ό. π., 69-70 και Παπαδάκης, Ν.  2001, 380).            

[16] Πρόκειται για το  επταμελές Συμβούλιο Ανωτάτης Παιδείας, το οποίο απαρτίζεται από τρεις Ακαδημαϊκούς, ομότιμους Καθηγητές, τρεις Πρυ-τάνεις και έναν Κοσμήτορα μιας Σχολής (Α. 2) 

[17] Τα σωματεία αυτά μπορούν να εμπλέκονται στην οργάνωση εκδηλώσεων «μορφωτικού, καλλιτεχνικού ή κοινωνικού χαρακτήρος, ιδία δε διαλέ-ξεων, εκδρομών, παραστάσεων συναυλιών, εκθέσεων, εορτών κ. λπ.» αρκεί να μην παρακωλύουν τη διεξαγωγή των μαθημάτων και να μην επιδιώκουν πολιτικούς σκοπούς (Α. 116 π. 1). Expressis verbis, οφείλουν να δρα-στηριοποιούνται σε καθεστώς ιδεολογικής εκκένωσης.

[18]Το σώμα των προτάσεων της Ειδικής Επιτροπής παραδόθηκε πολύ νωρί-τερα στην Επιτροπή Παιδείας: στις 27 Δεκεμβρίου του 1972 (βλ. σχετικά ΥΠΕΠΘ, Πορίσματα Επιτροπής Παιδείας 1971- 1973, 1974,109).

[19] Για την ακρίβεια «προτάσει της επιτροπής δι’ αποφάσεων του Υπουρ-γού Παιδείας και Θρησκευμάτων» Γεράσιμου Φραγκάτου (βλ. Ραδιοφωνική  Ομιλία Ι του Καθηγητού Χαραλάμπους Φραγκίστα, Προέδρου της Επιτροπής Παιδείας, όπως παρατίθεται στο ΥΠΕΠΘ, Ενημερωτικόν Τεύχος επί των εργασιών της Επιτροπής Παιδείας 1972, 131-132) .Οι άλλες δυο Υπο-Επιτροπές είναι η «Ειδική επιτροπή επί θεμάτων Γενικής Εκπαιδεύσεως» και «Ειδική επιτροπή επί θεμάτων Επαγγελματικής Εκπαιδεύσεως» (βλ. σχετικά Βασίλειον της Ελλάδος. ΥΠΕΠΘ - Διεύθυνσις Διοικητικού, Απόφα-σις με αριθ. Πρωτοκόλλου 156279, Εν Αθήναις τη 15 Νοεμβρίου 1971, όπως παρατίθεται στο ΥΠΕΠΘ, Ενημερωτικόν Τεύχος επί των εργασιών της Επιτροπής Παιδείας, ό. π.,13- 14).

[20] Η εν λόγω Υποεπιτροπή ιδρύθηκε με την Υπουργική Απόφαση 156279/ 15 –11-71. Βλ. σχετικά Βασίλειον της Ελλάδος. ΥΠΕΠΘ - Διεύθυνσις Διοι-κητικού, Απόφασις με αριθ. Πρωτοκόλλου 156279, σ. 12,  Ραδιοφωνική ο-μιλία του Καθηγητού Χαραλάμπους Φρασκίστα, ό. π., σ. 132 και ΥΠΕΠΘ, Πορίσματα Επιτροπής Παιδείας 1971- 1973, ό.π.,13).       

[21] Η συστηματική ενασχόληση της Επιτροπής Παιδείας της Χούντας με την Ανώτατη Εκπαίδευση εκκινήθηκε την 7η Δεκεμβρίου του 1972 και συνεχί-στηκε για 15 «πολυώρους συνεδριάσεις» (ΥΠΕΠΘ,Πορίσματα Επιτροπής Παι-δείας 1971-73, ό. π., 109).

[22] Με την απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου, αριθμ. 138 (ΦΕΚ Α΄ 255/1971). Η οριστική καθιέρωση του θεσμού των «επικουρικών καθη-γητών», επιχειρείται με το (προσχέδιο) Ν. Δ. «Περί Ανωτάτων Εκπαι-δευτικών Ιδρυμάτων», όπου οι επίκουροι καθηγητές διακρίνονται σε μό-νιμους και «επί θητεία» («Το ανώτερον διδακτικόν προσωπικόν των ΑΕΙ απαρτίζεται, κατά σειράν ιεραρχικής τάξεως εξ επιτίμων καθηγητών, ο-μοτίμων καθηγητών, τακτικών καθηγητών, καθηγητών επί θητεία, επι-κουρικών καθηγητών, επικουρικών καθηγητών επί θητεία και εντεταλμένων υφηγητών», σύμφωνα με το Α. 52 π.1).   

[23] Βλ. αναλυτικότερα για αυτό το ζήτημα και την ερμηνεία του Πυργιω-τάκης, Ι. & Παπαδάκης, Ν. 1999, σ. 858.  Αναλυτικότερα για αυτό το εγχείρημα πρόσδοσης ενός όψιμου «φιλολαϊκού χαρακτήρα» στην πολιτική της Χούντας προκειμένου να αποτραπεί η προϊούσα καθολική απόνομι-μοποίησή της, βλ. και Παπαδάκης,Ν. 2001,395- 396.

 

[24] Με το άρθρο 5 του Ν.Δ. 651/70 η χώρα διαιρείται σε δέκα Ανώτερες Εκπαιδευτικές Περιφέρειες, που διοικούνται από ισάριθμους Εκπαιδευ-τικούς Συμβούλους, με επιστημονικές, παιδαγωγικές, εποπτικές και διοικητικές αρμοδιότητες στα σχολεία και στο προσωπικό της Γενικής Εκπαίδευσης καθώς και στις Σχολές Εκπαίδευσης διδακτικού προσωπικού Γενικής Εκπαίδευσης.

[25] Σύμφωνα με το άρθρο 35 του Ν.Δ. 651/70,  τα ουσιαστικά προσόντα βαθμολογικής και μισθολογικής κατά συνέπεια εξέλιξης του υπαλλήλου, συνάγονται από α) τις εκθέσεις υπηρεσιακής ικανότητας, β)τον ατομικό φάκελο του εκπαιδευτικού και γ) την τεκμηριωμένη προσωπική αντίληψη των μελών του οικείου περιφερειακού Συμβουλίου κρίσης.

[26] Τα παραπάνω στοιχεία αποτελούν ευρήματα μελέτης αρχειακού ατα-ξινόμητου υλικού των Γ.Α.Κ Ηρακλείου και συγκεκριμένα Ατομικού  Υπηρεσιακού Φακέλου δασκάλου (Υποκείμενο 1), που τέθηκε κατά τη διάρ-κεια της δικτατορίας σε 6/μηνη διαθεσιμότητα. Για λόγους προστασίας προσωπικών δεδομένων,  δεν κατονομάζεται.

[27] Για τον ανάλογο ρόλο του δασκάλου και κατά τη διάρκεια της μεταξι-κής δικτατορίας, βλ. Σπαθαράκη, Α. 2001, 136-147.

[28] Για τον διαχρονικά κομβικό ρόλο των εκθέσεων αξιολόγησης στην μεταπολεμική επιχείρηση ιδεολογικού  πειθαναγκασμού των εκπαιδευτι-κών, βλ. Ανδρέου, Α. 1994, 271-282.

 

[29] Στο  Εγχειρίδιον δια τα στελέχη της Εθνικής Προπαγάνδας, τονίζεται ότι «με την ακατάπαυστον δογματική επανάληψιν της εθνικής ιδέας, γνώ-μης ή απόψεως{…}, ο λαός την συνηθίζει και τέλος η εθνική ιδέα  κα-θίσταται πίστις του» (βλ.Clogg, R.,ό.π., 94, 110).   

[30] Υποχρεώνεται μάλιστα να στελεχώσει την Επιτροπή Κοινοτικής Ανά-πτυξης της έδρας του- αρμόδια για την εθνική διαφώτιση των κατοίκων της κοινότητας. Αναλυτικότερα βλ.εγκ. Φραϊδάκη Παντελή, Αν. Επιθεωρη-τή Δημοτικής Εκπαίδευσης Β’ Περιφέρειας Ρεθύμνης (463/ 24/27.3.68) και εγκ. Ανδρέα Χατζηκώστα, Επιθεωρητή Δημοτικής Εκπαίδευσης  Β’ Πε-ριφέρειας Ρεθύμνης, 1852/2/3.1.1968.

[31]Στην κατηγορία του διαφωτιστικού υλικού συγκαταλέγονται για παρά-δειγμα εγχειρίδια-έντυπα, με τίτλο: «Εθνική και ηθική Αγωγή του Στρα-τεύματος» ή «Ο αγών κατά των κομμουνιστοσυμμοριτών 1945-1947» (βλ.Εγκύκλιος Επιθεωρητή Δημοτικής Εκπαιδεύσεως Περιφέρειας Γόρτυνος Στ. Σταθακόπουλου, 2312/65/27.10.1967 από Γ.Α.Κ Ηρακλείου, Εκπ. 29, φακ.87.