Η ΙΕΡΑΤΙΚΗ ΣΧΟΛΗ ΤΡΙΠΟΛΕΩΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΟΘΩΝΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟ (1833 - 1862)

 

 

 

Παναγιώτης ΓΑΛΑΝΗΣ

Σχολ. Σύμβουλος Π.Ε. - Υπ. Δρ Παν/μίου Πατρών

 

 

 

 

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

     Η εκκλησιαστική εκπαίδευση κατά την Οθωνική περίοδο δεν είχε τη βάση και τους άξονες  εκείνους (κεντρικό καταστατικό χάρτη – νομοθετικό πλαίσιο) που θα μπορούσε να στηριχθεί ώστε να παρουσιάσει συγκεκριμένη οργάνωση και λειτουργία.

Όμως η διαπίστωση της αντιβασιλείας για την παντελή έλλειψη μορφωμένου κλήρου οδήγησε στην προσπάθεια να αντιμετωπιστεί το θέμα μέσα από τη Γενική εκπαίδευση.

Κατά την διάρκεια της τριακονταετίας έγιναν προσπάθειες να ιδρυθούν ιεροσπουδαστήρια για τη μόρφωση του κατώτερου κλήρου, η δε ίδρυση της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών παρείχε την ανώτατη εκπαίδευση στους κληρικούς.

Η ίδρυση της Ιερατικής Σχολής Τριπόλεως σύμφωνα με το νόμο ΤΞΖ <<Περί Ιερατικών Σχολών>> ήρθε να συμπληρώσει τον εκπαιδευτικό χάρτη της περιοχής αφού στη Τρίπολη κατά την Οθωνική περίοδο λειτουργούσαν νηπιακό, αλληλοδιδακτικό, ελληνικό σχολείο, Γυμνάσιο και σχολείο κορασίδων.

Η μελέτη μου αυτή, εντάσσεται στο πλαίσιο της τοπικής ιστορίας και σκοπό έχει να παρουσιάσει μέσα από το ανέκδοτο υλικό, τη δομή και τη λειτουργία της Σχολής, κυρίως όμως να φανερώσει τον παλμό, την αγωνία και τη διάθεση των κατοίκων της περιοχής, όπως ενδεικτικά αποτυπώνονται στον τύπο της εποχής…

<<Πάσα ελληνική καρδία, και ορθόδοξος χριστιανός ευφράνθη δια την σύστασιν  των Ιερατικών Σχολών εν τω ελευθέρω κράτει της Ελλάδος. Τρεις Σχολαί Ιερατικαί απεφασίσθη υπό της Βασιλείας όπως συστηθώσιν επί του παρόντος εν τη Στερεά εν τοις Νήσοις και εν Πελοποννήσω. Και δια Βασιλικού διατάγματος ωρίσθη εκάστη η έδρα. Η της Πελοποννήσου ωρίσθη η κεντρικωτέρα, η πολυπληθεστέρα και η υγιεστέρα μεσόγειος πόλις η Τρίπολις…>>

(εφημερ.Βελτίωσις, 14 Ιανουαρίου 1858)


ABSTRACT

  

The church training during the Othonic period did not have the foundations or the keystone with which it would be supported so as to show specific organisation and operation (basic map –lows).But the regency discovered the total absence of educated priests which led to an effort in order to deal with the issue through the General Education.

During the thirty years, efforts have been made in order to create churchschools for the education of lower class people. The establishment of the Theological School of the University of Athens offered the highest education to the priests. 

The creation of the Hieratic School of Tripoli according to the ΤΞΖ law “For the Hieratic Schools” came to fill in the educational map of the area. In Tripoli during the Othonic Period only the nursery, the co-teaching, the Greek school, the High school and the girl’s school were open.

This suggestion of mine is incorporated into the local history and its purpose is to show through unpublished material the structure and the function of the Hieratic School, but mostly to show the pulse, the agony and the mentality of the residents of the area, as written in a newspaper of that era:

“Every Greek heart and Orthodox Christian was delighted from the creation of the Hieratic School in liberated Greece. Three Hieratic Schools were going to be founded for the time being, in Central Greece, on the Islands and in the Peloponese. And the King ordered each of its headquarters. In the Peloponese was the main, the mostly populated one and the healthiest was the mediterranean city of Tripoli…”

                                                 

(Newspaper “Βελτίωσις” – January 14 /1858)

 

 

Η διαδρομή της εκκλησίας στα χρόνια της Τουρκοκρατίας συγκέντρωσε πολλά και μεγάλα προβλήματα. Η μορφωτική κατάσταση του κλήρου, η χωροταξία των Επισκοπών και η διοικητική της δομή ήταν μερικά από τα βασικά χαρακτηριστικά που διαμόρφωναν την εικόνα της Εκκλησίας ήδη από τις απαρχές της ίδρυσης του νέου ελληνικού κράτους.

Η μεγάλη αναστάτωση που επικρατούσε στα “Εν Ελλάδι Εκκλησιαστικά πράγματα” δικαιολογούσε την αγωνία και οδηγούσε ταυτόχρονα στην ανάγκη αντιμετώπισης των ζητημάτων της εκκλησιαστικής διοίκησης.

Η άφιξη του Ιωάννη Καποδίστρια συνοδευόταν από το φόβο της υποταγής της Ελλαδικής Εκκλησίας στο Πατριαρχείο Κων/λεως  με εξαναγκασμό και επιβολή της Υψηλής Πύλης, “πράγμα τι ασύμφορο τόσο δια την Εκκλησία της Ελλάδος όσο και δια τον Ελληνισμόν ολόκληρον”[1].

H ίδρυση της Γραμματείας των Εκκλησιαστικών και Παιδείας από τον Ι.Καποδίστρια δείχνει έμπρακτα το ενδιαφέρον του Κυβερνήτη για τα εκκλησιαστικά ζητήματα. Ταυτόχρονα το λαϊκό αίσθημα και η επικρατούσα μέχρι τότε κατάσταση στον κλήρο οδηγεί στην ανάγκη ίδρυσης Ιερατικών Σχολών.

Η αρχή ίδρυσης των σχολών αυτών βρίσκεται πολύ παλιά και εστιάζεται στους πρώτους χριστιανικούς χρόνους[2], παρουσιάζοντας μια σταθερή εξέλιξη με διάφορες ονομασίες μέσα στον ιστορικό χρόνο, για να φτάσουν αμέσως μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας στην πρώτη Ιερατική Σχολή, η οποία ιδρύθηκε από τον Ι.  Καποδίστρια στον Πόρο το1830[3].

 

Παρόλο που η μορφωτική κατάσταση του κλήρου ήταν απελπιστική[4], οι γέροντες στην πλειοψηφία τους κληρικοί ήταν «ασθενή λείψανα της προηγούμενης ενδόξου των ελλογίμων κληρικών γενεάς»[5], δεν έγιναν σπουδαία βήματα προς αυτή την κατεύθυνση αφού το βάρος της πολιτείας την περίοδο αυτή, έπεσε κυρίως στην οργάνωση και λειτουργία της στοιχειώδους εκπαίδευσης.

Δεν υπάρχει κεντρικός καταστατικός χάρτης (νομοθετικό πλαίσιο) που να διέπει ιδιαιτέρως την οργάνωση και τη λειτουργία της Εκκλησιαστικής Εκπαίδευσης.

Η διαπίστωση της αντιβασιλείας για την παντελή έλλειψη μορφωμένου κλήρου έγινε προσπάθεια να αντιμετωπισθεί μέσα από τη Γενική Εκπαίδευση.

Κατά τη διάρκεια της τριακονταετίας, έγιναν προσπάθειες να ιδρυθούν ιεροσπουδαστήρια για τη μόρφωση του κατώτερου κλήρου, η δε ίδρυση της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών παρείχε την ανώτατη εκπαίδευση στους κληρικούς των γενικών Γυμνασίων.

Η Ιερά Σύνοδος είχε αντιληφθεί ότι οι κληρικοί δεν είχαν τα απαραίτητα εφόδια, να ανταποκριθούν στις πνευματικές ανάγκες του λαού, γι’ αυτό με το Β.Δ. του 1838 εισάγεται ο θεσμός των ιεροκηρύκων[6], οι οποίοι αναλαμβάνουν την πνευματική καθοδήγηση του λαού.

Στα μέσα περίπου της Οθωνικής περιόδου, 15 Μαΐου 1844 ιδρύεται η Ριζάρειος Σχολή[7] στην Αθήνα από τους αδελφούς Μάνθο και Γεώργιο Ριζάρη. Οι προσπάθειες που έγιναν ήταν σημαντικές, όχι όμως αρκετές για να καλύψουν τις ανάγκες που είχε ο κλήρος για τη μόρφωσή του. Γι’ αυτό με το νόμο ΤΞΖ΄ «περί Ιερατικών Σχολών» ιδρύονται τρεις σχολές, στη Χαλκίδα το 1856, στην Σύρο και στην Τρίπολη 1857[8].

            «Πάσα Ελληνική καρδία, πανορθόδοξος Χριστιανός ευφράνθη δια την σύστασιν των Ιερατικών Σχολών εν τω ελεύθερω κράτος της Ελλάδος. Τρεις Σχολαί Ιερατικαί απεφασίσθη υπό της Βασιλείας όπως συσταθώσιν επί του παρόντος· εν τη Στερεά Ελλάδα, εν τοις Νήσοις, και εν Πελοποννήσου. Και  δια Βασιλικού Διατάγματος ωρίσθη έκαστη η έδρα η της Πελοποννήσου ωρίσθη η κεντρικοτέρα και πολυπληθυσμητέρα, και η υγιαιστέρα μεσόγειος πόλις, η Τρίπολις»[9].

Σε άρθρο της η τοπική εφημερίδα «Βελτίωσις» την εποχή της Οθωνικής περιόδου κάνει ιδιαίτερη αναφορά για την πόλη της Τρίπολης, εξαίροντας τη φιλομάθεια των κατοίκων, το κλίμα, τη θέση[10] αλλά κυρίως την πρόθεση της τοπικής κοινωνίας για λειτουργία σχολείων (Ιερατικού, Γυμνασίου). Με την έναρξη της Σχολής στην Τρίπολη, ο Υπουργός των Εκκλησιαστικών και της Παιδείας Χ. Χριστόπουλος «πρόθυμος έπεμψε δύο χιλιάδες δραχμές», μετά από πρόταση του Νομάρχη και του Αρχιερέως της Μαντινείας Θεοφάνη, για την συντήρηση και επισκευή παλαιάς οικίας. Η οικία αυτή ανήκε στον Χρυσοσπάθη, κάτοικο Τρίπολης, η οποία ήταν εγκαταλελειμμένη, και σε αθλία κατάσταση. Παρόλο που ήταν νοικιασμένη στον εισαγγελέα Τρίπολης Ι. Μουτζουρίδη[11], αυτός αρνείτο πεισματικά να αφήσει την οικία αυτή και να ενοικιάσει άλλη με φτηνότερο ενοίκιο. Η οικία του Χρυσοσπάθη ήταν ευρύχωρη, με κήπο και νερό και φαινόταν, μετά την επισκευή της, κατάλληλη για τη λειτουργία της Ιερατικής Σχολής.

Σύμφωνα με τον κανονισμό λειτουργίας των Ιερατικών Σχολών του 1856, η συντήρηση και λειτουργία των σχολών αυτών γινόταν από το εκκλησιαστικό ταμείο. Η διδασκαλία των μαθητών ήταν πενταετής και το σχολικό έτος άρχιζε την 1η Σεπτεμβρίου και τελείωνε στις 3 Ιουλίου.

            Τα μαθήματα που διδάσκονταν ήταν εκείνα των δύο πρώτων τάξεων του Γυμνασίου και επιπλέον τα εξής θρησκευτικά:

            Ιερά Ιστορία, κατ’ έκτασιν

            Ιερά Κατήχηση, κατ’ έκτασιν

            Δογματική

            Χριστιανική Ηθική

            Συμβολική

            Απολογητική

            Ομιλητική

            Λειτουργική

            Ποιμαντική

            Κανονικόν δίκαιον

            Εκκλησιαστική Μουσική

Οι εισαγόμενοι μαθητές έπρεπε να είναι απόφοιτοι του Ελληνικού Σχολείο με βαθμό τουλάχιστον «καλώς» και ηλικίας τουλάχιστον 15 - 18 ετών[12].

Οι δυσκολίες όμως για τη λειτουργία της Σχολής ήταν εμφανείς, εξαιτίας της αδυναμίας του κράτους να διορίσει το απαιτούμενο διδακτικό προσωπικό, παρά την έφεση των κατοίκων και των φοιτούντων μαθητών, «… αίτινες υπήρξαν βραχύβιοι»[13]. Οι πρώτες εξετάσεις της ιερατικής Σχολής της Τρίπολης έγιναν στις αρχές Ιουνίου του 1859 ημέρα Κυριακή παρόντων όλων των πολιτικών, στρατιωτικών και θρησκευτικών αρχών όπως προέβλεπε ο κανονισμός της σχολής[14]. Ο Αρχιερέας Θεοφάνης μαζί με τους διακόνους αφού ευλόγησαν την τελετή των εξετάσεων, άφησαν τον σχολαρχεύοντα της σχολής Παρθένιο Ιερώνυμο να εκφωνήσει τον συγκεκριμένο λόγο.

Πρώτος σχολάρχης ήταν ο Γρηγόριος Βαλμής, ο οποίος αφού κλήθηκε στην Αθήνα από τον Υπουργό Εκκλησιαστικών και Παιδείας Χ. Χριστόπουλο, τη θέση του ανέλαβε προσωρινά ο Παρθένιος Ιερώνυμος.

Λόγω ελλείψεως διδακτικού και υπηρετικού προσωπικού η λειτουργία της σχολής καθίσταται πολύ δύσκολη με αποτέλεσμα τη μείωση του αριθμού των μαθητών ο οποίος αρχικά πλησίαζε τους 40, ενώ το 1861 μόλις που συμπλήρωνε τους 13.

Η ενταύθα Ιερατική Σχολή «νοσεί νόσον βαρείαν»[15] έγραφε ο αρθρογράφος της εφημερίδας «Βελτίωσις» και αυτό είχε σαν αποτέλεσμα την κορύφωση της αγωνίας των κατοίκων που έβλεπαν να επανέρχεται γρήγορα η διάλυσή της. Η αδιαφορία του υπουργείου να αντικαταστήσει τον διωχθέντα Διευθυντή Γρηγόριο Βαλμή[16], και να μη διορίζει τους αναγκαίους δασκάλους, παρά τις αιτιάσεις όλων των φορέων του τόπου, οδηγεί στη σκέψη τους γονείς των μαθητών να θεωρούν ότι «ματαίως εξόδευαν για την μάθησιν των παιδιών τους» «… και αληθώς τι εστί Σχολή άνευ διδασκάλων, άνευ τακτικού Διευθυντού, άνευ καταστήματος;»[17]

Επιφορτισμένος, μετά από αυτή την κατάσταση που παρουσίαζε η Ιερατικής Σχολή της Τρίπολης, ήταν και ο Γυμνασιάρχης του Γυμνασίου Τριπόλεως Κ. Καππώτας ο οποίος αναγκάσθηκε «όπως επαρκεστεί και εις την Ιερατικήν Σχολήν να υφαίρει ώρες από τις παραδόσεις του Γυμνασίου και να διδάσκει δύο ελληνικά μαθήματα»[18].

Η συντήρηση και η λειτουργία της Σχολής σύμφωνα με τον κανονισμό αφορούσε το εκκλησιαστικό ταμείο. Οι μαθητές συμμετείχαν με 180 δρχ. το τρίμηνο ή 720 δρχ. ετησίως[19], υποθηκεύοντας ακόμα και τα πατρικά τους κτήματα.

Στο εκκλησιαστικό ταμείο συνεισέφεραν επίσης, οι πρεσβύτεροι και οι εφημέριοι των δήμων «καθ όν έχει εκείνος δύναμη»[20] και τα μοναστήρια της επαρχίας Μαντινείας[21] ετησίως ή εφάπαξ.

α) Τσηπιανών                            150 - 300

β) Επάνω Χρέπας                       50  -  150

γ) Βαρσών                                 150 - 300

δ) Κανδήλας                              60 -  160

                               Σύνολο:   410 – 910

 

Στην προσπάθεια αυτή συμμετείχαν και τα μοναστήρια της επαρχίας Κυνουρίας όπως παρακάτω αναφέρονται

 

α)

Έλωνας (Κοίμησης Θεοτόκου)

200 - 300

β)

Ορθοκωστή (Κοίμησις Θεοτόκου)

50 - 100

γ)

Μαλεβής (Κοίμησις Θεοτόκου)

150 - 200

δ)

Λουκούς (Μεταμόρφωσις Σωτήρος)

300 - 800

ε)

Σίντοια (Άγιος Νικόλαος)

150 - 200

στ)

Παλαιά Παναγιά (Κοίμησις Θεοτόκου)

200 - 0

ζ)

Καρυά (Άγιος Νικόλαος)

150 - 200

η)

Προδρόμου (Η αποτομή του Προδρόμου)

80 - 180

 

                                                      Σύνολο

1280 - 1980

 

Οι μαθητές της Ιερατικής Σχολής είχαν ειδική ομοιόμορφη ενδυμασία, χρώματος μέλανος και εσωτερική διατροφή[22]. Μερικές φορές όταν υπήρχε οικονομικό πρόβλημα σε κάποιο μαθητή, συνεισέφεραν κάτι παραπάνω τα μοναστήρια και ο μαθητής χαρακτηρίζετο ως υπότροφος[23].

Τέτοια παραδείγματα, μέσα από την έρευνα, αναφέρεται εκείνο του ιερέα Νεοχωρίου, του Δήμου Κορυθίου της επαρχίας Μαντινείας, Ιωάννη Ζιμπουρόπουλου, του οποίου το ένα παιδί φοιτούσε στην Ιερατική Σχολή Τριπόλεως. Όμως το σπίτι του κάηκε και η πολυμελής οικογένεια δεν του άφηνε κανένα οικονομικό περιθώριο, να βοηθήσει το γιο του να συνεχίσει τη Σχολή. Έτσι ζήτησε να χαρακτηριστεί υπότροφος[24]. Οι τελειόφοιτοι της ιερατικής Σχολής διατύπωναν πολλές φορές το παράπονο ότι δεν προτείνονται εις χειροτονίαν πρεσβυτέρου. Σύμφωνα με το παράπονο των μαθητών «ο μέλλων προχειρισθήναι πρεσβύτερο πρέπει να έχει συμπεπληρωμένον το τριακοστό έτος της ηλικίας του», (διάταγμα 18ης Φεβρουαρίου 1856, άρθρο Α΄). Η διάταξη αυτή στηρίζεται στους ιερούς κανόνες  της Εκκλησίας. Γίνεται, πρόταση όμως από την Αρχιεπισκοπή Μαντινείας και Κυνουρίας προς την Ιερά Σύνοδο και ζητά την άρση της ηλικίας αντί για 30 ετών να μπορούν να χειροτονούνται οι απόφοιτοι των Ιερατικών Σχολών από τα 25[25].

Οι εξετάσεις των μαθητών σύμφωνα με το άρθρο 21 του κεφ. 5 του από 27 Οκτωβρίου 1856 Βασιλικού Διατάγματος «περί κανονισμών των Ιερατικών Σχολών» γίνονταν κάθε έτος, συνήθως το δεύτερο δεκαήμερο του Ιουνίου και ημέρα κυρίως Κυριακή.

Μετά τις 10 το πρωί άρχιζε η θρησκευτική τελετή παρόντων όλων των αρχών του τόπου, δημοτών και γονέων, και μετά τον καθιερωμένο λόγο του Σχολάρχη της Σχολής προσήρχοντο για εξετάσεις οι μαθητές.

            Στις εξετάσεις του 1862 έλαβαν μέρος 12 μαθητές της Δ΄ τάξης 14 μαθητές της Γ΄ τάξης, 10 μαθητές της Β΄ τάξης και 3 μαθητές της Α΄ τάξης. Σχολάρχης ήταν ο Συνέσιος Γεωργιάδης[26].

Το έτος 1863 Σχολάρχης της σχολής ορίζεται ο Αρχιμανδρίτης  Γεννάδιος Οικονομίδης, βοηθός ο Δημήτριος Αθανασιάδης και δάσκαλος ο Κυριάκος Ιωαννίδης.  Οι μαθητές εξετάζονται στα κατά τάξη μαθήματα και σύμφωνα με την εξεταστική επιτροπή απήντησαν «ετοίμως και ευστόχως»[27].

Η βαθμολογία κατά μάθημα ήταν αριθμητική από 3,70 - 5,70 με τους χαρακτηρισμούς Μετριότατος - μετρίως - Σχεδόν καλώς - Καλώς - Πολύ καλώς.

Τα μαθήματα της Δ΄ τάξης ήταν Ελληνικά, Χριστιανική Ηθική, Εκκλησιαστική Ιστορία, Εισαγωγή εις την Γραφή, Ερμηνεία Γραφής, Τελετουργικά, Μουσική. Τα μαθήματα της Β΄ τάξης ήταν Ελληνικά, Αριθμητική, Γενική Ιστορία, Ιερά Γεωγραφία, Μουσική. Τα μαθήματα της Α΄ τάξης ήταν Ελληνικά, Αριθμητική, Ιερά Ιστορία, Ιερά Κατήχηση, Πολιτική Γεωγραφία, Μουσική[28].

Αν και οι δυσκολίες δεν φαίνονται να περιορίζονταν σε ότι αφορά τη λειτουργία της Ιερατικής Σχολής, οι προσπάθειες των κατοίκων, των γονιών, των εκκλησιαστικών και τοπικών αρχών ήταν συγκινητικές. Είναι φανερό πλέον από όλους τους φορείς ότι η ανάγκη διατήρησης των Ιερατικών Σχολείων είναι πολύ μεγάλη, εν τούτοις όμως η κυβέρνηση αδιαφορεί και «μόνον διατείνεται εις ματαίας επιδείξεις, θέατρα κι ασκόπους καλλωπισμούς εκ των ιδρώτων του λαού και δια την τύχην των ιερατικών σχολών με έξοδα άλλων ουδέ ελάχιστον κόπον καταβάλλει»[29].

Παρόλο που η έφεση των μαθητών είναι μεγάλη και μπορεί να φοιτούσαν ακόμη και περισσότεροι των 100 μαθητών, εντούτοις η κακή έως αθλία κατάσταση του καταστήματος και η αδιαφορία της πολιτείας, οδηγούν το προσωπικό της Σχολής ακόμη και σε παραιτήσεις « … ως κατάστημα υπάρχει μια σεσαθρωμένη οικία, στενάχωρος και κάθιδρος …» και έτσι μένει η Σχολή περισσότερο από 10 μήνες «εις χαλάρωσιν»[30].

Ο Διευθυντής της Ιερατικής Σχολής Παρθένιος Ιερώνυμος ο οποίος υπήρξε καθηγητής του Γυμνασίου Τριπόλεως σε λόγο του παρουσία των γονέων και των δημοτών της πόλης της Τρίπολης αναφέρει τα εξής: Παρόλο που η Εφορεία της Τρίπολης παραχωρεί δωρεάν ένα γήπεδο για να κτισθεί ένα καινούριο κατάστημα για τη Σχολή γίνονται κινήσεις «σκοτεινές και αφανείς»[31] με σκοπό να κλείσει η Σχολή και να μεταφερθεί η λειτουργία της στη Μεσσηνία καθότι υπάρχει εκεί πιο πάνω από την Καλαμάτα, η ερειπωμένη Μονή του Προφήτου Ηλιού. Όμως οι μαθητές αντιδρούν για το λόγο ότι οι περισσότεροι είναι από την Αρκαδία και «ουδείς θέλει ακολουθήσει»[32].

Η Ιερατική Σχολή Τριπόλεως συνέχισε ανελλιπώς τα μαθήματά της και τη λειτουργία της εν μέσω δυσκολιών βέβαια, μέχρι το έτος 1874[33]. Με το τέλος των ετήσιων εξετάσεων στις 8 Ιουλίου του ίδιου έτους, το επί των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως Σεβαστόν Υπουργείον διέταξε δια τις υπ’ αριθμ. 13533/13656 διατάξεις, την διακοπήν της λειτουργίας της, μέχρι να ψηφιστεί σχστικός νόμος, βάσει του οποίου θα γίνει αναδιοργάνωση προς το καλύτερο.

Η θλίψη των κατοίκων είναι μεγάλη και εκφράζεται μέσω της Εφορευτικής Επιτροπής του Ιερατικού Σχολείου προς την Ιερά Σύνοδο, με έγγραφο όπου αναφέρονται τα εξής: «… άλλωστε η ενταύθα Ιερατική σχολή αείποτε ευδοκίμησεν έχουσα και έτος ολόκληρον τον απαιτούμενον εκ του κανονισμού αριθμού μαθητών, και πλείστοι άλλοι αναγκάζονται να απέρχονται ένεκα της συμπληρώσεως του αριθμού των μαθητών, ενώ αι άλλαι Ιερατικαί Σχολαί Σύρου, Χαλκίδος και Κερκύρας ουδέποτε είχον πλέον των δεκαπέντε μαθητών και τούτο διότι η Τρίπολις είναι το κεντρικότερον μέρος της Πελοποννήσου, τόπος υγιαίστατος και λίαν εφθηνός σχετικώς, προς τας άλλας πόλεις»[34].

Και αφού υπάρχουν όσα χρειάζονται για να λειτουργήσει η Σχολή, το Δημόσιο δεν θα υποστεί καμμία δαπάνη στο μέλλον, αφού οι μαθητές πληρώνουν την τροφοδοσία και οι διάφορες μονές του Κράτους συνεισφέρουν για την συντήρησή της, παρακαλούμε θερμά να ενδιαφερθείτε ώστε η σχολή να επαναλειτουργήσει «ως χρήσιμη και αναγκαιοτάτη».

Το έτος 1907 η Ιερατική Σχολή Τριπόλεως επαναλαμβάνει τη λειτουργία της[35], ο δε νόμος Β.Τ.Μ.Θ. περί Δημοτικής Εκπαιδεύσεως «παρέχει εις τους αποφοίτους των Ιερατικών Σχολών το δικαίωμα να διορίζονται γραμματοδιδάσκαλοι, προτιμομένων όμως πάντοτε των τριτοβάθμιων δημοδιδασκάλων και ελλείψει τούτων των γραμματιστών»[36].

Είναι αναμφισβήτητο ότι οι Ιερατικές σχολές οι οποίες λειτούργησαν στην Ελλάδα για πολλά χρόνια, με όλες τις ατέλειες του σχετικού νόμου, προσέφεραν πολλές και σπουδαίες υπηρεσίες στην ορθόδοξο εκκλησία του Βασιλείου. Προπαρασκεύασαν για πολλές δεκαετίες και έδωσαν στα χωριά και στις πόλεις εφημέριους χρηστούς και αρκετά μορφωμένους[37].

Ειδικότερα για την Ιερατική Σχολή Τριπόλεως γνωρίζουμε ότι οι πολυάριθμοι ιερείς που σπούδασαν εκεί και εργάζονται στις πόλεις, στις  κωμοπόλεις και στα χωριά διακρίνονται όχι μόνο στην εκκλησιαστική μόρφωση και στο ήθος αλλά και στην επιμέλεια και στην ακριβή τήρηση των κανόνων της εκκλησίας[38]. Οι αποφοιτήσαντες των ιερατικών σχολών μέχρι το έτος 1905 ανήρχοντο σε 1200[39].

Το έτος 1918 με το νόμο (1432), οι απόφοιτοι μπορούσαν να διορίζονται δημοδιδάσκαλοι, μέχρι την ηλικία της χειροτονίας τους. Οι Ιερατικές Σχολές μετατρέπονται στη συνέχεια σε ιεροδιδασκαλεία τα οποία το 1929 με άλλο νόμο (4370) καταργούνται, μεταξύ των οποίων και της Τριπόλεως. Όσα απέμειναν, μετατράπηκαν σε καθαρώς Ιερατικές Σχολές.

Η ίδρυση και η λειτουργία της Ιερατικής Σχολής Τρίπολης, όπως επίσης και οι άλλες Ιερατικές σχολές στην εποχή εκείνη, αντιμετώπισε σημαντικά προβλήματα, κυρίως οικονομικά και προβλήματα ελλείψεως προσωπικού.

Η προσφορά της όμως, όπως αυτή προκύπτει μέσα από τα Αρχεία της Ιεράς Συνόδου, των Γ.Α.Κ. αλλά και του τοπικού τύπου της περιόδου αυτής, ήταν σημαντική και βοήθησε όχι μόνο το αίσθημα των κατοίκων της Τρίπολης για μόρφωση και παιδεία, αλλά κυρίως ανταποκρίθηκε στις πνευματικές ανάγκες και ανησυχίες του λαού, με χρηστούς, επιμελείς και με ήθος ιερείς.


---

[1] A. Γερομιχαλός, Εκκλησιαστική Ιστορία της Ελλάδος, τ  Α΄ Θεσσαλονίκη 1973 σελ 128, Ι. Ι. Κάπος, Η λειτουργία των θεσμών της Εκκλησίας της Εκπαίδευσης και της Κοινοτικής Αυτοδιοίκησης στην Επαρχία Γορτηνίας στα χρόνια του Όθωνα. (1833-1862), εκδ. Φύλλα, Τρίπολη 2001, σς. 38-39

[2]  Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια Εκπαίδευσις, ό.π., σ.σ. 631 - 637.

[3] Γ.Ε.Ε., φ. 15 (19-2-1830), σ. 57, Βλ. δειγματοληπτικά: ΓΑΚ, Υπουργείο Θρησκείας, φ. 25, Σχολικά, 4.3.1830 ιδρυτικό ψήφισμα της Εκκλησιαστικής Σχολής στον Πόρο «θεωρούντες ότι το τοιούτο κατάσταση απαιτείται να συσταθεί όποιος και ιερός ναός και υπό το όμμα της Κυβερνήσεως». Χ. Μπαμπούνη, Η Γραμματεία των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίου Εκπαιδεύσεως, και η εκπαιδευτική πραγματικότητα κατά την Καποδιστριακή περίοδο, ανέκδοτη διδακτορική διατριβή, Αθήνα 1998, σ.σ. 139, 140.

[4] Γκ. Μάουερ, Ο ελληνικός λαός, μετφ. Όλγας Ρομπάκη, Αθήνα 1976, σ. 521.

[5] Χρ. Παπαδόπουλος, Ιστορία της Εκκλησίας της Ελλάδος, τ. Α΄, εν Αθήναις 1920, σ.σ. 71 - 72.

[6] Γ. Κάππος, Η λειτουργία των θεσμών της Εκκλησίας, της εκπαίδευσης και της κοινοτικής αυτοδιοίκησης στην επαρχία της Γορτυνίας στα χρόνια της βασιλείας του Όθωνα (1831 - 1862), εκδ. Φύλλα, Τρίπολη 2001, σ.44 και Χρ. Παπαδόπουλος, Ιστορία ό.π., σ. 325.

[7]  Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια Εκπαίδευσις, ό.π., σ.σ. 631 - 637.

[8] Εφημερίδα «Βελτίωσις», έτος Ζ΄, Εν Τρίπολει την 14 Ιανουαρίου 1858, σ. 1 και εφημερίδα «ΑΡΚΑΔΙΑ» φ.76, 20 - 12 - 1858, σ. 2 (Διάφορα).

[9] Αρχ. Ι. Συνόδου Φ. 35 Ι.Μ Μαντινείας, «Ιερατικαί Σχολαί», Αθήναι 17 Απριλίου 1857 και εφημερίδα «ΑΡΚΑΔΙΑ» φ. 76, 20-12-1858, σ.σ. 2-3.

[10] Εφημερίδα «Βελτίωσις», έτος Δ΄, εν Τρίπολει την 7η Ιουλίου 1855 «Περί των γραφέντων περί του Γυμνασίου Τριπόλεως» σ.2, συγκεκριμένα αναφέρεται «Το κλίμα της Τριπόλεως είναι υγιαίστατον, τα τρόφιμα έχει ευθυνότατα, η απόστασις των παρακειμένων επαρχιών και νομών είναι μικρά, ώστε πανταχόθεν οι μαθηταί ευκολύνονται να έρχονται εις Τρίπολιν, ένθα και η συγκοινωνία καθ’ εκάστων γίνεται μεθ’ όλων των επαρχιών της Πελοποννήσου».

[11] Εφημερίδα «Βελτίωσις», έτος Ζ΄, εν Τρίπολει την 14 Ιανουαρίου 1858, άρθρο 1, σ.1.

[12] Αρχ. Ι. Συνόδου, Φ. 35 Ιερά Μητρόπολης Μαντινείας, Νόμος ΤΞΖ΄ «περί Ιερατικών Σχολών» 1856 και βλ. φ. 35 Σχεδίου Νόμου «περί συστάσεως Ιερατικών Σχολών», 21 Μαρτίου 1905, άρθρα 1 -29.

[13]  Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια  όπ. σ. 631 - 657.

Για την κατάσταση των ιερατικών Σχολών και τη Λειτουργία τους, βλ. εφημερίδα «ΑΡΚΑΔΙΑ», φ. 64, 19 - 9 - 1858, σ. 2, εφημερίδα «ΑΡΚΑΔΙΑ», φ. 71, 14 - 11 - 1858, σ. 2 -3, επίσης στην ίδια εφημερίδα φ. 72 και φ. 75 14 - 11 - 1858 και 22 - 11 - 1858 σ.2 (Διάφορα).

[14] Εφημερία «Βελτίωσις», έτος Η΄, εν Τρίπολει της 25 Ιουνίου 1859, σ.1 (Διάφορα).

[15] Εφημερίδα «Βελτίωσις», έτος Ι΄, εν Τρίπολει την 4 Νοεμβρίου 1861, σ.1 (επαρχιακά).

[16] Εφημερίδα «ΑΡΚΑΔΙΑ», φ. 76, 20-12-1858, σ.2 (Διάφορα).

[17] Εφημερίδα «ΑΡΚΑΔΙΑ», φ. 167, 25-10-1862, σ.3 (Διάφορα).

[18] Εφημερίδα «Βελτίωσις», έτος Ι΄, εν Τρίπολει, φ. 460, 11-12-1861.

[19] Αρχ. Ι. Συνόδου Φ. 35 Ι. Μ. Μαντινείας, «Ιερατικαί Σχολαί» (1834 - 1940), 28 - 5 1860.

[20] Αρχ. Ι. Συνόδου Φ. 35 Ι. Μ. Μαντινείας, «Ιερατικαί Σχολαί» (1834 - 1940), Ιανουάριος - Φεβρουάριος 1857.

[21] Αρχ. Ι. Συνόδου Φ. 35 Ι. Μ. Μαντινείας, «Ιερατικαί Σχολαί», υπ αριθμ. έγγραφο 6955 «Περί ετησίας συνεισφοράς υπέρ των Ιερατικών Σχολών», Αθήναι 17 Απριλίου 1859.

 

[22] Αρχ. Ι. Συνόδου Φ. 35 Ι. Μ. Μαντινείας, Τ.Ξ.Ζ.΄ νόμος «περί Ιερατικών Σχολών» 1856 άρθρο 9.

[23] Αυτόθι, άρθρο 9.

[24] Αρχ. Ι. Συνόδου Φ. 35 Ι. Μ. Μαντινείας, «Ιερατικαί Σχολαί» (1834 - 1940), 10 - 6 - 1860.

[25] Αρχ. Ι. Συνόδου Φ. 35 Ι. Μ. Μαντινείας, «Ιερατικαί Σχολαί» (1834 - 1940), 23 Ιουλίου 1870, βλ. Γ. Κάππος, Η λειτουργία των θεσμών …. ό.π., σ.σ. 77 - 82.

[26] Αρχ. Ι. Συνόδου Φ. 35 Ι. Μ. Μαντινείας, «Ιερατικαί Σχολαί» (1834 - 1940), 28 Ιουνίου 1862.

[27] Αρχ. Ι. Συνόδου Φ. 35 Ι. Μ. Μαντινείας, «Ιερατικαί Σχολαί» (1834 - 1940), 12 Ιουλίου 1863.

[28] Αυτόθι, «Έλεγχος», σ.σ. 1-5.

[29] Εφημερίδα «ΑΡΚΑΔΙΑ», φ. 114, 19-9-1859, σ.2 (Διάφορα).

[30] Αυτόθι.

[31] Εφημερίδα «ΑΡΚΑΔΙΑ», φ. 117 (10-10-1859), σ. 2 (Διάφορα).

[32] Αυτόθι.

[33] Αρχ. Ι. Συνόδου Φ. 35 Ι. Μ. Μαντινείας, «Ιερατικαί Σχολαί» (1834 - 1940), 28 Ιουλίου 1874.

[34] Αυτόθι.

[35] Αρχ. Ι. Συνόδου Φ. 35 Ι. Μ. Μαντινείας, «Ιερατικαί Σχολαί»  6 Απριλίου 1907, έγγραφο του Υπουργού προς της Ι. Σύνοδο.

[36] Αυτόθι.

[37] Αυτόθι.

[38] Αρχ. Ι. Συνόδου Φ. 35 Ι. Μ. Μαντινείας,  15 Μαρτίου 1904.

[39] Αρχ. Ι. Συνόδου Ι. Μητροπόλεως Μαντινείας Φ. 35, «Σχέδιο Νόμου, περί συστάσεως Ιερατικών Σχολών» 21-Μαρτίου 1905.