ΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗ, ΑΝΑΔΕΙΞΗ ΚΑΙ ΔΙΑΣΥΝΔΕΣΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΕΠΙΛΟΓΩΝ ΚΑΙ ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΟ-ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΑΡΧΩΝ, ΥΠΟ ΤΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ ΚΟΙΝΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ (ΙΟΥΝΙΟΣ 1989- ΑΠΡΙΛΙΟΣ 1990)

 

 

Νικόλαος Μ. Ουδατζης

Yπ. Δρ. Φ.Κ.Σ. Παν/μίου Κρήτης

 

 

 

Περιληψη

 

            Η διερεύνηση της εκπαιδευτικής πολιτικής στην ελληνική βιβλιογραφία είναι σπουδαία και εκτενής σε όλα τα επίπεδα του εκπαιδευτικού συστήματος. Ωστόσο, το μοναδικό μεταπολιτευτικό παράδειγμα της συγκυβέρνησης για 10 μήνες από τους μεγαλύτερους κομματικούς σχηματισμούς παραμένει αδιερεύνητο παρά την ιστορική του σημαντικότητα. Στόχος της παρούσας ανακοίνωσης είναι η προσπάθεια διασύνδεσης των εκπαιδευτικών πολιτικών επιλογών με την υιοθετούμενη ιδεολογικο-πολιτική πλατφόρμα των κομμάτων σε μια περίοδο έντονης προσπάθειας εκλογικής επιτυχίας.

 

Abstract

 

            The education policy research in the Greek literature is substantial and comprehensive in all levels of education. However the unique paradigm of pluralist govern for a period of 10 months from the greater parties remains unsearchable although it’s historical significance. Basic aim of this paper is the examination of linkage between the educational policy decisions and the ideological – political beliefs in a period of great political confrontation.

 

Εισαγωγη

 

Η εικοσαετία 1980-2000 σηματοδότησε σημαντικές μεταβολές στην Ελληνική εκπαιδευτική πραγματικότητα, άλλοτε ως ιστορική εκπλήρωση πάγιων αιτημάτων και αναγκών και άλλοτε με τη μορφή εισαγωγής καινοτόμων εκπαιδευτικών μεταβολών με σκοπό την απόκριση στις ραγδαία εξελισσόμενες κοινωνικο-οικονομικές απαιτήσεις. Ταυτόχρονα, καταγράφεται μια πλουσιότατη βιβλιογραφία γύρω από τις εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις και την εκπαιδευτική πολιτική της περιόδου, που κινείται σε πολλαπλά πλαίσια ερμηνείας και προσέγγισης των εκπαιδευτικών γεγονότων που πραγματοποιήθηκαν. Ωστόσο ένα σημαντικό βιβλιογραφικό / ερευνητικό κενό ενυπάρχει στη διερεύνηση της περιόδου μεταξύ Ιουνίου 1989 έως τον Απρίλιο του 1990, δηλαδή, την περίοδο κατά την οποία την ανάληψη της εξουσίας είχαν, για τη μεν πρώτη περίοδο (Ιούνιος 1989-Νοέμβριος 1989) μια υπηρεσιακή κυβέρνηση, για τη δε δεύτερη (Νοέμβριος 1989-Απρίλιος 1990) μια οικουμενική κυβέρνηση.

Η λογικότερη ερμηνεία του κενού αυτού εδράζεται από τη μια στην απουσία ‘’σημαντικών’’ μεταρρυθμιστικών ή διαρρυθμιστικών εκπαιδευτικών πολιτικών ενεργειών και από την άλλη, στην μονοσήμαντη συνήθως αναφορά στην εποχή, που εντοπίζεται στην σφοδρότητα της πολιτικής αντιπαράθεσης, σε ένα για πρώτη φορά μετά το 1974 ασταθές πολιτικό περιβάλλον.

Ξεπερνώντας, αλλά όχι υποτιμώντας τις πολιτικο-ιδεολογικό-κομματικές διαστάσεις της εποχής, ελέγχουμε την ανάγκη εκλογικής ανάδειξης ή συγκράτησης των δυνάμεων ως ένα ερμηνευτικό εργαλείο στη διαδικασία προσέγγισης των εκπαιδευτικών γεγονότων της περιόδου 1989 – 1990. Η μεθοδολογική αυτή παραδοχή, κατά συνέπεια δηλώνει την πρόθεσή μας να ερευνήσουμε το ρόλο ‘’της παιδείας – του εκπαιδευτικού συστήματος’’, σε περιόδους έντονων πολιτικών αντιπαραθέσεων, είτε με τη μορφή ανάδειξης και τονισμού κεντρικών εκπαιδευτικών θεμάτων είτε με την αποσιώπηση και συνειδητή απόσυρση μη προσφιλών κοινωνικά θεμάτων.

Η περίοδος αυτή διακρίνεται από μια έντονη αντιπαράθεση εκπαιδευτικών πολιτικών θέσεων που διαπερνούν όλη τη δομή και τα ζητήματα της εκπαίδευσης, τα οποία και αποτέλεσαν κυρίαρχα ζητήματα στην προσπάθεια ενίσχυσης της εκλογικής δύναμης όλων των κομμάτων στις αλλεπάλληλες εκλογικές διαδικασίες. Στο επίπεδο της παρούσας εισήγησης, η μελέτη εντοπίζεται σε ζητήματα της εκπαιδευτικής πραγματικότητας, τόσο σε ενδοσυστημικό όσο και σε εξωσυστημικό επίπεδο.

Στόχος μας είναι, η ανάδειξη των προσφιλέστερων εκπαιδευτικών πολιτικών επιλογών των κομμάτων, η κοινή εκπαιδευτική πολιτική συγκρότηση και η προσπάθεια διασύνδεσής τους με το προβαλλόμενο ιδεολογικοπολιτικό τους corpus, όπως καταγράφεται την περίοδο αυτή.

Συνηθέστερα η μελέτη των εκπαιδευτικών πολιτικών επιλογών, ξεκινά από την ύπαρξη μιας μεταρρύθμισης ή διαρρύθμισης, γεγονός μεθοδολογικά ακυρωτικό στην προσπάθεια σύλληψης και συγκρότησης του εκπαιδευτικού πολιτικού περιβάλλοντος μιας συγκεκριμένης εποχής. Συνάγεται λοιπόν το συμπέρασμα πως η μελέτη της εκπαιδευτικής πολιτικής δεν είναι απαραίτητο να επικεντρώνεται ή ακόμα, δεν ολοκληρώνεται αποκλειστικά μόνο στη διερεύνηση των εκπαιδευτικών πολιτικών εφαρμογών, αλλά είναι δυνατόν να προκύψουν ασφαλή συμπεράσματα και διαμέσου της μελέτης των προθέσεων, των ιδεών, του διαλόγου, των επιχειρημάτων που εκφράζουν οι εμπλεκόμενοι (πολιτικοί, συνδικαλιστικοί, εκπαιδευτικοί, κοινωνικοί, οικονομικοί) φορείς, χωρίς να υπάρχει απαραιτήτως ένα μεθοδολογικό tertium comparationis που θα έχει τη μορφή μιας πρότασης νόμου, ενός νομοσχεδίου ή ενός νόμου.

 

Εκπαιδευτικη Πολιτικη

 

Μια συνολική διερεύνηση της ε.π. απαιτεί, προκειμένου να μειωθεί το περιθώριο εσφαλμένων ερμηνειών και συμπερασμάτων, να λάβει υπόψη της όλες τις κοινωνικές παραμέτρους που χαρακτηρίζουν οποιαδήποτε πολιτική ενέργεια. Σύμφωνα με τα προηγούμενα, η διαμόρφωση μιας προτεινόμενης ε.π. προσδιορίζεται από την σύλληψη της κοινωνικής πραγματικότητας και αποτελεί συνισταμένη ειδικότερων πολιτικών στόχων μιας κυβέρνησης ή ενός κόμματος. Στο ίδιο συμπέρασμα συγκλίνει ο Γ.Μαυρογιώργος, διερευνώντας τις προσπάθειες εισαγωγής αλλαγών στο εκπαιδευτικό σύστημα, ενταγμένες σε ένα ευρύτερο συνολικό πλαίσιο εκπαιδευτικής πολιτικής, προσδιορίζοντας πως ‘’το ιδεολογικό περιεχόμενο αυτών των αντιλήψεων και παραδοχών, αποκαλύπτεται αν εξετάσουμε τους σκοπούς για τους οποίους προτείνονται εκπαιδευτικές αλλαγές και αν επισημάνουμε τις προεκτάσεις που έχει η υιοθέτησή τους για τη σχέση ατόμου, εκπαιδευτικού συστήματος και κοινωνίας’’ (Μαυρογιώργος, 1986: 46-7). Συνεπώς, συντασσόμαστε στην λογική πως η σύσταση και προώθηση μιας ε.π. δεν υφίσταται σε αιτίες απροσδιόριστες και ότι ακόμα, δεν προέρχεται από τη σχετική ατομική βούληση ενός Υπουργού ή μιας ομάδας συμφερόντων/πίεσης, αλλά αποτελεί την κοινή συνισταμένη και δημιουργείται από έναν κομματικό σχηματισμό (αναφορικά με την εφαρμογή της, από μια κυβέρνηση), σύμφωνα με τις ιδιαίτερες προσδοκίες, με τις υφιστάμενες πολιτικο-οικονομικές συνθήκες, με τις διεθνείς σχέσεις της χώρας του παραδείγματος, δηλαδή με την κοινωνική πραγματικότητα μέσα στην οποία ιστορικά προσδιορίζεται και προσδιορίζει. Έτσι η κατανόηση των εκπαιδευτικών προβλημάτων ‘’δεν προκύπτει μόνο από μια εσωτερική διαχειριστική ανάλυση (managerialism) των πολιτικών, αλλά προϋποθέτει μια συσχέτιση εσωτερικών όρων του εκπαιδευτικού συστήματος με γενικότερα προβλήματα της ιστορικής κοινωνίας στην οποία αναφέρεται’’(Ζαμπέτα, 1989: 114).

 

            Το πολιτικο-ιδεολογικό περιβάλλον συμβάλλει στην διαμόρφωση της ε.π. παρέχοντας το σώμα των ιδεών για τον τρόπο που αντιλαμβάνεται την κοινωνική πραγματικότητα. Η ε.π. που διακηρύσσει ένας κομματικός μηχανισμός ακολουθεί ή τουλάχιστον υποτίθεται πως ακολουθεί ένα ευρύτερο πλαίσιο ιδεολογικών αρχών που κατευθύνει δραστηριοποιεί και κινητοποιεί τις πολιτικές ενέργειες για την επίτευξη ενός συγκεκριμένου στόχου. Η πολιτική ιδεολογική ταυτότητα ενός κόμματος, ανεξάρτητα από το αν ασκεί εξουσία ή βρίσκεται στην αντιπολίτευση, επηρεάζει και διαμορφώνει αναμφισβήτητα τις εκπαιδευτικές του προτάσεις και επιλογές. Επίσης, το γεγονός ότι ορισμένα προβλήματα κατανοούνται από την κυβερνητική πολιτική και αντιμετωπίζονται με ένα συγκεκριμένο τρόπο, ενώ ορισμένα άλλα δεν κατανοούνται ή δεν αντιμετωπίζονται, παραπέμπει άμεσα ή έμμεσα στην αναζήτηση και της ιδεολογικο-πολιτικής ταυτότητας του φορέα.

 

Εκπαιδευτικες Προτασεις των Κομματικων Σχηματισμων

 

            Διερευνώντας τα πολιτικά κείμενα των κυρίαρχων κομματικών σχηματισμών της εποχής, προκύπτει απευθείας η ανάγκη της εκατέρωθεν κριτικής και λιγότερο η προσπάθεια ανάδειξης μιας διαφορετικής πολιτικής πρότασης. Υπό το ρεαλιστικό δηλαδή περιβάλλον της ανάγκης ‘’απαξίωσης’’ των εκπαιδευτικών πολιτικών επιλογών των αντιπάλων (κύρια της κυβέρνησης που αποχωρεί) στις αλλεπάλληλες εκλογικές αναμετρήσεις, τα κόμματα λιγότερο αναδεικνύουν τις δικές τους προτάσεις, ενώ όταν το κάνουν συχνά δεν εμβαθύνουν στα ποιοτικά ή ουσιαστικά στοιχεία των εκπαιδευτικών τους πολιτικών επιλογών, είτε αυτό ερμηνευθεί ως εξ αντανακλάσεως πρακτική προς το μειωμένο κοινωνικό ενδιαφέρον, είτε προσπαθώντας να αντιπαρατεθούν σε διαφορετικά πολιτικά πεδία περισσότερο συγκρουσιακά.

Το ΠΑΣΟΚ κύρια εμμένει και τονίζει τις μεταβολές που επέφερε κατά την ολοκλήρωση της δεύτερης τετραετίας του, που διαπερνούν όλες τις βαθμίδες εκπαίδευσης και αναφέρονται τόσο σε ενδοσυστημικές όσο και σε εξωσυστημικές παρεμβάσεις, αναδεικνύοντας ταυτόχρονα την ανάγκη προώθησης και νέων καινοτόμων προτάσεων ενόψει του 1992 (συνθήκη Μάαστριχτ) με πρωτεύοντα ζητήματα: τη ‘’διαρκή και συνεχιζόμενη εκπαίδευση’’, την ‘’ανάπτυξη μεταπτυχιακών προγραμμάτων’’, την ‘’αναβάθμιση της τεχνικής επαγγελματικής εκπαίδευσης’’, την ‘’προσαρμογή του εκπαιδευτικού συστήματος στη νέα κοινωνική και οικονομική πραγματικότητα της χώρας’’, τη ‘’διατήρηση του καθεστώτος των κρατικών τριτοβάθμιων ιδρυμάτων’’, και τη ‘’διατήρηση της επετηρίδας ως αντικειμενικό σύστημα εισαγωγής’’ των εκπαιδευτικών στο σχολικό περιβάλλον.

Ερευνώντας τον εκπαιδευτικό πολιτικό λόγο του ΠΑ.ΣΟ.Κ. από την ίδρυσή του μέχρι το 1990 διαπιστώνεται ένα σοβαρότατο ζήτημα διαρκούς ανακατασκευής προβαλλόμενων θέσεων στο θέμα της διασύνδεσης της εκπαίδευσης με την παραγωγή. Γεγονός είναι πως το θέμα αυτό διαχρονικά αντιμετωπιζόταν διττά, ανάλογα με την πολιτική συγκυρία της εποχής και το ακροατήριο. Στο συγκεκριμένο ερευνητικό πεδίο της περιόδου 1989-90, η ανάγκη πρόταξης ενός πειστικού επιχειρήματος έναντι της ανεργίας, οδηγεί στην κοινωνική προβολή / δέσμευση, της ανάγκης για διασύνδεση της εκπαίδευσης με την παραγωγή, ενώ την ίδια στιγμή προτείνει εντός της Βουλής την ανάγκη σταδιακής απορρόφησης μεγαλύτερου αριθμού εισακτέων στην Γ΄βάθμια εκπαίδευση, αποδεσμεύοντας την κατοχή πτυχίου από οποιαδήποτε επαγγελματική κατοχύρωση, χωρίς να προτείνεται η κατάργηση του numerous clauses (Πρακτικά Βουλής, 1989: 873). Το 1991 σε μια συγκροτημένη εκπαιδευτική πολιτική πρόταση το ΠΑ.ΣΟ.Κ. επιστρέφει στη θέση για άμεση διασύνδεση της εκπαίδευσης με την παραγωγή, προτείνοντας πως ‘’η εκπαίδευση οφείλει να εξασφαλίζει γνώση, η οποία να επιτρέπει στους νέους να βρίσκουν δουλειά’’(ΠΑ.ΣΟ.Κ., 1991: 11). 

            Η εκπαιδευτική κριτική του ΠΑ.ΣΟ.Κ. κυρίως κατά την πρώτη περίοδο της υπηρεσιακής κυβέρνησης εντοπίζεται στην ανάγκη διαφύλαξης των εκπαιδευτικών κεκτημένων, τονίζοντας παράλληλα τις περιορισμένες δυνατότητες της κυβέρνησης να μεταρρυθμίσει σε σημαντικά ζητήματα. Η στάση αυτή εξάλλου βρίσκεται σε άμεση συνάρτηση με τις προγραμματικές δηλώσεις της υπηρεσιακής κυβέρνησης όπως προβλήθηκαν από τον Πρωθυπουργό Τζ.Τζανετάκη, σύμφωνα με τις οποίες: ‘’σε ότι αφορά την παιδεία, δεν πρόκειται όπως καταλαβαίνετε, να προχωρήσει η Κυβέρνηση στην εφαρμογή επιμέρους επιλογών των εκπαιδευτικών προγραμμάτων των πολιτικών δυνάμεων που τη στηρίζουν. Εκείνο όμως που θα κάνουμε, είναι μια σειρά σοβαρών ενεργειών, που θα σκοπεύουν στην εμπέδωση ενός πνεύματος εθνικής συνεργασίας και στην κινητοποίηση όλων των δυνάμεων, για την ομαλότερη λειτουργία του εκπαιδευτικού μας συστήματος…’’(Πρακτικά Βουλής, 1989: 789). Η συμφωνία των πολιτικών δυνάμεων για συνεργασία εξάλλου, καθιστούσε απαγορευτική οποιαδήποτε προσπάθεια εφαρμογής συγκεκριμένων μεταρρυθμίσεων καθώς οι δύο κυβερνητικοί εταίροι είχαν εκ διαμέτρου αντίθετες ιδεολογικο – πολιτικές εκπαιδευτικές επιλογές. Η συγκυρία αυτή επέτρεπε στο ΠΑ.ΣΟ.Κ. να αναγάγει οποιαδήποτε προσπάθεια νομοθετικής ρύθμισης σε παραβίαση των προγραμματικών δηλώσεων, ταυτόχρονα προς τη φυσική αδυναμία της Ν.Δ. και του Συνασπισμού να συμφωνήσουν σε έναν κοινό εκπαιδευτικό τόπο. Η μοναδική ίσως πλήρης συμφωνία μεταξύ των κομμάτων της κυβέρνησης κατά την πρώτη περίοδο, έγκειται στην ψήφιση του σχεδίου νόμου ‘’Μετεγγραφές φοιτητών και σπουδαστών εσωτερικού – εξωτερικού και κατατάξεις πτυχιούχων στα Ανώτατα και στα Τεχνολογικά Εκπαιδευτικά Ιδρύματα και άλλες διατάξεις’’ το Σεπτέμβριο του 1989, μέσα σε ένα σφοδρό κλίμα πολιτικο – ιδεολογικής αντιπαράθεσης στη Βουλή.

            Η Νέα Δημοκρατία προεκλογικά διατύπωσε εκπαιδευτικές πολιτικές επιλογές που ανήκουν στις λεγόμενες μη προσφιλείς κοινωνικά θέσεις. Χαρακτηριστική είναι η πρόταση για ‘’εξετάσεις και βαθμολογία για τους μαθητές. Σύμφωνα με τις προεκλογικές της προτάσεις: ‘’οι μαθητές όλων των βαθμίδων και θα εξετάζονται και θα βαθμολογούνται. Σε όλες τις τάξεις, από την πέμπτη Δημοτικού μέχρι και την τρίτη Λυκείου, με εξετάσεις σε τακτά διαστήματα και οπωσδήποτε στο τέλος του σχολικού έτους…’’, επιστρέφοντας ουσιαστικά σε παλαιότερες θέσεις της, προ 1981, αλλά και ανοίγοντας το θέμα της ποιότητας και της αξιολόγησης του εκπαιδευτικού προϊόντος, διαδικασία που διαχρονικά κατά την προσέγγισή της τεκμαίρεται και ελέγχεται από τακτικές επιλεκτικές διαδικασίες, σε όλες τις βαθμίδες του εκπαιδευτικού συστήματος (Νέα Δημοκρατία, 1989). Αναμενόμενο, στα πλαίσια μιας προκαθορισμένης συμφωνίας για συγκυβέρνηση, ήταν το θέμα να μετατεθεί καθώς υπήρχε σαφής αντιδιαστολή απόψεων με τον Συνασπισμό της Αριστεράς και της Προόδου.

            Κατά την υπό διερεύνηση περίοδο η τεράστια ζήτηση Γβάθμιας εκπαίδευσης αποτέλεσε πεδίο ιδεολογικο-πολιτικών αντιπαραθέσεων απ’ όλους τους κυρίαρχους κομματικούς σχηματισμούς. Η λύση έναντι της υψηλής αυτής ζήτησης, κατά τις προτάσεις της Ν.Δ. βρισκόταν απ’ τη μια στην καθιέρωση ενός αυστηρότερου numerous clausus (με περιορισμό των εισακτέων) και από την άλλη με τη σύσταση ιδιωτικών πανεπιστημίων, ξεπερνώντας λεκτικά την έκφραση, ‘’μη κρατικών’’. Η μεταβολή αυτή που εντοπίζεται σε λεκτικό επίπεδο εκφράζει τη μετακίνηση του ιδεολογικο-πολιτικού corpus αρχών στον ορίζοντα του ‘’νεοφιλελευθερισμού’’, όπως άλλωστε τοποθετείται αυτοβούλως ο κομματικός σχηματισμός. Σημαντικό είναι πως η Νέα Δημοκρατία προεκλογικά στις θέσεις της για την εκπαίδευση δηλώνει ως εκπαιδευτική πολιτική της επιλογή, να εγκαθιδρύσει το νέο θεσμό ‘’θα λειτουργήσουν – αμέσως μόλις αρθούν τα σχετικά νομικά εμπόδια – και ιδιωτικά Πανεπιστήμια, στα οποία θα μπορούν και οι οικονομικά ασθενέστεροι να σπουδάζουν με υποτροφίες. Για να εξασφαλιστεί η ελευθερία επιλογής και, με την ενίσχυση του ανταγωνισμού, να βελτιωθεί η ποιότητα’’ (Νέα Δημοκρατία, 1989) .

            Γενικότερα ωστόσο, διαφαίνεται μια σταθερή, πάγια εκπαιδευτική πολιτική πρόταση της Νέας Δημοκρατίας ακόμα και σε μια περίοδο επιτακτικής προσέλκυσης ευρύτερων κοινωνικών ομάδων, δίχως να κάμπτεται από το ορθολογικό πολιτικά επιχείρημα πως ίσως προξενήσει κοινωνικές αιτιάσεις και δυσφορίες. Χαρακτηριστικό της προσήλωσης στις βασικές εκπαιδευτικές πολιτικές της επιλογές, είναι το αίτημα της μετεγγραφής από τη Ρουμανία 2.5000 περίπου φοιτητών, όπου ενώ εντός της κοινοβουλευτικής ομάδας υπάρχουν υποστηρικτές, ο βασικός εκπρόσωπός της σε εκπαιδευτικά ζητήματα και ως αναπληρωτής ΥΠΕΠΘ ο Β.Κοντογιαννόπουλος, απερίφραστα και σταθερά (3 μήνες πριν τις εκλογές του 1990) αρνείται να αναλάβει μια σαφέστατα κοινωνικά δημοφιλή πρόταση (Πρακτικά Βουλής, 1990: 273-275).

            Η στάση του Συνασπισμού της Αριστεράς και της Προόδου, τόσο στο υπηρεσιακό κυβερνητικό σχήμα όσο και κατά τη δεύτερη περίοδο της οικουμενικής κυβέρνησης, θέτει παραδόξως τα εκπαιδευτικά θέματα σε ζητήματα δευτερευούσης σημασίας. Η συγκριτική διερεύνηση των προτάσεών του με τις αντίστοιχες του ΠΑ.ΣΟ.Κ. δεν εντοπίζει σημαντικές διαφορές, ενώ το κύριο ζήτημα της κριτικής του αλλά και της πρότασής του, είναι η αύξηση των κονδυλίων για την εκπαίδευση ως ποσοστό του ΑΕΠ. Είναι ανάγκη να τονιστεί η δυσχερής θέση του Συνασπισμού στη συμπαράταξη που πραγματοποιεί κατά την πρώτη περίοδο τουλάχιστον, στα εκπαιδευτικά θέματα. Η διαφορετικότητα των προσεγγίσεων από το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας, αλλά και η εγκύτητα των θέσεών του με το ΠΑ.ΣΟ.Κ. είναι φανερή, καθώς όμως και η ανάγκη προβολής της όποιας διαφοράς. Έτσι ερμηνεύεται η εκ μέρους του προσπάθεια ταύτισης των άλλων δύο μεγάλων κομμάτων έναντι των εκπαιδευτικών ζητημάτων κατά την μεταπολίτευση, καθώς σύμφωνα με τον Μ.Δρεττάκη ‘’την πολιτική που εφάρμοζε η Νέα Δημοκρατία επί 7 χρόνια, την ίδια εφάρμοζε και το ΠΑΣΟΚ στα δικά του 7,5 χρόνια. Δεν υπήρχε πλήρης προϋπολογισμός, δεν υπήρχε προγραμματισμός. Την τελευταία στιγμή καλύπτονταν οι ανάγκες. Αυτή είναι η θλιβερή πραγματικότητα που δείχνει το λεγόμενο ‘’ενδιαφέρον’’ της Νέας Δημοκρατίας και του ΠΑΣΟΚ για την παιδεία’’ (Πρακτικά Βουλής, 1989: 879).

 

Συμπερασματικα

 

            Το ιστορικό περιβάλλον της συγκεκριμένης ερευνητικής διαδικασίας αποκτά ιδιαίτερη σημασία στην πρωτόλεια αυτή ερευνητική προσέγγιση καθώς όπως ήδη αναφέρθηκε αποτελεί το μοναδικό παράδειγμα ανάληψης κοινών κυβερνητικών καθηκόντων από περισσότερα του ενός κόμματος στην Ελλάδα μεταπολιτευτικά, σε μια περιοριστικά προκαθορισμένη συνθήκη (χρονικά και λειτουργικά).

            Η πρώτη παρατήρηση που θα κάναμε είναι πως επιβεβαιώνεται η ύπαρξη και λειτουργία ενός ισχυρού ή τουλάχιστον σταθερού ιδεολογικο-πολιτικού corpus αρχών ως παράγοντα υιοθέτησης συγκεκριμένων εκπαιδευτικών πολιτικών επιλογών. Η διαφορετικότητα του λόγου επί των εκπαιδευτικών θεμάτων αναδεικνύει μια γενικότερη διαφορετική κοσμοθεωρία στην κοινωνική ανάλυση και πολιτική προσέγγιση που πραγματοποιεί κάθε κομματικός σχηματισμός. Ιδιαίτερα στη συγκεκριμένη περίοδο με το ταραγμένο κοινωνικό - οικονομικό – πολιτικό συγκείμενο περιβάλλον, η ανάγκη ιδιοποίησης της κοινωνικής αποδοχής δεν γίνεται στη βάση υιοθέτησης προσφιλών κοινωνικών ζητημάτων, αλλά περισσότερο σε μια προσπάθεια ανάδειξης της σημαντικότητας της πρότασής τους έναντι των άλλων. Εξάλλου, η διαχρονική διερεύνηση των θέσεών τους, από τη μεταπολίτευση συμφωνεί με την προηγούμενη πρόταση, καθώς δεν εντοπίζονται ανασχέσεις, μεταβολές ή μετατοπίσεις των εκπαιδευτικών πολιτικών τους επιλογών. Από την άλλη βέβαια αναδεικνύεται η θέση πως δεν είναι δυνατή η θέσπιση μιας εθνικής εκπαιδευτικής πολιτικής, αλλά ακόμα πως συχνά η απουσία μιας minimum συμφωνίας για την κατεύθυνση της παιδείας συστηματικά επιφέρει μια ατέρμονη διαδικασία εγκαθίδρυσης και κατάργησης εκπαιδευτικών μεταρρυθμίσεων ή διαρρυθμίσεων, ανάλογη προς τις κυβερνητικές μεταβολές.

            Η περίοδος αυτή των έντονων πολιτικο – ιδεολογικών συγκρούσεων και αναμετρήσεων, τουλάχιστον σε ένα πρώτο επίπεδο, δεν πραγματώθηκε στην παρουσίαση νέων εκπαιδευτικών θέσεων και καινοτομιών, ίσως ούτε και άλλα πεδία της πολιτικής πραγματικότητας. Από όλους τους κομματικούς σχηματισμούς κρατήθηκε στάση αναμονής σε επίσημο επίπεδο, γεγονός που αναπόφευκτα μεταθέτει το ερευνητικό πρίσμα στο ρόλο και τη στάση άλλων τυπικών ή άτυπων φορέων, όπως των εκπαιδευτικών συνδικαλιστικών οργάνων, των φοιτητικών – σπουδαστικών συνδικαλιστικών ομάδων και των διανοούμενων. 

            Είναι σημαντικό τέλος να αναφέρουμε πως η περίοδος αυτή χαρακτηρίζεται για τις έντονες εσωτερικές μεταβολές των κομμάτων, σε ιδεολογικο – πολιτικό και οργανωτικό επίπεδο, καθώς ουσιαστικά ολοκληρώνεται η πρώτη περίοδος ζωής των κομμάτων μετά τη μεταπολίτευση.

 

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

Ζαμπέτα, Ε. (1994) Η εκπαιδευτική πολιτική στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση (Αθήνα, Θεμέλιο).

Μαυρογιώργος Γ., Παιδαγωγική Έρευνα, Εκπαιδευτική αλλαγή και κοινωνική αλλαγή: ανάγνωση της κυρίαρχης αστικής ιδεολογίας, στο Σύγχρονη Εκπαίδευση, τ.30, Σεπτέμβριος-Οκτώβριος 1986.

Νέα Δημοκρατία (1989), Προεκλογικό φυλλάδιο ‘’Ενωμένοι στο δρόμο της ανάπτυξης: Παιδεία’’.

ΠΑ.ΣΟ.Κ. (1991), ‘’Η πρόταση του ΠΑ.ΣΟ.Κ για την εκπαίδευση, Σχέδιο συζήτησης’’.

Πρακτικά Βουλής (Ολομέλεια), Συνδρίαση ΛΑ΄, 6 Σεπτεμβρίου 1989, Συζήτηση επί των άρθρων και του συνόλου του σχεδίου νόμου, ‘’μεταγγραφές φοιτητών και σπουδαστών εσωτερικού – εξωτερικού και κατατάξεις πτυχιούχων στα Ανώτατα και στα Τεχνολογικά Εκπαιδευτικά Ιδρύματα και άλλες διατάξεις’’.

Πρακτικά Βουλής (Ολομέλεια), Συνεδρίαση ΙΔ΄, 9 Ιανουαρίου 1990, Ερώτηση για ‘’την λήψη μέτρων ώστε να παρασχεθεί η δυνατότητα στους έλληνες φοιτητές πανεπιστημίων της Ρουμανίας να μεταγραφούν σε ελληνικά πανεπιστήμια’’.