Ο θαυμασμΟς της επιστημονικΗς ΔΥσης

Το ΠανεπιστΗμιο και οι καθηγητΕς του (1837-1864)

 

 

Παναγιώτης Γ. ΚιμουρτζΗς

Διευθυντής του Ιστορικού Αρχείου Παν/μίου Αθηνών

 

 

ΠερΙληψη

 

Η Δύση, ως πρότυπο και ως πραγματικότητα, παρίστατο σε όλη την διαδικασία συγκρότησης του Ελληνικού, αλλά και όλων των βαλκανικών κρατών. Παρότι η έννοια έπαιρνε θετικό (κυρίως) και αρνητικό περιεχόμενο, διατηρούσε ακέραιη την επιτελεστική της λειτουργία, δημιουργώντας ένα εξέχον πρότυπο μίμησης.

Οι καθηγητές του Πανεπιστημίου Αθηνών αποκτούν σημαίνουσα θέση ανάμεσα στους πνευματικούς αρχηγέτες του νεοϊδρυθέντος ελληνικού κράτους και επηρεάζουν την συγκρότηση ενός νέου πεδίου διανόησης αλλά και συμπεριφοράς. Ιδιαίτερα, μέσα από τους λόγους που εκφωνούν, αλλά και από τα επιστημονικά κείμενα που τυπώνουν, έχουν την ευκαιρία να απευθύνονται, σε ένα ευρύ ακροατήριο και να «αναπαράγουν» καθώς και να «δημιουργούν» εκ του μηδενός έννοιες, ιδεολογίες και συμπεριφορές με πολιτικό, εκπαιδευτικό και πολιτιστικό, πρωτίστως, αντίκτυπο.

Μέσα από τον Λόγο των καθηγητών προβάλλει έντονα το στοιχείο του θαυμασμού της Δύσης. Όμως όλες οι αναφορές αυτές έχουν στην ρίζα τους την επιστήμη. Ακόμη και όπου προσπαθούν να περιγράψουν άλλους τομείς της κοινωνικής πραγματικότητας, τελικώς συνδυάζουν τον θαυμασμό αυτόν με τον θαυμασμό για τα επιστημονικά επιτεύγματα της Δύσης, στα οποία ιδίως αποδίδουν και όλα τα άλλα "επιτεύγματα". Ακριβώς αυτόν τον λόγο έρχεται να αναλύσει/εξετάσει η ανακοίνωση.

  

Summary

 

During the overall process of the formation of the Greek state –as well as the Balkan ones- the West has been present as an exemplar and as reality. Even though West was a concept which had gained a positive (mainly), in addition to a negative content, it fully preserved its executive powers, creating an outstanding example for imitation.

Professors held an influential position among intellectual leaders of the newly established Greek State. They influenced the formation of a new intellectual field, as well as a certain behavioural style. Particularly, owing to their speeches, and their scientific essays, they had the opportunity to address a broad audience and to reproduce and create new concepts, ideologies, and manners, with a political, educational and, mainly, cultural impact.

The admiration of the West runs throughout professors’ speeches. Still, all these references draw from science itself. Even, when making effort to describe other fields of social conditions, in the end they associate this appreciation with a high regard for scientific accomplishments in the West. They attribute to these accomplishments all other achievements. This is the kind of speaking which is explored in the following article.

 

 

Ξεκινώντας την εισήγησή μου –και καθώς θα μιλήσω περί επιστήμης- θα ήθελα να φανώ συνεπής προς ένα από τα προαπαιτούμενα της έρευνας, που το έθεσε με έμφαση η ποππεριανή σχολή: την ανάγκη να εκθέσω με σαφήνεια το πρόβλημά μου και να ορίσω τους δρόμους που ακολουθώ για την επίλυσή του. Το πρόβλημά μου λοιπόν συνοψίζεται ως ακολούθως: έως σήμερα ακόμη, η συζήτηση για το «what is this thing called Science?» (Chalmers, A.F., 1978) διαρκεί και εμπλουτίζεται από νέες θεωρητικές, προσεγγίσεις και πολλαπλασιαζόμενες εφαρμογές τους σε πληθώρα θεμάτων και ιστορικών περιόδων ˙ η ελληνική επιστήμη, απέκτησε θεσμικές διαστάσεις από την ίδρυση του ελληνικού κράτους και κατόπιν ˙ στην συνάντηση των δύο αυτών παρατηρήσεων ανακύπτει το κεντρικό μου ερώτημα: τι είναι αυτό που θεωρούσαν επιστήμη οι έλληνες της περιόδου 1830-1860; [1]  Ασφαλώς, όπως συμβαίνει με όλα τα παρόμοια ερωτήματα, για να το απαντήσουμε θα πρέπει να διακρίνουμε ποιες ομάδες από την κοινωνία διαμορφώνουν και εκφράζουν άποψη για την επιστήμη, πόσο και πως οι απόψεις αυτές διαχέονται στο κοινωνικό σύνολο, πως ανατροφοδοτείται το ερώτημα αυτό από τις διάφορες αλληλοδιαδράσεις. Κωδικοποιημένα τα παραπάνω: ποιες είναι οι τεχνολογίες επικοινωνίας και αναπαράστασης που σχετίζονται με την επιστήμη. Πρόκειται για πολύ δουλειά, για να χωρέσει στον χρόνο μιας ανακοίνωσης. Επομένως, η σημερινή μου παρουσίαση θα περιοριστεί σε πτυχές αυτού του κεντρικού ερωτήματος.

 

Έτσι, στο πρώτο μέρος θα αναφέρω λίγα πράγματα για το τι θεωρείται επιστήμη κατά τις αρχές του 19ου αιώνα, εκεί όπου αυτή διεξάγεται ως οργανωμένη δραστηριότητα, δηλαδή στους επιστημονικούς θεσμούς της Δύσης. [2] Και αμέσως μετά, θα δω εάν οι έλληνες λόγιοι της περιόδου που εξετάζω: α. απασχολούνται σε μία προσπάθεια να ορίσουν την επιστήμη, β. μέσα από ποιες πολιτισμικές διεργασίες, μεταφέρουν/προσαρμόζουν/αναπλάθουν τις επιστημονικές δραστηριότητες από την Δύση, δημιουργώντας έτσι μέσα από επιμέρους οικειοποιήσεις, την ελληνική εκδοχή της επιστημονικής ζωής. Βασική πηγή για την διερεύνησή μου, είναι οι Λόγοι που εκφωνήθηκαν στο Πανεπιστήμιο κατά την περίοδο αυτήν. Από τους Λόγους, προκύπτουν ενδιαφέροντα στοιχεία για το πώς χρησιμοποιείται ο όρος επιστήμη, άρα πως εισάγεται, πως διαχέεται και εγκοινωνίζεται. Όχι όμως μόνον ο όρος επιστήμη, αλλά και οι άμεσα σχετικοί με αυτόν, ιδίως οι όροι επιστήμονας και καθηγητής.

Στο δεύτερο μέρος, δίνω έμφαση στην εικόνα που απορρέει από την μελέτη των Λόγων των πανεπιστημιακών καθηγητών. Την εικόνα αυτή έχω ήδη συνοψίσει στον τίτλο της ανακοίνωσής μου. Πρόκειται για «τον θαυμασμό της επιστημονικής Δύσης». Δεν πρόκειται όμως για θαυμασμό που καλλιεργούν μόνον οι έλληνες λόγιοι, εκκινώντας αποκλειστικώς από ιδιοτελείς κοινωνικές στρατηγικές. Πρόκειται για θαυμασμό ο οποίος έχει και πολιτική χρησιμότητα, γι΄ αυτό και συναντάται και στον πολιτικό λόγο της εποχής. Από εδώ εκκινούν κάποιες τελικές επισημάνσεις, για την σχέση πολιτικής και επιστήμης: τις διασυνδέσεις και τις αλλητροφοδοτήσεις τους, ακριβώς μέσα από το σχήμα «θαυμασμός της επιστημονικής Δύσης».

 

 

«Η επιστήμη μεχρισού έφθασεν εις τον σημερινόν της κολοφώνα» [3]

 

Μέρος πρώτο λοιπόν, η επιστήμη στις αρχές του 19ου αιώνα. Καθ΄ όλο το διάστημα από τον 18ο έως τις αρχές του 19ου αι. η επιστήμη έχει δύο διαστάσεις, αλληλεξαρτημένες και επικαλυπτόμενες. Η μία διάσταση είναι μακραίωνη και σχετίζεται με την αναζήτηση της ουσίας των πραγμάτων ˙ η δεύτερη επίσης είναι μακραίωνη, αλλά η αναλογία της συμμετοχής της στην επιστημονική δραστηριότητα, βαίνει αυξανόμενη: πρόκειται για την πρακτική πλευρά της επιστήμης, για την παραγωγή γνώσης χρήσιμης σε εφαρμογές (μηχανικές και κοινωνικές). Σε κάθε περίπτωση πάντως, η αξιόπιστη γνώση, αυτή δηλαδή που κατόπιν δοκιμασιών στην μεθοδολογική βάσανο κάθε επιμέρους επιστήμης αναγόταν σε επιστημονική γνώση, εξεταζόταν στο πλαίσιο της αντικειμενιστικής φιλοσοφίας της επιστήμης (Woolgar, 2003: 11). Αυτό σημαίνει ότι αρμόδια για την επικύρωση του "επιστημονικού" χαρακτήρα μιας θέσης, ήταν η φιλοσοφία. [4] Και η επικύρωση αυτή προσέδιδε στο διανοητικό έργο την πιστοποίηση, ότι μπορεί να πάρει θέση στο σώμα της ορθά συγκροτημένης γνώσης, να ενταχθεί στην μεγάλη βίβλο της ανθρώπινης σοφίας, να ανακηρυχθεί δηλαδή σε Επιστήμη. Πρόκειται για μία ενιαία βίβλο [5], στην οποία σελίδες, κυρίως, προστίθενται ˙ και, πάντως, εκείνες οι οποίες αφαιρούνται, ποτέ δεν είναι περισσότερες από εκείνες οι οποίες προστίθενται. Η προσπάθεια του ανθρώπου να πλησιάσει την τελείωσή του, δυνατότητα εντελώς εξαρτημένη από την θεία Πρόνοια, βρίσκεται σε ομαλή εξέλιξη και μέριμνα κάθε γενιάς είναι να συμβάλλει σε αυτήν ˙ [6] αλλά και κινητήρια δύναμη κάθε κοινωνίας προς την υλοποίηση έργου τόσο δύσκολου, όσο αυτό, είναι η αισιοδοξία που απορρέει από τον μακρύ δρόμο που διανύθηκε και από την πίστη ότι το έργο κορυφώνεται. «Σπουδαίο πράγμα η επιστήμη όταν δεν της περνάει από το μυαλό να τα βάλει με τη θρησκεία!» ˙ αυτά τα λόγια βάζει στον «Γατόπαρδό» του ο di Lampedusa να απευθύνει ο Βασιλιάς Φερδινάρδος στον Πρίγκιπα Φαμπρίτσιο, στα τέλη της δεκαετίας του 1850, κατά την εποχή δηλαδή που εξετάζουμε εδώ. [7] Και στο σημείο αυτό, απλώς να υπενθυμίσω ότι ο όρος science, με καταγωγή από το λατινικό scientia, σήμαινε την γνώση - την σοφία.

Στην συνέχεια, η επιστήμη ελκύει το ενδιαφέρον των σχηματιζόμενων κοινωνικών επιστημών (ιδίως ιστορίας και κοινωνιολογίας) και αρχίζει να υπόκειται στις κύριες θεωρητικές τους αντιλήψεις, θετικισμό και ιστορικισμό. [8] Όμως αυτά συμβαίνουν σταδιακά από τα τέλη του διαστήματος που εξετάζουμε και παίρνουν έντονες διαστάσεις κατά τα τέλη του 19ου αι. Επομένως, για ότι μας αφορά εδώ, κρατούμε ότι η φιλοσοφία ελέγχει και καθορίζει τι είναι επιστήμη. Αλλά ακόμη, ότι μία αρχόμενη τάση να θεωρείται η επιστήμη μία θριαμβευτική παρέλαση, στην οποία παίρνουν μέρος διαπρεπείς άνθρωποι –οι επιστήμονες (scientists: όρος που δημιουργείται στις πρώτες δεκαετίες του 19ου αι.)- οι οποίοι υπερέβησαν τα όρια της εποχής τους και έφθασαν στην κατάκτηση της Αλήθειας, ήδη αρχίζει να φαίνεται.  

 

            Ερχόμαστε τώρα στην Ελλάδα του 1837, στην Ελλάδα του νεοϊδρυμένου Πανεπιστημίου. Εδώ η λέξη επιστήμη χρησιμοποιείται ευθύς εξαρχής. Το Πανεπιστήμιο ορίζεται ως εκπαιδευτήριο, αλλά και ως "επιστημονικόν καθίδρυμα". Αμέσως χρησιμοποιείται και ο όρος επιστήμονας. Παραλλήλως, για τις ανάγκες του νέου θεσμού, πλάθονται και οι όροι που θα χρησιμοποιηθούν για να κωδικοποιήσουν και να συμβολοποιήσουν την λειτουργία του: καθηγητής, υφηγητής, Πρύτανης, Κοσμήτορας και τα σχετικά (Δερτιλής, 1999: 35-36 & Βαμπάς, 1885: 54).   

Η συζήτηση για το τι είναι επιστήμη δεν ξεκινάει τώρα. Προϋπάρχει. Ωστόσο, κατά την περίοδο που εξετάζουμε δεν φαίνεται να διαρκεί. Δείχνει, για τους πρώτους επιστήμονες στο ελληνικό κράτος, θέμα διευκρινισμένο. Δεν τίθεται σε επαναδιαπραγμάτευση. Όποτε επιχειρούν να δώσουν το στίγμα της επιστήμης, απλώς περιγράφουν όσα παραπάνω είπαμε ότι συνέχουν την εποχή τους για μία αξιολόγηση του επιστημονικού έργου. Κατά τα άλλα: πρώτον, απασχολούνται με την παρακολούθηση των διεθνών εξελίξεων στην δική του επιστήμη ο καθένας, χωρίς να επαναδιαπραγματεύονται την φύση των επιστημών συνολικά. Το θέμα αυτό εξαντλείται στην εξής διαδικασία, που για τα χρόνια εκείνα, θεωρείται απολύτως παραδεκτή: ότι είναι επιστημονικό θα το αναγνωρίσει η φιλοσοφία και ότι αναγνωρίζει η φιλοσοφία είναι η ασφαλής πυξίδα της επιστημονικής δράσης. Επομένως, εάν κάτι έχει σημασία, είναι η αλληλουχία των επιμέρους διδακτικών αντικειμένων, στο πλαίσιο καθενός επιστημονικού κλάδου. Αυτό και κάνουν. Συντάσσουν οδηγούς για την ομαλή οδό που πρέπει να ακολουθήσει κάποιος, προκειμένου να κατακτήσει την γνώση στον επιστημονικό του τομέα (Λάππας, 1997: 150-161 & Χρήστου, 1994) ˙ και συνακόλουθα να θεωρηθεί έτοιμος για αυτόνομη επιστημονική δράση. Ακόμη, εντάσσουν στο πρόγραμμα των μαθημάτων τους την Εγκυκλοπαίδεια των τεσσάρων επιστημονικών κλάδων που αντιστοιχίζονται με τις Σχολές του Πανεπιστημίου. Κατά ένα μέρος, γιατί αποτελεί τρόπο για να επιτύχουν μεταξύ τους μία θεσμική συνεννόηση ˙ και κατά ένα άλλο μέρος, επειδή έτσι ανταποκρίνονται σε μία καίρια θεσμική ανάγκη: να πληροφορήσουν τους απορημένους φοιτητές τους, για το πώς πρέπει να οργανώσουν το πρόγραμμα των τετραετών σπουδών τους. [9]

 

Περίπου έτσι έχουν τα πράγματα. Όμως εδώ εκτός από την περιγραφή, χρειαζόμαστε και αίτια. Γιατί οι έλληνες επιστήμονες οδηγούνται σε αυτήν την συμπεριφορά; Από τα πολλαπλά αίτια, εδώ θα προσπαθήσω να περιγράψω ένα, νομίζω κεντρικό. Το Πανεπιστήμιο και η επιστημονική ζωή που δημιουργεί γύρω του, βασίζονται σε ένα θεσμικό πλαίσιο που έχει τρεις στοχεύσεις: να δημιουργήσει εκπαιδευτικό αποτέλεσμα ˙ να συμβάλλει στην κρατική συγκρότηση πρακτικά και ιδεολογικά, με την «κατασκευή» κατάλληλων υπαλλήλων, που υπηρετούν –και όπου είναι δυνατόν επεκτείνουν προς τις επιθυμητές κατευθύνσεις- τις κρατικές στοχεύσεις˙ να παραγάγει επιστημονικό αποτέλεσμα. Από τις στοχεύσεις αυτές, οι δύο πρώτες χρειάζεται να υλοποιηθούν άμεσα. Η τρίτη μπορεί και να καθυστερήσει. Και αυτό διότι η νέα ελληνική επιστήμη έχει να αντιμετωπίσει δύο φόβητρα: το ένα είναι η αρχαιοελληνική της καταγωγή και το δεύτερο τα νεότερα και σύγχρονα δυτικά επιτεύγματα. Διπλά υποδεέστερη και καθυστερημένη λοιπόν, θα πρέπει να αναπτυχθεί σταδιακά προκειμένου να φανούν οι καρποί της, διαδικασία που χρειάζεται υπομονή. Υπομονή που πρέπει να επιδειχθεί τόσο από τους ίδιους τους επιστήμονες, όσο και από την κοινωνία. Η παραπομπή αυτή στο μέλλον, δημιουργεί τα πρώτα περιθώρια για ολιγωρίες στην επιστημονική δράση. Και ενώ το Πανεπιστήμιο, για να γίνει κοινωνικά αποδεκτό και να ιδρυθεί, προβλήθηκε ως επιστημονικό κέντρο που θα καλοσυστήνει την χώρα στο εξωτερικό, ένα είδος δηλαδή άτυπου αλλά ισχυρότατου θεσμικού διπλωματικού αντιπροσώπου, εντούτοις όταν λειτούργησε, αυτή η διάστασή του παραγκωνίστηκε. Δεν έπαψε βεβαίως να γίνεται επίκληση του επιχειρήματος αυτού, αλλά και δεν ασκούνταν έντονες πιέσεις στο Πανεπιστήμιο προς την κατεύθυνση αυτήν. [10] Ενίοτε, ένας επικριτικός λόγος ερχόταν να εμφανίσει το μικρό επιστημονικό αποτέλεσμα που παρήγε το πανεπιστήμιο. Διατυπωνόταν τόσο από τους πολιτικούς, όσο και στον τύπο. Ωστόσο, η επίκριση είχε συνήθως πολιτικά ελατήρια και αρθρωνόταν με βάση επιμέρους παρατηρήσεις και παραδείγματα που εντέλει γενικεύονταν. Επρόκειτο για επικρίσεις που σε συγκυριακή βάση δημιουργούσαν πολιτικό αντίκτυπο ˙ και σε μακροχρόνια βάση υπέσκαπταν το κύρος του Πανεπιστημίου, όμως όχι σε συναγωνίσιμο βαθμό με το κύρος που αντλούσε ο θεσμός από την ισχυρότατη (αν και όχι αποκλειστική) πιστοποιητική αρμοδιότητά του. Δηλαδή κύρος, που δεν το αντλούσε από το επιστημονικό του έργο, προκειμένου να ενισχύσει και να επεκτείνει τις άλλες εκφάνσεις του, αλλά ακριβώς το αντίστροφο: όριζε τα επιστημονικά του αποτελέσματα, στην βάση της εκπαιδευτικής και κοινωνικής του λειτουργίας.  

 

Από την πλευρά τους οι καθηγητές του Πανεπιστημίου, μέσα στον αθηναϊκό τους κοινωνικό περίγυρο, επικοινωνούσαν και αναγνωρίζονταν ευκολότερα ως καθηγητές, παρά ως επιστήμονες. Τα αδιαίρετα αυτά στοιχεία που δημιουργούσαν την ενιαία ταυτότητα του επαγγελματία λόγιου στα πανεπιστήμια του εξωτερικού, [11] στην Ελλάδα επίσης γίνονταν παραδεκτά. Όμως ένα προβάδισμα δινόταν στην διδασκαλία. [12] Το κριτήριο αυτό, δεν ξέρουμε εάν υπερτερούσε στις αλληλοαξιολογήσεις μεταξύ των καθηγητών. Ίσως αυτό να συνέβαινε εντονότερα, από όσο μαρτυρούν οι πηγές που έχουμε διαθέσιμες. Ωστόσο, η μικρή επιστημονική ζωή του κράτους, δημιουργούσε ασφυκτικά πλαίσια για τις φιλοδοξίες των καθηγητών. Και καθώς η διατήρηση επαφών και συνεργασιών με την υπόλοιπη Ευρώπη ήταν δύσκολη (λόγω γεωγραφικής απόστασης, για λόγους οικονομικούς),  διαμορφωνόταν σε καθέναν από τους καθηγητές αγωνία για την επιστημονική του καταξίωση. Άλλα περιθώρια επιστημονικής καταξίωσης στην Ελλάδα δεν είχαν, αφού ήδη κατείχαν τον υπέρτατο επιστημονικό τίτλο του Καθηγητή ˙ απέμενε λοιπόν, η κοινωνική καταξίωση. Αυτή οπωσδήποτε θα μπορούσε να προέλθει από αναγνώριση του διδακτικού έργου και από την συμμετοχή στα μεγάλα πολιτικά και δημόσια ζητήματα. Τα συμπτώματα αυτά, φαίνονται και στον Τύπο της εποχής, που προκειμένου να επαινέσει φίλιους καθηγητές, τους αποκαλεί δεινούς ρήτορες, αγαπητούς στην νεολαία και σπανιότερα πολυγραφότατους και επιστημονικά διαπρεπείς.

 

Συνοψίζω, σημειώνοντας ότι οι πρώτοι καθηγητές του Πανεπιστημίου, όπως όλοι όταν εξακολουθούν να βρίσκονται μέσα στο πεδίο της μάθησης, χρειαζόταν να διαθέτουν σε συγκερασμό τα τρία κυριαρχικά κίνητρα της επιστημονικής πράξης: την ανάγκη, την φιλοδοξία και την περιέργεια. Πρόκειται για τα τρία στοιχεία, των οποίων γίνεται συχνότατη επίκληση από τον 16ο έως τον 19ο αιώνα και τα οποία τόσο διεισδυτικά απογράφονται σε ορισμένες σελίδες του ωραιότατου πανεπιστημιακού μυθιστορήματος του 1960, το The Sot-Weed Factor, του John Barth. [13] Στην ανάγκη λοιπόν και στην φιλοδοξία, οι πρώτοι καθηγητές διέπρεψαν. Αλλά υστέρησαν στην περιέργεια, στο στοιχείο δηλαδή που ωθεί προς το επιστημονικό έργο.     

 

  

Ο θαυμασμός της ευρωπαϊκής επιστήμης

 

Ο Κ.Θ.Δημαράς παρακολουθεί την σημασιολογική πορεία της λέξης Ευρώπη, για το διάστημα από το 15ο αι. και, σταδιακά, έως τα τέλη του 18ου και τον αρχόμενο 19ο αι. [14] Σημειώνει ότι για όλο το εξεταζόμενο διάστημα η παρουσία της λέξης είναι έντονη, όμως είναι κατά τον αιώνα του διαφωτισμού που παρατηρούνται τα δύο ακόλουθα φαινόμενα: διεύρυνση στην χρήση του όρου και σαφής υπερίσχυση της χρήσης του υπό όρους θαυμασμού. Και τονίζει ότι για να φανούν καθαρά τα δύο αυτά αποτελέσματα χρειάστηκε η γνωριμία των Ελλήνων με την δυτική Ευρώπη "να γίνει πιο στενή, και η θρησκευτική συνείδηση λιγότερο μισάλληλη" (Δημαράς, Κ.Θ., 1952: 8-9). Τα πρώτα μετεπαναστατικά χρόνια είναι η περίοδος που γίνεται έντονα η αντιδιαστολή ανάμεσα στο "τώρα" που συνοδοιπορούμε με την Δύση και το "πριν", οπότε "ήτο σπανιωτάτη η εις τα πανδιδακτήρια επιφοίτησις και ότ΄ εχωριζόμεθα διά Σινικών σχεδόν τειχών από της Δυτικής Ευρώπης" (Αργυρόπουλος, Π., 1850: 30-31). Είναι η περίοδος που η χρήση της λέξης Ευρώπη συνδυάζεται ολοένα και συχνότερα με επίθετα που προτάσσονται για να της προσδώσουν θετικό περιεχόμενο (σοφή, πεφωτισμένη, πολιτισμένη) έως ότου επαναληφθούν τόσο πολύ, ώστε και όταν -σπανίως- παραλείπονται, να είναι ωσάν να έχουν γραφεί/ακουσθεί.

Θαυμασμός της Ευρώπης· μάλιστα, με διαρκή παλινδρόμηση από την χρήση λέξεων που υπερβαίνουν τους γεωγραφικούς προσδιορισμούς και γενικεύουν (Δύση, πεφωτισμένοι λαοί), στην χρήση φράσεων που είναι περιγραφικότερες, αναλυτικότερες και κατονομάζουν γεωγραφικές περιοχές και χώρες. [15]

Η παλινδρόμηση αυτή παρότι δεν διακόπτεται σε όλο το διάστημα που εξετάζουμε εδώ, εμφανίζει μία μεγέθυνση του δεύτερου σκέλους της, όσο οι γνώσεις για τους "αλλογενείς Ευρωπαίους" -όπως τους ονομάζει ο Κοραής αντιδιασταλτικά με τους Έλληνες- αυξάνονται και διαχέονται ευρύτερα. Και οι γνώσεις αυτές αυξάνονται και διαχέονται, σε ευθεία αναλογία με την αύξηση της επίδοσης σε επιστημονικά έργα και την σύσταση εκπαιδευτικών και επιστημονικών θεσμών. Μία παρατήρηση εδώ: "ευθεία αναλογία" και "αύξηση της επίδοσης" δεν σημαίνουν ποιοτική αποτίμηση της ελληνικής επιστήμης των οθωνικών χρόνων, ερευνητικό ζήτημα που προϋποθέτει εξολοκλήρου διαφορετική διερεύνηση, όπως ήδη είδαμε · σημαίνουν αισθητή αύξηση των προσώπων και των υλικών δυνάμεων που διατίθενται στην επιστημονική κατεύθυνση. 

Σημειώσαμε προηγουμένως την σύνδεση του θαυμασμού της Ευρώπης, με την "ελληνική" εξέλιξη των γνώσεων και των επιστημών. Όμως η σύνδεση αυτή είναι εκτενέστερη. Ο θαυμασμός της Ευρώπης, έχει κύριους εκφραστές τους μορφωμένους Έλληνες [16] · και μεταξύ αυτών, προεξάρχουν οι επιφορτισμένοι θεσμικά με επιστημονικό έργο. Προεξάρχουν, επειδή ο Λόγος τους έχει ευρύ ακροατήριο, σε μέγεθος, σε κοινωνικό πλάτος και σε χρονική έκταση. Σε μέγεθος, επειδή ο ρόλος του επιστήμονα και, ακόμη ειδικότερα του Καθηγητή, συνδέεται στην ελληνική κοινωνία με το ειδικό βάρος και το κύρος-εγκυρότητα λόγου, που έχει στην ευρωπαϊκή του εκδοχή. Σε κοινωνικό πλάτος, επειδή η ελληνική επιστήμη που αποκτά κρατική/θεσμική υπόσταση δεν έχει έντονα ελιτίστικα χαρακτηριστικά, ούτε ως προς την σύνθεσή της, ούτε ως προς το πλαίσιο αναφοράς της. Τέλος, σε χρονική έκταση, επειδή έχει προνομιακή πρόσβαση στις νεότερες γενιές, είτε άμεση μέσω των φοιτητών και των νεαρών επιστημόνων, είτε έμμεση μέσω της "κατάβασης" της γνώσης και των ιδεολογημάτων στις χαμηλότερες εκπαιδευτικές βαθμίδες και επομένως σε ακόμη νεότερες ηλικίες.           

Άλλη μία όψη που συνδέει την γνώση και την επιστήμη με τον θαυμασμό της Ευρώπης είναι η ακόλουθη. Συγκεντρώνουμε και παρατηρούμε πολλά από τα επίθετα τα οποία προτάσσονται της λέξης Ευρώπη και επομένως προσδιορίζουν τον "θαυμασμό"· απομονώνουμε τα συνηθέστερα από αυτά και προσπαθούμε να φανταστούμε, εάν αποδίδονταν σε ένα άτομο, μέσα στα συμφραζόμενα της εποχής εκείνης, ποια θα ήταν η πιθανότερη "ταυτότητα" αυτού του ατόμου· παρότι εδώ χρειάζεται έγκυρη και σύνθετη λεξομετρική μελέτη, παρότι δηλαδή δεν αρκεί η απλή στατιστική προσέγγιση, μπορούμε ωστόσο να πούμε ότι αυτή αποδίδει την σύνδεση της Ευρώπης με την εικόνα ενός επιστήμονα. Πράγματι, η Ευρώπη είναι αξία θαυμασμού και ο θαυμασμός αυτός επιμερίζεται σε όλα τα συστατικά στοιχεία των δυτικών κοινωνιών (με την ηθική τους να αποτελεί μία εμφανή εξαίρεση, ζήτημα που σχετίζεται με τις θρησκευτικές πίστεις, αλλά και ξεφεύγει από τα όρια της διαπραγμάτευσης που γίνεται εδώ)· όμως αιχμή του θαυμασμού είναι η ευρωπαϊκή επιστήμη. Από την ευρωπαϊκή επιστήμη θεωρείται ότι πηγάζουν όλα τα πολιτικά, οικονομικά και κοινωνικά "αγαθά", τα οποία είναι άξια εμβριθούς παρατήρησης, μελέτης και προσαρμοστικής μεταφοράς στα καθ΄ ημάς. Και είναι απαραίτητο να σημειωθεί, ότι δεν είναι μόνον ο λόγος των ελλήνων επιστημόνων που θέτει αυτό το πρόταγμα. Είναι ο Λόγος περί Δύσεως εν γένει. Γιατί βεβαίως όλων των ομάδων οι θαυμαστικές αναφορές στην Δύση έχουν και ένα πλαίσιο που συγκρίνει το πεδίο προέλευσης του ομιλούντος/γράφοντος με το αντίστοιχο ευρωπαϊκό πεδίο. Έτσι οι αναφορές των πολιτικών γίνονται στην ευημερούσα, στην ευνομούμενη, στην ευδαίμονα Ευρώπη, απογράφοντας τις οικονομικές της δυνάμεις, τις οργανωμένες της πολιτείες, την συνολικότερη "ευτυχία" στους κόλπους της. Των δικαστικών γίνονται στους "νόμους της ελευθέρας Γαλλίας" και στους "νόμους της σοφής Γερμανίας" (Ράλλης, Γ.Α., 1846: 5). Των ιατρών στην αναλογία θανάτου-πολιτισμού (Κωστής, Ν., 1853: 45, "κατά λόγον του αυξάνοντος πολιτισμού ελαττούται και ο θάνατος"). Των εμπόρων στον θαυμασμό της εμπορικής ακμής και δύναμης (Πετροκόκκινος, 1833: 29, "χωρίς το μέγα εμπόριόν της εμπορούσε ποτέ να φθάση η Αγγλία εις τόσην ευτυχίαν, και εις τόσην μεγάλην δύναμιν, όσους ευτυχείς πολέμους και αν έκαμνε;").  Όμως όλες οι αναφορές αυτές έχουν στην ρίζα τους την επιστήμη. Και όπου προσπαθούν να περιγράψουν άλλους τομείς της κοινωνικής πραγματικότητας, τελικώς συνδυάζουν τον θαυμασμό αυτόν με τον θαυμασμό για τα επιστημονικά επιτεύγματα της Δύσης, στα οποία ιδίως αποδίδονται και όλα τα άλλα "επιτεύγματα".

 

Καταλήγω με ένα παράθεμα, μία παρατήρηση και ένα ειδικότερο ερώτημα, που μας βοηθούν να προσεγγίσουμε και το θέμα της σχέσης επιστήμης και πολιτικής. Πρώτα το παράθεμα: γράφει στα 1846 (σ. 7), ο Θ.Μανούσης ότι "πλην δεν πρέπει να παραβλέψωμεν ότι των Πανεπιστημίων η σύστασις σκοπόν πρώτιστον και άμεσον έχει τον πολιτικόν μάλλον ή τον καθαρώς επιστημονικόν".

Και έρχομαι στην παρατήρηση. Συχνότατα, κατά την τριακονταετία που εξετάζω εδώ, εμφανίζεται στα κείμενα η λέξη αλήθεια, εκεί που κανονικά θα είχε θέση η λέξη Επιστήμη. Παραλλήλως, εντοπίζεται ένας σταθερός συσχετισμός ανάμεσα στις λέξεις επιστήμη-αλήθεια-δύναμη. Η αναφορά στο τρίπτυχο αυτό γίνεται τόσο συχνά, που όταν ακούγεται κάποια από τις λέξεις αυτές, δημιουργείται έντονος συνειρμός και με τις δύο άλλες. Η δύναμη, ως ευθεία συνεπαγωγή της επιστήμης και της αλήθειας που φέρει αυτή μέσα της, δημιουργεί όρους υπεροχής. Αυτό είναι τελικώς και το ζητούμενο σε μία εποχή αρχόμενων και αυξανόμενων εθνοκεντρικών ιδεολογιών: η υπεροχή. Η υπεροχή που ειδικώς στην περίπτωση της Ελλάδας γίνεται έντονη υπεροχή. Από πού προκύπτει η ένταση της υπεροχής; Μα φυσικά από το γεγονός ότι η σύγχρονη ελληνική επιστήμη, δεν μπορεί παρά να γίνει, εφόσον αναπτυχθεί καταλλήλως, υπέρτερη από την ευρωπαϊκή, επειδή κατάγεται από την υπέρτατη επιστημονική παράδοση του παρελθόντος, την αρχαία ελληνική.

Τέλος, ας θέσουμε και το ειδικότερο ερώτημα: τι περιμένουν οι πολιτικοί από την ανάπτυξη της επιστήμης; Όπως είπαμε, είναι πεπεισμένοι ότι από την επιστήμη απορρέουν μόνο θετικά αποτελέσματα. Εδώ έχουμε να κάνουμε με την κυριαρχία του ιδεολογήματος αυτού σε όλες τις ευρωπαϊκές κοινωνίες της εποχής, ιδίως καθώς η αύξηση των επιστημονικών αποτελεσμάτων τροφοδοτεί τις οικονομικές δραστηριότητες ˙ διαδικασία, η οποία στην πλειονότητα των κοινωνιών της εποχής γίνεται αντιληπτή ως οικονομική «πρόοδος». [17] Πρόκειται για ιδεολόγημα που διαρθρώνεται κατά το πρώτο στάδιο ανάπτυξης των προσεγγίσεων για το επιστημονικό φαινόμενο. Προσεγγίσεων, που όπως είπαμε, είναι θετικιστικές και ευθύγραμμες. Προσεγγίσεων που αποδέχονται ότι η επιστήμη προχωρά σταθερά προς την ανακάλυψη «αληθειών» οι οποίες σωρευτικά θα δημιουργήσουν την μία, μεγάλη, ενιαία ΑΛΗΘΕΙΑ. Ιδεολόγημα, το οποίο δεν ενοχλεί τους πολιτικούς, καθώς ακόμα, εκάστοτε, η ώρα που η επιστήμη θα έφθανε προς αυτό το ιδεατό και ιδανικό «τέλος», πλησίαζε βεβαίως, αλλά όχι τόσο σύντομα και άρα τόσο απειλητικά. Ιδεολόγημα, το οποίο δεν περιόριζε τους πολιτικούς στους σχεδιασμούς τους και στην επένδυση των σχεδιασμών τους αυτών με άλλα ιδεολογικά στοιχεία, καθώς, κατά τον δρόμο προς την μία και μοναδική αλήθεια, υπήρχε το χρονικό περιθώριο για να «λάμψουν» οι αλήθειες που εκείνοι πίστευαν. 

Επομένως, η διαπάλη των πολιτικών ιδεών, έχει στοιχεία από την επιστημονική διαπάλη. Το ερώτημα ποια διαπάλη τροφοδοτεί εντονότερα με τα στοιχεία της την άλλη είναι πολύ σημαντικό. Πιθανότατα ποικίλει στον χώρο και στον χρόνο. Όμως κατά την περίοδο στην οποία αναφερόμαστε, θεωρώ ότι προκειμένου για την Ελλάδα, η πολιτική διαπάλη δίνει σε μεγαλύτερο βαθμό στοιχεία της στην επιστημονική.

 


 

Βιβλιογραφία

 

Πρυτανικοί Λόγοι 1837-1862

Λόγοι της επετείου ιδρύσεως του Πανεπιστημίου 1837-1861

 

Αρβελέρ, Ελένη - Aymard, Maurice (επιμ.), (2003)

Οι Ευρωπαίοι. Νεότερη και Σύγχρονη Εποχή, τ. Β΄, Σαββάλας, Αθήνα.     

 

Βαμπάς, Αρ. (1885)

Οι Νόμοι του Εθνικού Πανεπιστημίου, Αθήνα.

 

Chalmers, Alan F. (1978)

What is this thing called Science? An assessment of the nature and status of science and its methods, University of Queensland Press, St Lucia.

[ελληνική έκδοση, 1994: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης]

 

Δερτιλής, Γ.Β. (1999)

Παιδεία και Ιστορία, Καστανιώτης, Αθήνα.

 

Δημαράς, Κ.Θ. (1952)

Η Φωτισμένη Ευρώπη, Ανάτυπο: Νέα Εστία 591 (15-2-1952).

 

Κιμουρτζής, Παναγιώτης (2003)

"Τα ευρωπαϊκά πανεπιστήμια ως πρότυπα: η ελληνική περίπτωση (1837)", Νεύσις 12, 129-150.

 

Κοτζιάς, Ν. (1858)

Περί Πανεπιστημιακής Σπουδής Δοκίμιον, Αθήνα. 

 

Κρητικός, Θεόδωρος (1997)

"Από το ενδιαφέρον για επιστήμη, στον επιστημονικό ρόλο: διερευνώντας την παρουσία των επιστημών στην Ελλάδα του 19ου αιώνα", στο: Οι Επιστήμες στον Ελληνικό χώρο, Τροχαλία, Αθήνα, 49-59.

 

Κωστής, Νικόλαος (1853)

Λόγος του Καθηγητού Νικολάου Κωστή, εκφωνηθείς κατά την 20 Σεπτεμβρίου 1853, καθ΄ ήν ανέλαβε την Πρυτανείαν, Αθήνα.  

 

Λάππας, Κώστας (1997)

Πανεπιστήμιο και φοιτητές στην Ελλάδα κατά τον 19ο αιώνα, Διδακτορική Διατριβή, Πανεπιστήμιο Αθηνών: Φιλοσοφική Σχολή.   

 

[Μανούσης, Θ.] (1845)

Περί Πανεπιστημίων εν γένει και ιδιαιτέρως περί του Οθωνείου Πανεπιστημίου, Αθήνα. 

 

Πετροκόκκινος, Μιχαήλ (1833)

Διατριβή περί των συμφερόντων της Ελλάδος.

 

Pollard, Sidney (2003)

"Η Οικονομική Επανάσταση", στο: Αρβελέρ, Ελένη - Aymard, Maurice (επιμ.), Οι Ευρωπαίοι. Νεότερη και Σύγχρονη Εποχή, τ. Β΄, Σαββάλας, Αθήνα, 273-274. 

 

Ρουσόπουλος, Αθανάσιος Σ. (1857)

Οδηγός των φοιτητών του Πανεπιστημίου Όθωνος, περιέχων παραίνεσιν εις επιστημονικήν παιδείαν, μέθοδον εις επίτευξιν αυτής και τους νόμους του Πανεπιστημίου, Αθήνα. 

 

Turner, Steven R. (1974)

“University Reformers and Professorial Scholarship in Germany 1760-1806”, in: Stone, Lawrence (ed.), The University in Society, Vol. II : Europe, Scotland and the United States from the 16th to the 20th Century, Princeton: Princeton University Press, 495-531.

 

Φρεαρίτης, Κωνσταντίνος (1863)

Λόγος Γενεθλιακός περί των τυχών και της φύσεως της ελληνικής επιστήμης επί τη Εικοσιπενταετηρίδι του Εθνικού Πανεπιστημίου, Αθήνα.

 

Χρήστου, Θανάσης (1994)

"Ο θεσμός του Οδηγού Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Αθηνών", στο: Πρακτικά. ΙΔ΄ Πανελλήνιο Ιστορικό Συνέδριο, Θεσσαλονίκη, 603-613.

  

Vandermeersch, Peter A. (1996)

"Teachers", in: Rüegg, Walter (General ed.) and Ridder-Symoens, Hilde de (ed.), A History of the University in Europe, Vol. II: Universities in Early Modern Europe (1500-1800), Cambridge: Cambridge University Press, 210-255.

 

Woolgar, Steve (2003)

Επιστήμη. Η ιδέα καθ΄ αυτήν, Κάτοπτρο, Αθήνα.

 


---

[1] Είναι προφανές, ότι η κύρια συζήτηση για την επιστήμη, την επιστημονική πολιτική και την επιστημονική εκπαίδευση, διεξάγεται εντός του Πανεπιστημίου Αθηνών. Σε κάθε κείμενο σχεδόν που εκφωνείται ή γράφεται για πανεπιστημιακή χρήση, υπάρχουν αναφορές στην επιστήμη εν συνόλω, είτε σε κάποιον επιστημονικό κλάδο και την ιστορία του. Όμως, εάν θέλαμε να ξεχωρίσουμε κάποια κείμενα, αυτά –για λόγους που ευκόλως προκύπτουν από τους ίδιους τους τίτλους τους- θα ήταν τα ακόλουθα: ([Μανούσης, Θ.], 1845), (Ρουσόπουλος, Αθ., 1857), (Κοτζιάς, Ν., 1858), (Φρεαρίτης, Κ., 1863). 

[2]  Δεν δηλώνω εδώ μία παραδοχή ότι η επιστημονική δραστηριότητα υποχρεωτικώς συναντάται εντός των επιστημονικών θεσμών. Εξετάζω όμως αυτήν την εκδοχή, γιατί αυτή είναι συγκρίσιμη με την ελληνική κατάσταση.  

[3] (Ρουσόπουλος, Αθ., 1857: 6)

[4] (Μανούσης, Θ., 1845: 2-3). «Η καθολικωτέρα μεταξύ των γενικών επιστημών είναι η Φιλοσοφία, η επιστήμη των όρων και νόμων της ανθρωπίνης γνώσεως και της ουσίας και των ανωτάτων λόγων παντός όντος θείου, και φυσικού και του ανθρωπίνου πνεύματος, επιστήμη εκτείνουσα την καθολικήν αυτής επιρροήν επί άπαντος του κύκλου των ανθρωπίνων γνώσεων και κατά το είδος και κατά την ύλην αυτών. Αλλ΄ οποία τις κατά την έκτασιν και την ουσίαν η επιρροή αύτη μέλλει να είναι εις τι ωρισμένον έθνος και εις ωρισμένον τινα χρόνον τούτο κρέμαται εκ της ενδελεχείας της προς φιλοσοφικάς ερεύνας εκάστου αυτών διαθέσεως και εκ του τρόπου καθ΄ ον σπουδάζουσι να ακολουθήσωσι την διάθεσιν ταύτην».

[5] (Μανούσης, Θ., 1845: 2). «Η ακροτάτη της ημετέρας γνώσεως ακμή συνίσταται εις το να κατανοήσωμεν πανταχού τα μερικά εις την προς τα καθόλου αυτών σχέσιν, τα μέρη κατά την προς άλληλα αμοιβαίαν αυτών συνάφειαν, κατά την οργανικήν αυτών μετά του όλου ενότητα και να γνωρίσωμεν διά τούτου την αληθή και πλήρη αυτών έννοιαν και αξίαν».

[6] (Ρουσόπουλος, Αθ., 1857: 13). «Δεν αμφιβάλλομεν πλέον, ότι η επιστήμη, ή, όπερ ταυτόν, ο ορθός λόγος, όστις μας κατέστησεν ικανούς να καταδαμάσωμεν όλην την φύσιν και να την καταστήσωμεν όργανον της θελήσεώς μας, δεν αμφιβάλλομεν, λέγω, ότι, του χρόνου προϊόντος, βοηθουμένη υπό της θείας προνοίας, θα εύρη μέσα να υπερνικήση τα εμπόδια, άπερ τα όργανα του Αρημάν εμβάλλουσιν αυτή, και να πραγματοποιήση τον προορισμόν της, ήτοι να βελτιώση την ανθρωπότητα».

[7] Tomasi di Lampedusa, Giuseppe, Ο Γατόπαρδος, Bell, Αθήνα 1999, σ. 30.

[8] Περίπου την δεκαετία του 1930, οπότε αρχίζουν οι κοινωνιολογικές προσεγγίσεις της επιστημονικής δραστηριότητας.

[9] Εκτός της φοίτησης στην Φιλοσοφική που διαρκούσε τρία χρόνια. Αμφότερα όμως δεν ίσχυσαν, διότι συνολικά οι φοιτητές φοιτούσαν έως την λήψη του πτυχίου τους περισσότερα χρόνια.

[10] (Κωστής, Ν. 1841: 2-4). «[Το Πανεπιστήμιο] έλκον προς ημάς του επιστημονικού κόσμου τα βλέμματα, ως λαμπρός πυρσός της Ελληνικής ευμαθείας και ευφυϊας αιρόμενος εν τω μέσω του καλύπτοντος τας γείτονας χώρας σκότους, αποκαθιστά φίλους της Ελλάδος τους απανταχού φίλους του πολιτισμού και της επιστήμης». 

[11] Στα πανεπιστήμια της Δύσης, κατά την μετάβαση από τον 18ο στον 19ο αι., διδασκαλία, συγγραφή και διατύπωση νέων επιστημονικών θέσεων (ό,τι μετέπειτα ονομάστηκε έρευνα), θεωρούνται –αξεδιάλυτα- τα καθήκοντα ενός καθηγητή. Απόψεις για την αναλογία χρόνου, τον οποίο πρέπει να διαθέτουν οι καθηγητές, σε καθένα από αυτά τα “καθήκοντα”, διατυπώνονταν αρκετές και διαφορετικές. Πάντως, εντός των πανεπιστημίων, κυριαρχούσε η θέση ότι οι διαπρεπέστεροι καθηγητές συγγράφουν, ενώ οι νεότεροι, είτε λιγότερο ικανοί, διδάσκουν. Και η διάκριση αυτή δεν ήταν μόνον ένας ιεραρχικός κώδικας. Συνιστούσε επίσης και τρόπο επιστημονικής αξιολόγησης, αφού καθένας κρινόταν, κατά κύριο λόγο, με βάση την δραστηριότητα που του ανατίθετο. Αλλά συνιστούσε επίσης και αιτία ενδο-πανεπιστημιακών τριβών και ποικίλων αλληλοαξιολογήσεων μεταξύ των καθηγητών (Vandermeersch, 1996: 214-218), (Turner, 1974: 515-529).   

[12] Για την εκτεταμένη ταύτιση του επιστημονικού και του εκπαιδευτικού ρόλου στην Ελλάδα του 19ου αιώνα, χρήσιμες παρατηρήσεις και σχόλια στο (Κρητικός, 1997: 57-58).

[13] Για τα τέλη του 17ου αιώνα, παραπέμπω στις εξαίσιες σελίδες 15-37, της ελληνικής έκδοσης: Barth, John, Ο βλακοχορτοφάγος, Μετάφραση – Σχόλια – Πρόλογος: Αλέξης Πανσέληνος, Πόλις, Αθήνα 1999. 

[14] Για μία πολυδιάστατη προσέγγιση των ερωτημάτων που τίθενται γύρω από τους όρους Ευρώπη και Ευρωπαίοι, αναφορικά με τον 19ο αι. (ΑρβελέρAymard, 2003: 207-352).       

[15] (Αργυρόπουλος, Π., 1850: 22). "Ποία εποχή τω όντι, ποίος τόπος, ποίον έθνος δεν συνεισέφερε κανένα των κριτικών τούτων και πολυτίμων ανδρών. Το Βυζάντιον, η Αγγλία, η Γαλλία, η Ολλανδία, η Ιταλία και η Γερμανία, η προ της αλώσεως της Κωνσταντινουπόλεως εποχή, η σύγχρονος σχεδόν εν τη Δύσει αναγέννησις των γραμμάτων, ο δέκατος έκτος μέχρι του δεκάτου ενάτου αιώνος, όλαι αι εποχαί αύται και άπαντα ταύτα τα έθνη εγέννησαν κριτικούς φιλολόγους αξίους της αϊδίου ευγνωμοσύνης της Ελλάδος, διότι υπέρ αυτής ιδίως ειργάσθησαν, διότι ανεύρον, εκαθάρισαν και ανέδειξαν της πατρώας περιουσίας τα κτήματα, τα οποία αυτή, ευρισκομένη εις της δουλείας την ανηλικιότητα, μόλις εγνώρισε και μόλις αντεποιήθη".

[16] Για μία ειδική πτυχή, το Πανεπιστήμιο Αθηνών και τα ευρωπαϊκά πρότυπα κατά την ίδρυσή του (Κιμουρτζής, 2003).  

[17] Για μία εκτεταμένη περιγραφή του μετασχηματισμού της οικονομίας κατά την περίοδο που εξετάζουμε και την αποτίμησή του ως προόδου (την άποψη δηλαδή ότι προσέφερε πολύ περισσότερα πλεονεκτήματα παρά μειονεκτήματα): (Pollard, 2003: 273-274).