Οι τΑσεις της ΙστοριογραφΙας της ΕκπαΙδευσης στη ΡΩΣΙΑ
πριν και μετΑ την πολιτικΗ αλλαγΗ:
Η περΙπτωση ΘρησκεΙας και ΕκπαΙδευσης μΕσα από την εμπειρΙα
των παιδΙών των ΣοβιετικΩν, 1929-1972.

 

 

Vitali Bezrogov

Dr. Senior Research Fellow

Institute of Theory of Education

Russian Academy of Education

 

 

 

Η Σοβιετική Ένωση ήταν το πρώτο κράτος που είχε ως ιδεολογικό στόχο το θρησκευτικό περιορισμό. Για την εκπλήρωση αυτού του στόχου το Κομμουνιστικό καθεστώς κατάσχεσε την εκκλησιαστική περιουσία, γελοιοποίησε τη θρησκεία, κακοποίησε τους πιστούς και διέδωσε τον αθεϊσμό στα σχολεία. Οι θεολογικές σχολές έκλεισαν και απαγορεύτηκαν οι εκκλησιαστικές εκδόσεις. Ακόμη και η ύπαρξη σταυρού κάτω από τα ρούχα αποτελούσε αιτία για αυστηρή δίωξη. Όλες οι εκκλησίες εξαναγκάστηκαν να περιορίσουν τις δραστηριότητές τους στην αποκλειστική άσκηση των λατρευτικών τους καθηκόντων και απαρνήθηκαν τη διδασκαλία των θρησκευτικών και την έκδοση θεολογικών βιβλίων. Η ιστορία της θεολογικής εκπαίδευσης ήταν απαγορευμένη για πολλές δεκαετίες. Έχουν σωθεί λίγες μόνο πηγές σχετικά με αυτή την πλευρά της ιστορίας της ρωσικής εκπαίδευσης. Σκοπός μας είναι να εισαγάγουμε στην ιστορία της εκπαίδευσης ένα νέο τύπο πηγών που θα μας βοηθήσουν να αναπαραγάγουμε μερικές ενδιαφέρουσες αλλά κρυφές σελίδες της κατά τη διάρκεια του ολοκληρωτικού καθεστώτος στη Ρωσία. Αυτές οι πηγές είναι προσωπικά έγγραφα, ανεπίσημες προσωπικές μαρτυρίες διαφόρων γενεών. Έχω τη γνώμη ότι μπορεί κανείς να χρησιμοποιήσει αυτού του είδους τις πηγές για να εξερευνήσει την ανεπίσημη ιστορία διάφορων εκπαιδευτικών θεμάτων στη διάρκεια των ολοκληρωτικών καθεστώτων σε πολλές χώρες που ακολουθούσαν αυστηρή πολιτική ομοιόμορφης για όλους μνήμης.

 

Η προσωπική ιστορία της θρησκευτικής κοινωνικοποίησης στη «χώρα του μαζικού αθεϊσμού»

 

Στα απομνημονεύματα της παιδικής ηλικίας του συγγραφέα Naum Korzhavin (γεννημένου το 1925), ένα απόλυτα κοσμικό κείμενο, υπάρχει ένα απόσπασμα σχετικά  με το πώς ένα παιδί μεγαλωμένο σε μια εβραϊκή οικογένεια με πρώιμη πίστη στο Θεό, πήγε σε ένα σοβιετικό παιδικό σταθμό, και την πρώτη μέρα ένας παιδαγωγός του αποκάλυψε ότι δεν υπήρχε θεός και ότι εκεί όλα τα παιδιά, εκτός απ’ αυτόν, ήδη το ήξεραν,  γεγονός που τον έκανε να αποτελεί παραφωνία όμοια με τους ιδιοκτήτες γης και τους καπιταλιστές που εξαπατούσαν αφώτιστους, αγράμματους και οπισθοδρομικούς ανθρώπους με τέτοιους μύθους. Το αγόρι αποφάσισε ότι οι γονείς του δεν ήταν «συνειδητοί εξαπατητές» αλλά άνθρωποι αφώτιστοι και οπισθοδρομικοί. Ταυτόχρονα άρχισε έναν αγώνα ενάντια στους πιστούς γύρω του: άρχισε να σκορπάει ψίχουλα ψωμιού στα πασχαλινά πήλινα σκεύη, κάτι που είναι απαγορευμένο και θεωρείται βλασφημία για την εβραϊκή πίστη, σύμφωνα με την οποία το ψωμί δεν πρέπει να έρχεται σε επαφή με την πασχαλινή τροφή. O μικρός Naum θέλησε να κάνει μια γόνιμη συζήτηση με τον παππού του, χωρίς να έχει κανένα απολύτως αποτέλεσμα. Παγιδεύτηκε προσπαθώντας να εξηγήσει και να αποδείξει ότι δεν υπάρχει Θεός και ακολούθησε την αντίθετη πορεία: Εντάξει, ίσως να μην μπορώ να αποδείξω πειστικά ότι δεν υπάρχει Θεός, απόδειξέ μου, όμως, εσύ, παππού, ότι υπάρχει Θεός!...Αλλά και πάλι ο παππούς αφόπλισε το νεαρό άθεο αντίπαλό του λέγοντας : «Ποτέ, βέβαια, δεν είπα ότι ξέρω πως υπάρχει Θεός, απλά πιστεύω πως υπάρχει». Ο Naum δεν εγκατέλειψε τον αθεϊσμό, αλλά, γράφει, για πρώτη φορά άρχισε να σέβεται αντίθετες με τη δική του γνώμες, παρακινημένος από τα λόγια του παππού του. Αυτό το περιστατικό, που έγινε στο πρώτο μισό της δεκαετίας του ’30, απεικονίζει βασικά θέματα, όπως η αλληλεπίδραση ανάμεσα στην εκπαίδευση των παιδιών και τη θρησκεία στη Ρωσία, οι εκπαιδευτικές πολιτικές του Κόμματος, οι ιστορικές και ανθρωπολογικές ιδιαιτερότητες της συνείδησης του παιδιού στη Ρωσία του 20ου αιώνα, οι διάφοροι κόσμοι των ενηλίκων και ο τρόπος που συνδέονται με τον κόσμο των παιδιών, καθώς και ο τρόπος που συνδέονται ο ένας με τον άλλο. Μέσα από το παράδειγμα μπορεί κανείς να δει τις διαφορετικές δυνατότητες που απορρέουν από τις «προσωπικές μαρτυρίες» για την ανασύνθεση της ιστορίας της θρησκευτικής κοινωνικοποίησης των διάφορων γενεών της Ρωσικής κοινωνίας.

 

Οι προσωπικές μαρτυρίες στην έρευνα της ιστορίας της θρησκευτικής κοινωνικοποίησης

 

Το βιογραφικό και αυτοβιογραφικό υλικό που εστιάζει στην ιστορία της ζωής υπαρκτών προσώπων, στον τρόπο που έμαθαν να διαβάζουν και να γράφουν, στον τρόπο που γνώρισαν τον πολιτισμό και απέκτησαν θρησκευτική ταυτότητα, συνιστά έναν από τους πιο σημαντικούς τρόπους για την ανασύνθεση των συμπεριφορών αυτών των ατόμων και των ομάδων τους. Θα μπορούσε κανείς να χαρακτηρίσει αυτή την προσέγγιση ως «μία εμπειρικά προσανατολισμένη παιδαγωγική ανθρωπολογία», στα πλαίσια της οποίας υπάρχει μια ειδική θέση για έρευνα σχετικά με την ιστορική δυναμική της θρησκευτικής κοινωνικοποίησης. Με ποιο τρόπο θα μελετήσουμε αυτό το θέμα;

Η θρησκευτική εμπειρία ενός ατόμου είναι η πιο απόκρυφη από όλες τις άλλες προσωπικές του εμπειρίες. Το μυστήριο της πίστης διενεργείται στα ενδότερα -στα ενδότερα του ναού, στα ενδότερα του ατόμου. Κάποιος μπορεί να μπει εκεί μόνο εάν προσκληθεί. Γι’ αυτό το λόγο, οι ιστορίες υπαρκτών ατόμων, οι «προσωπικές μαρτυρίες», παίζουν εξαιρετικά σημαντικό ρόλο σε μια τέτοια έρευνα. Αποτελούν λεπτομερείς πηγές που μας επιτρέπουν να ανασυνθέσουμε τις διαδικασίες της θρησκευτικής κοινωνικοποίησης, έτσι όπως τις θυμάται και τις περιγράφει το άτομο που τις έζησε.

Μέχρι τη δεκαετία του ’60, τα κείμενα που αναφέρονταν σε προσωπικές εμπειρίες θρησκευτικής κοινωνικοποίησης δεν είχαν ιδιαίτερο ενδιαφέρον, και οι ατομικές διηγήσεις χρησιμοποιούνταν –αν χρησιμοποιούνταν- μόνο για στατιστικούς λόγους. Προφανώς, αυτή η αντιμετώπιση των προσωπικών διηγήσεων προερχόταν από την προορατικότητα των αυτοβιογραφικών αναδρομικών περιγραφών του παρελθόντος, που είχαν δοθεί από την πλευρά κάποιου που έζησε όλη την εμπειρία μέχρι τη στιγμή που η ιστορία πήρε συγκεκριμένη προφορική μορφή ή καταγράφηκε σε χαρτί, έχοντας δεχτεί επιδράσεις από τις θρησκευτικές πεποιθήσεις του συγγραφέα κατά την περίοδο της καταγραφής. Οι ερευνητές ήταν ιδιαίτερα προσεκτικοί, γιατί οι συγγραφείς αυτών των κειμένων, θρησκευτικά προσανατολισμένοι, τα είχαν γεμίσει με ασυνήθιστες και υπερφυσικές ιστορίες. Πιστευόταν ότι η αφθονία αυτών των υπερφυσικών διηγήσεων απεικόνιζε το πόσο πολύ ο συγγραφέας είχε εμποτιστεί με τα πιστεύω της μιας ή της άλλης θρησκείας. Κατά συνέπεια, για τους ερευνητές του πρώτου μισού του 20ού αιώνα οι προσωπικές διηγήσεις, που ήταν αναξιόπιστες και φανταστικές, είχαν περιθωριακό χαρακτήρα και δεν είχαν κύρος. Στη δεκαετία του 1960, οι θρησκευτικοί εμπειρογνώμονες, οι ιστορικοί και οι ανθρωπολόγοι άρχισαν να ενδιαφέρονται για τις προσωπικές θρησκευτικές ιστορίες. Όλοι αυτοί παρακινήθηκαν από τη δημοσίευση της έρευνας που έκαναν πάνω σ’ αυτό το θέμα προηγούμενοι ψυχολόγοι, για τους οποίους αυτή η πνευματική παράδοση πήγαινε πίσω μέχρι τον William James. Σε αντίθεση, όμως, με τον James, το ενδιαφέρον τώρα δεν εστιαζόταν στους θρησκευτικούς δεσμούς του αφηγητή ή σε ασυνήθιστες εκδηλώσεις του θρησκευτικού συναισθήματος, αλλά στην προσωπική πίστη και τις προσωπικές εμπειρίες κοινών ανθρώπων. Αυτές οι αλλαγές αντανακλώνται στην ιστορική και παιδαγωγική έρευνα και στα ερευνητικά έργα της παιδαγωγικής ανθρωπολογίας. Απομνημονεύματα της παιδικής ηλικίας δίνουν πολλές χρήσιμες πληροφορίες για τις ιδέες και τις πρακτικές των ενηλίκων που διοχετεύονταν στα παιδιά, για τα είδη εκείνα της θρησκευτικής πίστης ή του αθεϊσμού που υπήρχαν στο κοντινό περιβάλλον των παιδιών και με τα οποία έρχονταν σε επικοινωνία ή ενάντια στα οποία εξέφραζαν τα δικά τους αισθήματα, και ακόμη και για εκείνα τα είδη αθεϊσμού τα οποία θεωρούνταν «φυσικά για τα ανθρώπινα όντα», και που εμφανίζονταν στη Ρωσία στο «νέο ανθρώπινο τύπο» στον οποίο είχε σχεδιαστεί να μετασχηματιστεί το παιδί. Μέσα από τη μελέτη αυτών των απομνημονευμάτων, γίνεται φανερό ότι οι ενήλικες ήταν αυτοί που περίμεναν από τα παιδιά να τους πουν τι επιτρεπόταν και τι όχι, για ποιο πράγμα μπορούσαν να μιλήσουν και για ποιο δεν μπορούσαν  -ακόμη και σε ποιο πράγμα έπρεπε να αναφερθούν ή όχι. Οι συγγραφείς των βιογραφικών ιστοριών δομούν τα κείμενά τους με βάση την πίστη και τα γενικά πολιτιστικά στερεότυπα της θρησκευτικότητας του παιδιού, και τη «σωστή βιβλιογραφία» που είναι αποδεκτή από την κοινωνία και την οικογένεια του αφηγητή.

Για πολλούς αφηγητές, η αφήγηση της θρησκευτικής κοινωνικότητας φέρει τη σφραγίδα ενός θρησκευτικού κειμένου, που απευθύνεται σε ένα θρησκευτικά προσανατολισμένο ακροατήριο. Πολλές, βέβαια, διηγήσεις που δίνουν πληροφορίες για τη θρησκευτική κοινωνικοποίηση δεν έχουν το στίγμα της εσωτερικής θρησκευτικής πίστης του συγγραφέα, με αποτέλεσμα το ζήτημα της πίστης να περικλείει άλλα ερωτήματα. Το θρησκευόμενο άτομο σκοπεύει να εμπνεύσει, να προφητέψει δημιουργώντας μέσα από τη δική του ζωή ένα ασυνήθιστο παράδειγμα˙ οι μη θρησκευτικές αφηγήσεις είναι αφύσικο να εστιάζονται ειδικά στη θρησκεία, γι’ αυτό είναι εντελώς φυσικό ο αφηγητής να μιλάει για στιγμές που ενδιαφέρουν τον ερευνητή, όπως αυτές της καθημερινότητας. Αυτές οι διαφορές ανάμεσα στους στόχους των δύο τύπων κειμένων υπαγορεύουν διαφορετική μεθοδολογική προσέγγιση του καθενός.

Ένα αμφισβητούμενο πρόβλημα που εμφανίζεται κατά την έρευνα απομνημονευμάτων σχετικών με την εκπαίδευση και την κοινωνικοποίηση είναι αυτό του εσωτερικού και εξωτερικού μεσολαβητή ανάμεσα στον αφηγητή και το ακροατήριό του. Στους εσωτερικούς μεσολαβητές συμπεριλαμβάνεται ο συγγραφέας-αφηγητής ως δημιουργός του πλήρους έργου με τη συνένωση διάσπαρτων αποσπασματικών αναμνήσεων, ως «εσωτερικός κριτικός» που υπαγορεύει αλλαγές στην αναπαράσταση των αναμνήσεων με βάση στόχους έξω από αυτές, όπως προφητεία, απολογία, διαφωτισμός, εκπαίδευση, οικονομία κ.ο.κ., και στερεότυπα σχετικά με το τι είναι αποδεκτό και τι όχι, τι θεωρείται πρωτεύον και τι δευτερεύον, κ.ο.κ. Εσωτερικός μεσολαβητής μπορεί, ακόμη, να είναι η θρησκευτική, επαγγελματική και καθημερινή γλώσσα του συγγραφέα, η οποία καθορίζει όχι μόνο τη μορφή της έκφρασης αλλά και –μέσω αυτής- το περιεχόμενο της διήγησης. Σε γλωσσολογικό επίπεδο, μεσολαβητής μπορεί να είναι η ικανότητα του συγγραφέα να εκφράσει τον εαυτό του και τις πολιτικές του πεποιθήσεις. Εξωτερικός μεσολαβητής είναι, συνήθως, το ακροατήριο στο οποίο απευθύνεται το κείμενο, ο διορθωτής, ο εκδότης, το άτομο που κάνει τις ερωτήσεις κ.ο.κ. Οι τρόποι με τους οποίους η διήγηση της προσωπικής θρησκευτικής εμπειρίας μετασχηματίζεται περνώντας μέσα από όλους αυτούς τους μεσολαβητές, και οι τρόποι με τους οποίους κάποιος θα επιχειρούσε να ανακαλύψει την επίδρασή τους, να τους συνυπολογίσει, να τους αναλύσει σαν μέρος και σαν όλο, αποτελεί ένα μείζον μεθοδολογικό πρόβλημα.

 

Προϊστορία: «Το ιδεώδες της χριστιανικής αγιότητας αντικαταστάθηκε

από την έννοια του επαναστάτη μαθητή»

 

Αναμνήσεις από την παιδική ηλικία αποδεικνύουν ότι γίνονται σημαντικές εσωτερικές αλλαγές στη θρησκευτικότητα των ανθρώπων στις αρχές του 20ού αιώνα, και ότι αλλάζει η ιεράρχηση κάποιων ερωτημάτων του λαού (ή του ακροατηρίου) προς τη Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία και άλλες εκκλησιαστικές οργανώσεις. Το γεγονός ότι η Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία δεν ήταν έτοιμη γι’ αυτές τις αλλαγές έπαιξε ρόλο σημαντικό στην κοσμικοποίηση του πληθυσμού πριν από το 1917 αλλά και  αργότερα κατά τη διάρκεια των ιδεολογικών αγώνων πριν και μετά την Οκτωβριανή επανάσταση με την αναβίωση του ενδιαφέροντος για τη θρησκεία και την εκκλησία. Μια γυναίκα, γεννημένη το 1941, θυμάται:

«Μια μέρα η μητέρα μού μιλούσε για τη ζωή της όταν ήταν νέα και δούλευε στο σπίτι  ενός «άγιου άντρα» (όπως τον αποκαλούσε εκείνη), πριν το 1917. Στη διάρκεια της σαρακοστής, κανένας μέσα στο σπίτι δεν επιτρεπόταν να φάει κρέας. Έπρεπε όλοι να νηστεύουν. Η μητέρα μου έβλεπε, όμως, ότι ο ιερέας έτρωγε τα πάντα, ακόμη και κρέας, την περίοδο της νηστείας. Όταν, λοιπόν, η μητέρα μου τον ρώτησε γιατί τρώει κρέας, ενώ θα έπρεπε να νηστεύει, εκείνος της απάντησε ότι το εκκλησίασμα έπρεπε να προσέχει τη νηστεία, ενώ ο ίδιος έπρεπε να τρώει κρέας, γιατί αλλιώς δε θα μπορούσε να κάνει λειτουργίες ούτε να ψέλνει στην εκκλησία. Ακούγοντας αυτά τα λόγια, πείστηκα ότι δεν υπήρχε Θεός και το θέμα αυτό έπαψε πια να με ενδιαφέρει».

Σε απομνημονεύματα που τοποθετούνται χρονικά στην αλλαγή του αιώνα, γίνονται πιο χτυπητές οι περιγραφές των κρίσεων πίστης ή οι μεταστροφές στον αθεϊσμό. Για τον αφηγητή, ιδιαίτερα επικίνδυνες ήταν αυτές οι κρίσεις όταν ήταν έφηβος και στα πρώτα χρόνια της ενηλικίωσής του. Το άτομο αρχίζει να θέτει ένα τεράστιο αριθμό φιλοσοφικών ερωτημάτων για τον εαυτό του και το περιβάλλον του. Σε αυτά τα ερωτήματα πάντα έδινε κάποια απάντηση το περιβάλλον. Μην μπορώντας, εξάλλου, να πάρουν μέσα από την εκκλησία τις απαντήσεις που έψαχναν, οι νέοι την εγκατέλειπαν, δηλώνοντας την άρνησή τους απέναντι στο Θεό. Αυτή η κατάσταση έγινε πιο σύνθετη, αποβαίνοντας κοινωνικό πρόβλημα στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ού, ως αποτέλεσμα της συγχώνευσης εκκλησίας και κράτους. Ένα παράδειγμα γι’ αυτό αρκεί. Ένα εννιάχρονο αγόρι, ο μετέπειτα Ρώσος συγγραφέας Vladimir Bakhmatev (1885-1963), πήγε το 1904 στην ορθόδοξη εκκλησία για να εξομολογηθεί. Όταν είπε ότι η βασική του αμαρτία ήταν ότι δεν πίστευε στο Θεό, ο ιερέας τρομοκρατημένος έκανε προς τα πίσω, και στη συνέχεια τον έδιωξε από την εκκλησία χτυπώντας τον με το σταυρό στο μέτωπο. Ο Vladimir από τότε έγινε άθεος. Οι κρίσεις πίστης ήταν ακόμη οξύτερες στο μυαλό των Ορθοδόξων, γιατί οι αντιθέσεις ανάμεσα στο καλό και το κακό ήταν μεγαλύτερες απ’ ό,τι για τους Προτεστάντες ή και για τους Καθολικούς. Αυτές οι κρίσεις συχνά οδηγούσαν σε πλήρη απόρριψη της θρησκείας, γιατί η εκκλησία και ο ιερέας δεν ήταν εξατομικευμένα στο μυαλό των ορθόδοξων αλλά αντιπροσώπευαν τη συλλογικότητα ενώνοντας και αντιπροσωπεύοντας τους πάντες, συμπεριλαμβανομένου και του πιστού που ασπάζεται τη θρησκεία. Εάν η αντιπροσώπευση αυτού με το οποίο έχω δεσμούς αίματος είναι κακή, τότε και η πίστη μου και η εκκλησία είναι κακές. Η προσωποποίηση της θρησκευτικής εμπειρίας στον Προτεσταντισμό, που αξιολογεί πάνω απ’ όλα τη σημασία της προσωπικής στάσης απέναντι στη θρησκεία και τη σημασία των ατομικών σχέσεων με το Θεό, επέτρεψε στον Προτεστάντη πιστό, στις περισσότερες περιπτώσεις, να μη χάσει την πίστη του αν έχανε ή άλλαζε τη συνηθισμένη εκκλησία του. Αυτό έρχεται σε αντίθεση με τον αποπροσωποιημένο Ορθόδοξο πιστό που πρεσβεύει την ισότητα μέσα στην ενορία….

Οι βιογράφοι του 19ου και του πρώτου μισού του 20ού αιώνα, διατηρώντας και επιβεβαιώνοντας την ορθόδοξη πίστη τους, μνημονεύουν κάποια μορφή μη παραδοσιακής θρησκευτικής ανατροφής που την έδωσαν στα παιδιά τους κάποιοι μορφωμένοι ευγενείς, βοηθώντας τα, σε πολλές περιπτώσεις, να ξεπεράσουν κρίσεις πίστης, χωρίς να αποκηρύσσουν την πίστη τους. Ο K.N. Leontev, ο οποίος έγινε μοναχός σε ένα από τα μοναστήρια του Αγίου Όρους στην Ελλάδα, έγραφε για τη μητέρα του:

«όταν ήμουν παιδί, όφειλα περισσότερα στη μητέρα μου απ’ ό,τι στον πατέρα μου για το ότι είχα καλή εντύπωση για τη θρησκεία….εκείνη ΄ήταν θρήσκα, χωρίς, όμως, να είναι αυστηρά Ορθόδοξη. Για εκείνη, όπως και για πολλούς άλλους νοήμονες Ρώσους εκείνης της εποχής, ο Χριστιανισμός αποκτούσε ένα Προτεσταντικό πνεύμα. Της άρεσε εκείνη η πλευρά του Χριστιανισμού που είχε να κάνει με την ηθικότητα, ενώ δεν την ενδιέφερε η πλευρά που αναφερόταν στην ευσέβεια. Δεν ήταν ο τύπος του πιστού που προσευχόταν, ποτέ δεν έκανε νηστεία και δεν μας υπόδειξε ούτε επέβαλε σε μας να νηστέψουμε…».

Ο S.E.Trubetskoi (1890-1949) έγραφε παρόμοια πράγματα για τη μητέρα του, αλλά τόνιζε το γεγονός ότι τα μη παραδοσιακά χαρακτηριστικά της έγιναν χαρακτηριστικά της γενιάς των γονιών του και της δικής του (εδώ διέφερε από τον Leontev). Αυτός περιέγραφε τον τρόπο που τον ανέτρεφε η μητέρα του ως εξής:

“Η θρησκεία βρισκόταν στην καρδιά των μεθόδων ανατροφής που ακολουθούσε η μητέρα μου. Με κανένα τρόπο η θρησκεία δεν ήταν τυπική ούτε τόσο παραδοσιακή όπως ήταν για τις προηγούμενες γενιές. “Ο Θεός είναι αγάπη” ήταν η κατευθυντήρια γραμμή της θρησκευτικής συνείδησης της μητέρας μου, και, φυσικά, της ανατροφής μας. Η φωνή της έπαιρνε διαφορετικό τόνο όταν διάβαζε μέσα από την Καινή Διαθήκη για την αγάπη, την πιο σημαντική εντολή του Θεού”.

Η Ορθόδοξη Ρωσική Εκκλησία δεν αποδεχόταν τον πολύμορφο Χριστιανισμό, γεγονός που  έκανε τα πράγματα ιδιαίτερα δύσκολα σε περιόδους κρίσεως της πίστης, και οδηγούσε σε όλο και πιο συχνή κοσμικοποίηση του Ορθόδοξου πληθυσμού, απ’ ό,τι οι άλλες μορφές του Χριστιανισμού εκείνης της περιόδου. Οι αυστηροί κανόνες της μιας μορφής οδήγησαν σε ένα μεγάλο αριθμό αποστατών ακόμη και ανάμεσα σε ….μαθητές ιεροδιδασκαλείων:

«Εκείνο τον καιρό δεν σκεφτόμουν σε βάθος τη θρησκεία: δεν είχα αμφιβολίες για την ύπαρξη του Θεού. Αυτό συνεχίστηκε μέχρι το δεύτερο χρόνο του ιεροδιδασκαλείου (1911), οπότε συνάντησα έναν ιερέα που θα δίδασκε τη Βίβλο. Οι προσπάθειές του να μας διαφωτίσει δε μου φάνηκαν πειστικές και άρχισα να διαπληκτίζομαι μαζί του στη διάρκεια των μαθημάτων, πράγμα που ενόχλησε τον ιερέα. Οι συμμαθητές μου ενεπλάκησαν κι αυτοί στη διαμάχη, Τότε άρχισα να αμφισβητώ φανατικά το Θεό..».

Η ανάγνωση των φυσικών επιστημών και της ριζοσπαστικής ματεριαλιστικής λογοτεχνίας οδήγησε σε μεγάλης κλίμακας κοσμικοποίηση. Η ανάγνωση αυτής της λογοτεχνίας καθώς και η παρακολούθηση μαθημάτων που τα δίδασκαν άθεοι δάσκαλοι στο τέλος της δεκαετίας του 1880 και κυρίως από το τέλος της δεκαετίας του 1890, οδήγησαν σε ένα πάγωμα, σε μια στάση ειρωνείας και αποξένωσης από τη θρησκεία ανάμεσα σε νέους ηλικίας 11-14 χρόνων που είχαν αποκηρύξει τη θρησκεία και είχαν απαρνηθεί την πίστη. Η φιλελεύθερη Ρωσίδα πολιτικός A. Tyrkova-Williams, στις αρχές της δεκαετίας του 1950, όντας εμιγκρέ, θυμάται με κριτική διάθεση το φιλελευθερισμό των δασκάλων της στο τέλος του 19ου αιώνα:

«Όλα τα πλούτη, η αφθονία, η ομορφιά της Ρωσικής αυτοκρατορίας και το παρελθόν της είχαν αποκλειστεί από τις σπουδές μας στα σχολεία, όπως και η ομορφιά της Ορθοδοξίας. Οι δάσκαλοι φοβούνταν να μας «μολύνουν» με πατριωτισμό και εθνικισμό, που θεωρούνταν κατάλοιπα του παρελθόντος. Στους εξευγενισμένους κύκλους των μορφωμένων ανθρώπων κυριαρχούσε ένας παγκόσμιος φιλελευθερισμός, ένα ακαθόριστο αθεϊστικό πανανθρώπινο ιδεώδες».

 

Ένα σημείο εκκίνησης: «κανένα ίχνος από Θεούς» (μοντέλα της δεκαετίας του 1920)

 

Ο εικοστός αιώνας έφερε μαζικές τομές στις οποίες σημαντικό ρόλο έπαιξε η αποδυνάμωση της θρησκευτικότητας των παιδιών και των νέων. Αυτές οι τομές προκλήθηκαν από τους «νέους ανθρώπους», τους μπολσεβίκους επαναστάτες. Καθένας απ’ αυτούς, καθώς έμπαινε σ’ έναν «άλλο κόσμο», με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο περνούσε από ένα κυρίως θρησκευτικό σ’ ένα κυρίως αθεϊστικό περιβάλλον. Απομνημονεύματα από τους υποδειγματικούς «αξιωματούχους» του νέου κόσμου, που εκδόθηκαν για να τονίσουν το γιορτασμό της 10ης επετείου της Οκτωβριανής Επανάστασης (1927), έκαναν φανερές τις στρατηγικές που εφαρμόζονταν στη ζωή των παιδιών ως μοντέλο για τη μετατροπή όλων των Σοβιετικών πολιτών, ιδίως των νέων. Η συγγραφή, στα μέσα της δεκαετίας του 1920, αυτοβιογραφιών εξεχουσών προσωπικοτήτων του Κομμουνιστικού Κόμματος, είναι, κατά τη γνώμη μου, ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα και σημαντική. Οι τρόποι με τους οποίους αυτοί «οι δράστες της Ρωσικής και της Οκτωβριανής Επανάστασης» αντιπροσώπευαν το παρελθόν τους έγιναν με πολλούς τρόπους σημείο εκκίνησης για τη δουλειά μου πάνω στην ιστορία της θρησκευτικής εκπαίδευσης των παιδιών την εποχή του Στάλιν, του Χρουτσώφ, του Μπρέζνιεφ. Ετοιμάζοντας αυτή την εργασία χρησιμοποίησα 239 γραπτές αυτοβιογραφίες και 201 συνεντεύξεις. Χρησιμοποίησα μεθόδους επιλογής επεισοδίων και θεμάτων καθώς και ανάλυση των συζητήσεων. Σύγκρινα απομνημονεύματα ανθρώπων της ίδιας γενιάς (τη δομή των εμπειριών τους κ.λπ.) καθώς και απομνημονεύματα ανθρώπων που ανήκαν σε διαφορετικές γενιές (έρευνα για την εξέλιξη παρόμοιων θεμάτων, σχετικών με τη θρησκευτική κοινωνικοποίηση, και διάφορες ιστορίες γι’ αυτά). Εδώ, θα αναφερθώ κυρίως στην περίοδο 1929-1972, και μόνο στο τέλος κάνω σύντομη αναφορά στην ακόλουθη δεκαετία. Στις 8 Απριλίου 1929, το κυβερνητικό διάταγμα σχετικά με τους θρησκευτικούς συνδέσμους στην ουσία περιέστειλε κάθε δυνατότητα θρησκευτικής εκπαίδευσης των παιδιών, ακόμη και στο σπίτι. Η ισχύς του διατάγματος του 1929 επαναβεβαιώθηκε σε ψήφισμα του Συμβουλίου Θρησκευτικών Υποθέσεων με τίτλο «Για την ισχύ της νομοθεσίας της σχετικής με τη θρησκευτική πίστη των παιδιών και των νέων» (14.3.72), και που εκδόθηκε σε απάντηση των όλο και πιο συχνών προσπαθειών για αποδυνάμωση του αθεϊστικού καθεστώτος. Απαγορεύτηκε οποιαδήποτε ανυπακοή στο ψήφισμα, το οποίο καθιέρωσε σε κρατικό επίπεδο τις σφοδρές αντιθρησκευτικές τακτικές του Κόμματος, που είχαν αρχίσει από το 1964. Θα προσπαθήσουμε να αναλύσουμε το πώς έζησαν τα 43 αυτά χρόνια τα παιδιά της Ρωσίας, τι μνήμες κράτησαν από τη θρησκευτική (αθεϊστική) τους ζωή και εκπαίδευση.

Ξεκινώντας, ας γυρίσουμε στις αυτοβιογραφίες των «δραστών» της Επανάστασης και του νεαρού Σοβιετικού κράτους. Ενώ περίμενα ότι αυτοί οι άνθρωποι με κανένα τρόπο δε θα ήταν διατεθειμένοι να μιλήσουν για τη στάση τους απέναντι στη θρησκεία, αποδείχτηκε ότι ήταν έτοιμοι να μιλήσουν γι’ αυτό το θέμα, με το δικό τους, όμως, τρόπο – κυρίως, εξιχνίαζαν τη διαδικασία εγκατάλειψης της πίστης τους στο Θεό και της απόρριψης της θρησκείας τους, την επιβεβαίωση στο μυαλό τους των «νέων εντολών» που καλούνταν να ασπαστούν, ή, ακόμη, εξιστορούσαν την εκπαίδευσή τους σε θρησκευτικά σχολεία, χωρίς να την παρουσιάζουν ως ιδιαίτερα θρησκευτική ή τονίζοντας την έλλειψη δυνατότητας αποδοχής ή απόρριψης της διδασκαλίας της θρησκείας, αναπολώντας τη χαρά που ένιωσαν όταν πήγαν σε κοσμικό σχολείο κ.ο.κ. Άσχετα με την ατομική κατάσταση και τις οικογενειακές ρίζες τους, όλοι οι αφηγητές που περιγράφουν αυτή την περίοδο αναφέρονται στο πώς, με μεθοδικό τρόπο, μετακινήθηκαν από την πίστη τους στο Θεό προς την πίστη στις «νέες εντολές» του σοσιαλισμού, και τα «χάλασαν» με τη θρησκεία. Στις ιστορίες τους σχετικά με την αποχώρησή τους από τη θρησκευτική πίστη στην παιδική ηλικία, μπορούμε να εντοπίσουμε κάποιες αρχές που διέπουν την τροχιά αυτών των αποχωρήσεων: 1. ως αποτέλεσμα έλξης από κοσμικές ασχολίες στη νεαρή ηλικία, ειδικά από τις φυσικές επιστήμες αλλά και τις κοινωνιολογικές και ιστορικές επιστήμες, από την καλλιτεχνική λογοτεχνία και την αριστερή λογοτεχνία (Βukharin, Chutskaev, Gusev, Krzhizhanovsky, Lazarevich, Pestkovskii, Preobrazhensky, Raskol΄nikov κ.ά.) 2. κάτω από την επιρροή ενός δασκάλου ή ενός άλλου "σημαντικού ενηλίκου" (Krzhizanovsky, Reisner, Sapronov, Vatsetis κ.ά.) 3.  σε απάντηση στις απαιτήσεις από τα μέλη ενός επαναστατικού συνδικάτου, σχολείου, σπουδαστή ή άλλης ομάδας (Smigla, Vainsthein κ.ά.) 4. ως απόρροια μίσους προς εκείνους που τους ανάγκασαν  είτε να προσευχηθούν είτε να μελετήσουν τα θρησκευτικά θέματα, ή ως αποτέλεσμα της εφηβικής έχθρας "για σχεδόν όλα " (Dybenko, Gusev, Miliutin, Raskol'nikov, Samursky και λοιποί.) 5. ως αποτέλεσμα των παρατηρήσεων της ζωής του κλήρου ή ως αποτέλεσμα ενός θρησκευτικού ακαδημαϊκού καθεστώτος (Lazarevich, Makharadze, Preobrazhensky, Samursky και λοιποί.) 5α. ως αποτέλεσμα των συγκρούσεων πάνω στα ιερά βιβλία, πάνω στον τρόπο που αυτά διδάσκονταν, συγκρούσεων που συχνά υποδαυλίζονταν από τη συνήθεια των δασκάλων να χαρακτηρίζουν το σπουδαστή ως άπιστο ή άθεους (Aralov, Gusev, Kamo, Makharadze και άλλα) 6.  ως συνέπεια της παιδικής απογοήτευσης από την έλλειψη διαφωτισμού στη ζωή (υπήρχε, παραδείγματος χάριν, ο Θεός που καταριόταν: ήθελα να γίνω σοσιαλιστής, επειδή δεν πιστεύουν σ΄Αυτόν, ακόμα κι αν αυτό σημαίνει απάνθρωπη δίωξη) 7. ως επιμονή της μητέρας ή του πατέρα τους, ή και των δύο (Leplevsky, Martynov, Skrynik, Smigla κ.ά.) 7α. συχνότερα κάτω από την επιρροή των αδελφιών (Uritsky κ. ά.) 8. ως επανάσταση ενάντια σε μια οικογένεια με ισχυρές θρησκευτικές πεποιθήσεις (Skobelev, Smidovich κ.ά.) 9. ως αποτέλεσμα της αντικατάστασης των χριστιανικών εικόνων με σοσιαλιστικές, όταν ο αγώνας για το σοσιαλισμό θεωρήθηκε ως συνέχεια και ως υποκατάστατο της θρησκευτικής πίστης, καθόσον οι νέοι δεν μπορούσαν να δουν καμία συμφωνία ανάμεσα στην πραγματικότητα και τις θρησκευτικές υποσχέσεις για αγάπη, και ήταν έτοιμοι να υποφέρουν ως επαναστάτες για "μια δίκαιη αιτία" κατά το παράδειγμα των πρώτων Χριστιανών (Svidersky, Smirnov, Shliapnik κ.ά.). Μετά από την πρώτη φάση της διαφωνίας με το καθεστώς του θρησκευτικού  σχολείου και της λατρείας, η αφήγηση συνεχίζεται δίνοντας έμφαση σε μια κλιμακούμενη ανυπακοή στο σχολείο και την εκκλησία που ταυτίζονται με τις κρατικές αρχές. Για τον αφηγητή, αυτό αποτελεί υποχρεωτικό χαρακτηριστικό γνώρισμα σαν ένα είδος αυτοβιογραφικού κανόνα. 

 

«Βάλτε τέλος στα αίσχη που διαφθείρουν τα μυαλά των παιδιών:

Ο τρόπος της (μη)θρησκευτικής (απο)κοινωνικοποίησης στη Σοβιετική Ρωσία (1929-1972)

 

Η ιστορία της αλληλεπίδρασης παιδιών και θρησκείας στη Ρωσία είναι η ιστορία των προσπαθειών των μεγάλων να δημιουργήσουν για τα παιδιά μία μη θρησκευτική εκπαίδευση και γενικότερα έναν κόσμο χωρίς θεό. Η σαρωτική κοσμικοποίηση του πληθυσμού, που άρχισε μετά την επανάσταση οδήγησε σε μία σύγκρουση ανάμεσα στην εκπαιδευτική ιδεολογία και την εκπαιδευτική πρακτική της καθημερινής ζωής, καθώς και σε αντίθεση ανάμεσα στη θρησκευτική θέση της νεότερης γενιάς και αυτή όλων των άλλων γενεών. Ένας αφηγητής, γεννημένος το 1911, που πέρασε την παιδική του ηλικία στο Perm, λέει τα εξής:

«Όταν ήμουν στο σχολείο, ο γιορτασμός του Πάσχα ήταν επίσημα απαγορευμένος. Όμως εμείς στην οικογένειά μου λατρεύαμε το Πάσχα. Καθαρίζαμε το σπίτι, και σ’ αυτό βοηθούσαν ακόμη και τα μικρότερα παιδιά.. Ο πατέρας μας ήταν θρήσκος. Κάθε χρόνο πηγαίναμε υποχρεωτικά στην εκκλησία και ψέλναμε το «Χριστός ανέστη εκ νεκρών». Το Πάσχα ήταν γιορτή χαράς για μεγάλους και παιδιά...και παρά το γεγονός ότι οι κομμουνιστές είχαν απαγορέψει τις λειτουργίες στην εκκλησία καθώς και τη γιορτή του Πάσχα, εμείς πηγαίναμε στην εκκλησία. Και μερικοί, ιδιαίτερα οι νέοι, πέρναγαν αρκετές ώρες στο χριστιανικό σύλλογο».

Εδώ, έχουμε την καθαρή περίπτωση ενός παιδιού που θέλει να πάρει μέρος στη γιορτή μαζί με τους μεγάλους και της νεανικής πολιτικής αντίθεσης προς τη θρησκευτική φύση της γιορτής αυτής. Η απόρριψη από τους νέους των τελετουργικών με θρησκευτικό χαρακτήρα, καθώς και η καλλιέργεια κριτικής της αυθεντίας της παλιάς γενιάς, επιβεβαιώνεται και από άλλες πηγές, αφηγηματικές και δημογραφικές. Οι πιο σκληροί μαχητές της θρησκείας ήταν τα μέλη της Κομμουνιστικής σοβιετικής νεολαίας (που λεγόταν «Komsomol»), που με το ζήλο της νεότητάς τους έκαιγαν βιβλία, εικόνες και το διάκοσμο των εκκλησιών. Για να κάνει κάποιος καριέρα έπρεπε να είναι άθεος. Ο Λένιν έγραψε στις 30.5.1919: «υποστηρίζω τη διαγραφή από το Κόμμα όποιων παρακολουθούν λειτουργία στην εκκλησία». Τα άθεα μέλη της Komsomol πίστευαν  στην κάθαρση μέσα από τη φωτιά, που θα τα οδηγούσε γρήγορα στον κομμουνισμό. Όσοι ήταν παιδιά εκείνο τον καιρό θυμούνται με πόσο ενδιαφέρον κοιτούσαν τις τεράστιες φωτιές που άναβαν στα σκαλιά των εκκλησιών και με πόσο πάθος μιλούσαν για την καταστροφή των εκκλησιών, ανταλλάσσοντας αναμεταξύ τους με χαρά τις εντυπώσεις τους.

Η προσανατολισμένη στη θρησκεία καθημερινή ζωή των ατόμων και των ομάδων ήταν αυτή που αποτέλεσε ένα από τα μεγαλύτερα εμπόδια των Μποσελβίκων τα πρώτα χρόνια της Σοβιετικής δύναμης, γιατί παρουσιαζόταν μπροστά τους σε όλες τις δραστηριότητές τους, εκπαιδευτικές, διοικητικές, ακόμη και οικονομικές: «Μας πήρε πολύ καιρό να τακτοποιήσουμε το θέμα των θρησκευτικών γιορτών. Οι αρχές δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα...κάθε εκκλησία είχε την τοπική της γιορτή...σε κάθε χωριό υπήρχαν γιορτές όπου οι πιστοί έκαναν τάματα....για παράδειγμα ένα τάμα για τα ζωντανά για να μην πέσει πάνω τους λοιμός» (αφηγητής γεννημένος το 1916).

Σαν απάντηση σε αυτή τη ρουτίνα το δεύτερο μισό της δεκαετίας του '20 και η αρχή της δεκαετίας του '30 χαρακτηρίστηκαν από τη διαμόρφωση ενός πολυστρωματικού και διαφορετικού συστήματος εκστρατειών και μεθόδων αντιθρησκευτικής ανατροφής. Εδώ συμπεριλήφθηκαν όχι μόνον αυστηρά προπαγανδιστικές μέθοδοι (αντιθρησκευτική ώρα, αντιθρησκευτική εξόρμηση κ.ά.), αλλά και παιχνίδια αλληλεπίδρασης, που σκοπό είχαν να εισαγάγουν τη δημοκρατία στα παιδιά, ώστε αυτά να ανακαλύψουν τα πιθανά μοντέλα συμπεριφοράς για το "νέο παιδί" στο "παλαιό" θρησκευτικό περιβάλλον, τα οποία θα τα επεξεργαζόταν το παιδί συνειδητά, θα τα δικαιολογούσε και θα τα ενστερνιζόταν. Για παράδειγμα, στο βιβλίο του 1930 "Θρησκεία και αντι-θρησκεία στο περιβάλλον του παιδιού" (συγγραφέας ο S.M.Rives), δόθηκαν τα ακόλουθα παραδείγματα στόχων για τα παιδιά (ο συγγραφέας αποκάλεσε αυτή τη μέθοδο "μέθοδο διαφωνιών [εναλλακτικές λύσεις σύγκρουσης]"): "Η Zoia, η Ira και η Nastia είναι αδελφές. Είναι όλες άπιστες, αλλά όταν ήλθε το Πάσχα, η καθεμιά τους συμπεριφέρθηκε διαφορετικά. Το βράδυ πριν από το Πάσχα η μητέρα τούς είπε:  “Κορίτσια, θα πάμε πρώτα στην εκκλησία, και έπειτα θα σταματήσουμε τη νηστεία". Η Zoia απάντησε: "Δεν πηγαίνω στην εκκλησία, δε θα σταματήσω τη νηστεία, αλλά θα πάω στη λέσχη σε ένα αντιθρησκευτικό παιχνίδι. Και συ, μητέρα, να πας".  Η Ira απάντησε:  “Εγώ δε θα πάω στην εκκλησία, αλλά θα σταματήσω να νηστεύω, επειδή μου αρέσουν το paskha και τα kulich" [είδη ψωμιού και κέικ ]. Η Nastia λέει: "Μητέρα, καμιά τους δεν είναι εντάξει. Ούτε εγώ πιστεύω στο Θεό, αλλά δε θα σε στενοχωρήσω. Θα σταματήσω τη νηστεία, αλλά θα πάω στην εκκλησία ". Πώς θα είχατε ενεργήσει εσείς; Γιατί θα είχατε συμπεριφερθεί έτσι και όχι αλλιώς; 

Το παιδί, έχοντας συνδέσει αυτό το θέμα με τη "μαθηματική ηθική" θα χρησιμοποιούσε τη λογική και την επαναστατική συνείδηση (υποτίθεται ότι εδώ ήταν ενωμένα), και θα  δικαιολογούσε την επιλογή και την απόφασή του, και θα κατέληγε σε έναν αλγόριθμο συμπεριφοράς που θα ανταποκρινόταν ορθολογιστικά στην απαιτούμενη ιεραρχία αξιών και θα είχε καταστρέψει τέτοια επικίνδυνα καθημερινά οικογενειακά τελετουργικά, που υποτάσσουν την αγάπη κάποιου για τους γονείς του στα συμφέροντα του κράτους (κόμματος). Αυτή η ιεραρχία των μεταβλητών της συμπεριφοράς φάνηκε ότι επιφανειακά γίνεται αντικείμενο επεξεργασίας από το ίδιο το παιδί, ενώ, στη συνέχεια, έγινε ένας τρόπος συμπεριφοράς που εσωτερικεύτηκε, που μπολιάστηκε στην προσωπικότητα και που στόχευσε να κάνει την καθημερινή ζωή αυτού του ανθρώπου και ολόκληρης της οικογένειας (εάν θα ήταν δυνατό) μη-θρησκευτική. Αυτή η ιεραρχία ήταν ισχυρή και δραστική στην αντιπαράθεσή της με τις παραδοσιακές επιρροές του οικογενειακού περιβάλλοντος. 

Ο θρησκευτικός χαρακτήρας της καθημερινής ζωής διάρκεσε περισσότερο στις αγροτικές περιοχές, όπου, μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του '30, θα μπορούσε κανείς να βρει ιδιωτικές βιβλιοθήκες με θρησκευτική λογοτεχνία, που ανήκαν στους εύπορους αγρότες και που επηρέασαν σημαντικά τη συνείδηση των παιδιών αυτών των οικογενειών. Αφηγητές που δηλώνουν σεβασμό στη θρησκεία κατά την παιδική ηλικία τους, αναφέρουν συχνά στις συζητήσεις την παρουσία στα περίχωρα μιας βιβλιοθήκης με θρησκευτική λογοτεχνία. Αυτή η συνειρμική σύνδεση δεν ήταν τυχαία: "Όταν ήμουν παιδί, αγαπούσα το Πάσχα και καταλάβαινα τη σημασία του. Ο παππούς ήταν βαθιά πιστός. Είχε μια ογκώδη βιβλιοθήκη με θρησκευτική λογοτεχνία "(ο αφηγητής γεννήθηκε το 1918). Τέτοιες βιβλιοθήκες ιερών αντικειμένων έγιναν διάσημες ως κέντρα παιδαγωγικής επιρροής της μιας γενιάς στην άλλη, όταν, για παράδειγμα, ο κλήρος απαγορευόταν, από το 1929, να κάνει οποιασδήποτε μορφής θρησκευτική καθοδήγηση σε νέους κάτω από 18 χρονών. 

 

Ο Θεός είναι εχθρός των ανθρώπων 

 

Σ’ αυτή τη διάλεξη, δεν πρόκειται να μιλήσω για τις καλά γνωστές περιπτώσεις καταστολής  στην ιεροσύνη, τα μέλη των οικογενειών τους, τα μέλη των εκκλησιαστικών κοινοτήτων, κ.λπ. Εδώ, θα εστιάσουμε όχι στις ακρότητες της GULAG, αλλά μάλλον στους εξτρεμισμούς της “φυσιολογικής” εκπαίδευσης την περίοδο 1929-1972. Εδώ, θα ήθελα να υπογραμμίσω ότι καταστολές που κατευθύνονταν σε όλα τα είδη διαφορετικών ανθρώπων οδηγούσαν στη διατήρηση ή την εμφάνιση θρησκευτικών συναισθημάτων σ’ εκείνα τα παιδιά που, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, επηρεάστηκαν από αυτές τις καταστολές. Οι καταστολές άσκησαν μια πολύ ισχυρή επιρροή στην ανάπτυξη  θρησκευτικών συναισθημάτων στους ανθρώπους· στα παιδιά περισσότερο παρά στους ενήλικους θα ενίσχυαν τα θρησκευτικά συναισθήματα, που συνδέονταν με την ελπίδα: η επίκληση του υπερφυσικού για  βοήθεια  ήταν γι’ αυτούς φυσικότερη. 

Τα "συνήθη καθημερινά θρησκευτικά συναισθήματα" του πληθυσμού αποτελούσαν  σοβαρό κίνδυνο για τους Μπολσεβίκους, προπάντων γιατί αποτελούσαν ένα χώρο σχετικής ελευθερίας από την επίσημη εκπαίδευση. Ιδρύματα παιδιών που δημιουργήθηκαν ή που μετασχηματίστηκαν από το σοβιετικό κράτος χρησιμοποιήθηκαν για να γίνει διείσδυση σ’ αυτό το χώρο, ώστε να διαμορφωθούν τάσεις στα παιδιά, να ξεπεραστούν οι παραδοσιακοί δεσμοί και η αμοιβαία υποστήριξη στις θρησκευόμενες οικογένειες. Αυτή η δραστηριότητα απαιτήθηκε ακόμη και από τους δασκάλους των παιδικών σταθμών και του δημοτικού σχολείου. Στα δημοτικά σχολεία, ενισχύθηκε τα προπολεμικά, και μεταπολεμικά έτη, και τα χρόνια των Khrushchev και Brezhnev. Στις συνεντεύξεις για τη δεκαετία του '50 και τη δεκαετία του '60, υπάρχουν ιστορίες για το πώς οι δάσκαλοι στα δημοτικά σχολεία μάθαιναν από τα παιδιά κάθε Δευτέρα ποια είχαν πάει στην εκκλησία την Κυριακή με τη γιαγιά τους. Τα παιδιά που απαντούσαν καταφατικά, ανακρίνονταν ενδελεχώς, οι γιαγιάδες τους χαρακτηρίζονταν ακαλλιέργητες και ανίδεες που προσπαθούσαν να εξαπατήσουν τα εγγόνια τους. Τα παιδιά πείθονταν να αρνηθούν να πάνε στην εκκλησία την επόμενη Κυριακή, και να πουν ότι ήταν Οκτωβριανοί (μέλη της ένωσης των μικρών παιδιών που ονομάζονταν έτσι από τη σοσιαλιστική επανάσταση του Οκτωβρίου, ή "εγγονοί Λένιν".) Στις συνεδριάσεις των γονέων, οι γονείς τέτοιων παιδιών ανακρίνονταν γιατί είχαν επιτρέψει στα παιδιά τους να πάνε στην εκκλησία. Στους παιδικούς σταθμούς, οργανώθηκαν νυχτερινά μαθήματα για τον αθεϊσμό. Αυτές οι πρακτικές ήταν άμεση συνέχεια των προπολεμικών καταλόγων στους πίνακες των τάξεων με τίτλους όπως "ποιος πήγε στην εκκλησία για το Πάσχα;"(οι τελευταίες λέξεις ήταν γραμμένες με έντονα γράμματα, πιθανώς, για να προκαλέσουν αποστροφή, διαμαρτυρία ή και τάση φυγής στα παιδιά). Τα παιδιά μάζευαν μόνα τους τις λίστες με τα ονόματα των συμμαθητών τους που είχαν δει να μπαίνουν ή να βγαίνουν από την εκκλησία. Αυτό δεν θεωρούνταν πληροφόρηση αλλά ήταν πράξη αρχής. Αρχές θεσπίστηκαν, υποστηρίχθηκαν και ενισχύθηκαν από τις περιπόλους της Komsomol κατά τη διάρκεια των παραδοσιακών διακοπών, γύρω από τις εκκλησίες, ή ακόμα και στους δρόμους (το τελευταίο ήταν ιδιαίτερα έντονο όταν απαγορεύτηκε το χριστουγεννιάτικο έλατο). 

 Ένας άλλος κίνδυνος ήταν ο άκρατος αυθορμητισμός των τελετουργικών, ο οποίος πριν την επανάσταση είχε εμποδίσει την αυτοέκφραση, ειδικά στους κύκλους των μορφωμένων με τη δύσπιστη στάση τους απέναντι στην εκκλησία. Μετά το 1917, η κατάσταση άλλαξε. Η ανάγκη για τελετουργίες στήριξε την οργάνωση της κρυφής θρησκευτικής εκπαίδευσης των ανθρώπων της σοβιετικής Ρωσίας, για να τους βοηθήσει να μη χάσουν τη θρησκευτική ταυτότητά τους. Το θρησκευτικό τελετουργικό, που διενεργούνταν από την τοπική κοινωνία, αποτέλεσε εμπόδιο στη σύγκρουση μεταξύ των γενεών, ή "την απομάκρυνση των παιδιών από την επιρροή της οικογένειάς τους". Οι εφημερίδες έγραφαν για τα αγροτικά μέλη Komsomol: "δεν υπήρξε ούτε ένα μέλος της Komsomol που να μιλάει ενάντια στη γιορτή του  προστάτη Άγιου". Ο τύπος αυτό το εξηγούσε σαν αποτέλεσμα του φόβου κριτικής, που θα υπονοούσε μια θετική στάση απέναντι στη θρησκευτική αγωγή της υπαίθρου. 

Η διατήρηση τελετουργικών στην καθημερινή ζωή των κατοίκων ενός κράτους που ήταν άθεο ήταν πιθανώς ένας τρόπος να διατηρηθούν τα στοιχεία της θρησκευτικής παράδοσης και η χωρίς λόγια μετάδοσή τους στις επόμενες γενιές Αναμνήσεις από την ύπαρξη των θρησκευτικών γιορτών έχουν αφηγητές από όλα τα είδη διαφορετικών γενεών - προπολεμικών, και μεταπολεμικών. Εξουσιάζουν τις αναμνήσεις τους από το παρελθόν. Όταν μιλούν για τη θρησκεία και τη στάση τους απέναντι σ’ αυτή, μιλούν σχεδόν αποκλειστικά για τα τελετουργικά.  Ο Sergei (γεννημένος το 1952), που πέρασε τα παιδικά του χρόνια στην Udmurtiia της βόρειας Ρωσίας, θυμάται:

"Το Πάσχα, όταν πηγαίναμε στο κρεβάτι, κάποιος έβαζε ένα ή δύο βαμμένα αυγά κάτω από τα μαξιλάρια μας. Θυμάμαι ένα από τα παιχνίδια του Πάσχα. Μαζεύονταν δέκα παίκτες, με δέκα αυγά ο καθένας. Τα αυγά τοποθετούνταν μπροστά από τους παίκτες σε μια γραμμή και ένα μέτρο μακριά το ένα από το άλλο. Και έπρεπε να τα χτυπήσουν με μια μπάλα. Όποιος χτυπούσε (άγγιζε με την μπάλα) τα περισσότερα αυγά, μπορούσε να τα πάρει στο σπίτι του. Συνήθως, ολόκληρο το χωριό ερχόταν και παρακολουθούσε το παιχνίδι των παιδιών. Αν και οι γονείς μου δεν πίστευαν, και εγώ δεν καταλάβαινα την έννοια των θρησκευτικών γιορτών όταν ήμουν παιδί, εν τούτοις αγαπούσα αυτή τη γιορτή και την περίμενα με ανυπομονησία". 

Ο ανεπίσημος χαρακτήρας αυτής της “νόστιμης”, “χαρούμενης” γιορτής, που ήταν πολύ διαδεδομένη για να απαγορευτεί και προφανώς σχετικά αβλαβής (εφόσον κανένας δεν επηρεάστηκε ώστε να πάει στην εκκλησία), την καθιστούσε μοναδικό μεταδότη ενός πολιτιστικού θέματος που ήταν ασαφές ακόμη και στους συμμετέχοντες, αλλά που θα αποκρυπτογραφούταν, όταν θα μεταβαλόταν η εγχώρια πολιτική στους μετα-σοβιετικούς χρόνους, με τη βοήθεια ενός εξωτερικού κλειδιού, δηλαδή με την αναβίωση του θρησκευτικού συναισθήματος αναγέννησης και των θρησκευτικών πρακτικών (μαζί με τις συμβολικές έννοιές τους). 

Φυσικά, η πίστη των παιδιών στη μαγική δύναμη της θρησκείας, η ικανότητα των παιδιών να έχουν αμοιβαίες σχέσεις με το Θεό (το μαγικό μάτι που τα έβλεπε όλα, από το οποίο μπορούσαν να ζητήσουν οτιδήποτε και θα τους δινόταν, την πίστη στα θαύματα κ.λπ.) θα μπορούσαν και τα δύο να στηρίξουν τη θρησκευτική ανάπτυξη και να χρησιμοποιηθούν επίσης για  να στρέψουν τα νεαρά άτομα στον κομμουνισμό, να τα προσελκύσουν στην πάλη με τους “σκοτεινούς" ενήλικες (θυμηθείτε τον Korzhavin και τη μάχη του στο μαγειρείο του, ή τους σοβιετικούς κρατικούς υπαλλήλους που αντικατέστησαν τις βιβλικές ιδέες με τις σοσιαλιστικές ιδέες, ως το καλύτερο Ευαγγέλιο για τα μυαλά τους). Ένας αφηγητής, γεννημένος το 1923, εξιστορεί τα επεισόδια από την  παιδική ηλικία του: 

"Το 1928, καθώς περιμέναμε τους ιερείς να φθάσουν και να σταματήσει η νηστεία για το Πάσχα, όταν πήγαν έξω όλοι να τους συναντήσουν, εγώ πήγα ήσυχα στην αίθουσα και έφαγα... υπήρχε τρομερή ανεργία, ήταν το 1929, η μητέρα είχε αρρωστήσει... και είχε περιοριστεί ήδη στο κρεβάτι της, έβηχε φοβερά και είχε αρχίσει να ασθμαίνει βαριά.. Ο γιατρός όταν ήλθε μας είπε ότι δεν υπήρχε ελπίδα και ότι θα πέθαινε. Ήταν 30 χρόνων. Κάθισα στα πόδια της και η καρδιά μου πονούσε από τη θλίψη και από το φόβο ότι θα πέθαινε, και άρχισα να ζεσταίνω τα πόδια της με τα χέρια μου. Δεν ήξερα πολλά πράγματα για το Θεό εκείνο τον καιρό, δεν με είχε πάει κανείς στην εκκλησία, δεν ξέραμε προσευχές, αλλά προσευχόμουν μέρα και νύχτα λέγοντας: " Θεέ μου, σε παρακαλώ Θεέ μου, κάνε καλά τη μητέρα μου, και πάρε τη Νίνα (την αδελφή μου)   ...Πρότεινα μια ανταλλαγή στο Θεό και Εκείνος προφανώς, άκουσε το πρώτο μέρος της προσευχής μου και η Νίνα είναι ακόμη, σήμερα, ζωντανή...Πώς μπορούσαν οι συμμαθητές μου να πιστεύουν στο Komsomol, στο (Κομμουνιστικό) Κόμμα, στον Στάλιν, στον κομμουνισμό! Και πώς ο πατέρας μου, που ήταν  υποστηρικτής της σοβιετικής δύναμης, και του Στάλιν, δεν μπόρεσε να μου μεταδώσει τις πεποιθήσεις του; Οι αμφιβολίες και οι ερωτήσεις, που κανένας δεν μπορούσε να κατευνάσει, δε μου επέτρεπαν να ενωθώ με το Komsomol ολόψυχα και συνειδητά". 

Η πίστη στην ύπαρξη ή στην ανυπαρξία του Θεού δε συγκρούονταν πάντα η μία με την άλλη  και συχνά συνυπήρχαν στο ίδιο πρόσωπο. Ένας αφηγητής, γεννημένος το 1929, ανασυνθέτει την καθημερινή ζωή της παιδικής του ηλικίας ως εξής:: 

"Όταν ήμουν παιδί, πίστευα στα θαύματα, επειδή  ονειρευόμουν πάντα κάποιο θαύμα για να καταπλήξω τους φίλους μου. Οι γονείς μου δεν ήταν ιδιαίτερα πιστοί, αν και μια εικόνα και ένα καντηλάκι ήταν κρεμασμένα σ’ ένα τοίχο του σπιτιού. Ο πατέρας ήταν πολύ άθεος, ήμασταν όλοι βαφτισμένοι χριστιανοί, αλλά δεν φορούσαμε τους σταυρούς μας ούτε προσευχόμασταν στο Θεό." 

Σε αυτόν τον κόσμο, αθεϊσμός, εικόνες-καντήλια, βάπτισμα, έλλειψη προσευχών, όλα συνυπήρχαν τυχαία σε ένα και το αυτό άτομο. 

Τα καθημερινά τελετουργικά, που σχετίζονταν με τις εκκλησιαστές γιορτές, καθόριζαν τις ζωές ακόμη και εκείνων των ανθρώπων που συμμετείχαν στην  καταστροφή των εκκλησιών. Μέσα από τις μνήμες της παιδικής ηλικίας της, μία αφηγήτρια γεννημένη το 1931 εξιστορεί πώς γιόρτασε Πάσχα ενώ επρόκειτο να πάει με άλλους να καταστρέψει μια εκκλησία: 

"Η μητέρα και ο πατέρας δούλευαν σε όλη τους τη ζωή στην κολεκτίβα. Θυμάμαι ότι η μητέρα ήταν πιστή, και είχαμε πάντα το καντηλάκι αναμμένο στο σπίτι. Πριν το Πάσχα καθαρίζαμε και συγυρίζαμε το σπίτι απ’ άκρη σ’ άκρη. Τη νύχτα πριν τη γιορτή, η μητέρα μαγείρευε... Θυμάμαι πως μου άρεσε να διακοσμώ τα αυγά. Έριχνα κερί πάνω τους και έπειτα τα έριχνα σε χρωστική ουσία, που την έφτιαχνα από φλούδα κρεμμυδιού. αλλά η μητέρα μου δεν πήγαινε στην εκκλησία, και δεν υπήρχε εκκλησία εκείνο τον καιρό. Εγώ η ίδια ήμουν  στη διαδικασία απόρριψης της Αγίας Τριάδας. Φυσικά, σαν παιδί,  δεν ήξερα τι σήμαινε το Πάσχα, αλλά το περίμενα πάντα με ανυπομονησία". 

 Τέτοιες διαφορετικές εμπειρίες από το Πάσχα θα μπορούσαν να συνυπάρξουν στην παιδική ηλικία ενός ατόμου. Το Πάσχα ήταν μια εθνική θρησκευτική σε μια χώρα στρατευμένων άθεων. 

Καθετί που με τον έναν τρόπο ή τον άλλο τρόπο ήταν συνδεδεμένο με τη θρησκευτική πίστη απομακρυνόταν από το περιβάλλον των παιδιών για να αποτρέψει ακόμη και την άτυπη λογοτεχνική ή οπτική εκπαίδευσή τους στις θρησκευτικές ιδέες. Στην παιδική λογοτεχνία, παραδείγματος χάριν,   "υπήρχαν περικοπές από τις ιστορίες του Άντερσον, και του Tolstoy,  όπου αφαίρεσαν λέξεις και εκφράσεις όπως “Θεός, Χριστός, Χριστούγεννα, να κάνω  το σταυρό μου, να ζητώ ευλογία"  - καθετί σχετικό με τη θρησκεία, άλλωστε, ήταν όπιο. Και πόσες εργασίες δεν εκδόθηκαν καθόλου, ή δεν επανεκδόθηκαν… . τις "Ιστορίες του Χριστού” της Selma Lagerloefs, η μητέρα μου κατάφερε με δυσκολία να της πάρει από μια φίλη της και να τις τυπώσει για μένα. Το μυθιστόρημα του Sienkiewicz “Στην έρημο και την αγριότητα” μας το έδωσε για δύο μέρες ένας φίλος της μητέρας μου που δούλευε εκείνη την περίοδο στο μυστικό ειδικό τμήμα της βιβλιοθήκης Λένιν. Αργότερα προσπάθησα να το πάρω για τα παιδιά μου, ρώτησα όλους τους φίλους μου, αλλά δεν το βρήκα πουθενά: εκδόθηκε μόνο μετά την περεστρόικα (Βaranovich-Polivanova Α., γεννημ.το 1930).  

 Tι ιδιαίτερο είχε, όμως, αυτό το βιβλίο και η συγγραφέας έπρεπε να το βρει οπωσδήποτε για τα παιδιά της; Δεν έδειχνε αυτή η ενέργειά της την ανάγκη για γλωσσική πληρότητα σ’ έναν ασυναίσθητο αγώνα κατά της απώλειας της παλαιάς γλώσσας και ενάντια στην καθιέρωση της νέας, α-θρησκευτικής γλώσσας; Το λεξιλόγιο για την περιγραφή των θείων έβγαινε μέσα από τη γλώσσα, ή αναθεωρούνταν εντελώς:

“Ερώτηση: Εσύ για τον εαυτό σου ξεκαθάρισες αν υπήρχε Θεός ή όχι; Είσαι άθεη; Το προσδιόρισες αυτό το θέμα με κάποιο τρόπο και πώς;

Απάντηση: Όχι, δεν κατέληξα ποτέ σε κανέναν ορισμό, γιατί ποτέ δεν μας απασχόλησε αυτό το ερώτημα, ούτε μια φορά.  Δεν το ανακινήσαμε, δεν συζητήσαμε γι’ αυτό, κι αυτό ήταν όλο. Όλοι δεχόμασταν ότι δεν υπήρχε Θεός" (Τατιάνα, γεννημ.το 1953). 

 Πολλά απομνημονεύματα περιέχουν τη φράση που έλεγαν οι ενήλικες στα παιδιά τους: "δεν είστε υποχρεωμένοι να μιλάτε για το Θεό" (στην οικογένεια, στο σχολείο, στο δρόμο). Έξω από το γλωσσικό πλαίσιο, κανείς δεν μπορούσε να έχει  επικοινωνία, ούτε καν να σκεφτεί αυτή την “ανώνυμη” οντότητα. Οι ιδεολόγοι κατάλαβαν ότι κάποιος θα μπορούσε  να συζητήσει για ένα πράγμα για το οποίο είχε  γλωσσικό πλούτο. Δημιούργησαν, λοιπόν νέα γλωσσικά στοιχεία και εφάρμοσαν την τακτική της καταστροφής των "επιβλαβών" παλιών γλωσσικών στοιχείων, αλλάζοντας συχνά τις έννοιες των λέξεων ή/και απαγορεύοντας τη χρήση τους. Κάθε δεκαετία στην ιστορία της σοβιετικής Ρωσίας χαρακτηρίστηκε από αναθεωρήσεις της παλιάς γλώσσας και την εισαγωγή νεολογισμών και κανόνες  για τη χρήση τους. Η οπτική γλώσσα των παιδιών άλλαξε επίσης. Ξέρουμε πολλά πράγματα για την πάλη ενάντια στις εκκλησίες, αλλά ξέρουμε πολύ λιγότερα για το πώς τα σχολεία που γειτόνευαν με λειτουργούσες εκκλησίες μετασχηματίστηκαν σε φρούρια αθεϊσμού και αθεϊστικής προπαγάνδας. Ξέρουμε επίσης πολύ λίγα για το πώς οι υπηρεσίες του κράτους και τα κοινωνικά ιδρύματα, που δεν ήταν με κανένα τρόπο, κατά τη γνώμη μου, συνδεμένα με τη θρησκεία, μετασχηματίστηκαν σε χώρους αθεϊστικής προπαγάνδας και κατήχησης. Για παράδειγμα, οι τοίχοι των παιχνιδότοπων στις παιδικές πολυκλινικές δεν είχαν μόνον αφίσες για την υγιεινή και τη σωστή διατροφή, αλλά και ιατρικό υλικό δοσμένο με αντι-θρησκευτικό τρόπο: "Η γιαγιά σέρνει τον εγγονό της στην εκκλησία, μια τυπική γιαγιά, ένα ανόητο παιδί, μια γριά γυναίκα με χαμένα λογικά που προσπαθεί να βαφτίσει το παιδί”. Αυτή ήταν η μόνη σχέση με το χώρο όπου κρεμιόνταν αυτές οι αφίσες, δεδομένου ότι έπειθαν τους επισκέπτες των πολυκλινικών των παιδιών ότι το βάπτισμα ήταν ανθυγιεινό γιατί υπήρχαν άφθονα μικρόβια στο ιερό νερό, κ.ο.κ.

 

Όλοι ξέρουν ότι δεν υπάρχει Θεός
 

 Απομνημονεύματα από τον πόλεμο και τα μεταπολεμικά χρόνια δείχνουν, αφενός μια ενδυνάμωση του θρησκευτικού αισθήματος στο περιβάλλον των παιδιών, και, αφετέρου μια αποδυνάμωση στη συνείδηση των παιδιών των θρησκευτικών παροχών και τη σύλληψη του κόσμου χωρίς θρησκεία:

“Η θεία Νastia ψιθυρίζει στη γωνία τα σαββατοκύριακα, καθώς ετοιμάζεται να πάει στην εκκλησία: «Αυτό το πήρα, την τσάντα μου την πήρα, και δε θέλω ν’αργήσω να πάω στην εκκλησία. Θεέ μου, συγχώρεσέ μας.. Αύριο πρέπει να φτιάξω φράγμα για τα νερά των ζώων, να πλύνω τα ρούχα…τώρα, όμως, πρέπει να πάω στην εκκλησία…δε θέλω να τους ξυπνήσω... καλά, εγώ να πηγαίνω στην εκκλησία... " στο όνειρό μου, συνεπαρμένος από το χαλαρωτικό ψίθυρο της θείας Nastia, αλλάζω τη λέξη "εκκλησία" (church) σε μια συμπαθητικότερη: τι ευτυχισμένη η θεία Nastia, κάθε Κυριακή, πηγαίνει στο τσίρκο (circus)...”. 

Mέχρι τότε, η "μεταφορά των πληροφοριών" για την πίστη από τις παλαιότερες στις νεότερες γενιές είχε γίνει πολύ δύσκολη, ειδικά στις πόλεις. Το περιβάλλον των νέων και ο χώρος όπου κατοικούσαν είχαν αρχίσει να αποκτούν έναν αθεϊστικό χαρακτήρα. Οι πιστοί απομονώνονταν, και ακόμα όταν προσεύχονταν μπροστά σε όλη την οικογένεια, μετά δε μιλούσαν για την πίστη τους, δεν εξηγούσαν στα παιδιά τους τίποτα γι’ αυτή. Τα παιδιά το μόνο που μπορούσαν να κάνουν ήταν να κοιτάζουν λοξά εφόσον: 

 "Ο πατέρας ήταν στο Κόμμα από την αρχή του πολέμου, η θεία Nastia προσευχόταν στο Θεό, η μητέρα περνούσε όλη την εβδομάδα θεραπεύοντας άλλους ανθρώπους. Ο παππούς Moisei   (πατέρας του πατέρα μου)... επίσης προσευχόταν αλλά με διαφορετικό τρόπο από τη Nastia.Αλλά και οι δύο ενέπνεαν μια αίσθηση σεβασμού για το μυστήριο της πίστης τους και τη μυστική τους γνώση”. 

Αυτός ο σεβασμός δεν ήταν καθολικός αφήνοντας κατά μέρος οποιαδήποτε μορφή βαθύτερης διερεύνησης. Ο κίνδυνος από την επικοινωνία για τη θρησκεία ελαχιστοποίησε την επαφή μεταξύ των εγγονιών και των ηλικιωμένων:

 "Οι γονείς μου ήταν μέλη του Κόμματος και έτσι η μαρξιστική-λενινιστική άποψη είχε μπει μέσα μας μάλλον επιτυχώς. Σαν παιδί, δεν πίστευα στο Θεό και μου φαινόταν αστείο ότι υπήρχε. Η μόνη πιστή στην οικογένειά μας ήταν η γιαγιά μας. Ήταν συνειδητά πιστή αλλά ποτέ δε μιλούσε για την πίστη της, όλοι, όμως, ξέραμε ότι είχε μια εικόνα. Προσπαθούσαμε όλοι να την μεταπείσουμε λέγοντάς της: ¨Γιαγιά, ο Gagarin πήγε στο διάστημα, και δεν είδε το Θεό εκεί", "ο Θεός είναι αόρατος, παιδιά" απαντούσε εκείνη"(Anna, γεννημ. το 1952). 

Δεν ήταν τυχαίο το γεγονός ότι “η απαγόρευση επικοινωνίας” πάνω σε θέματα θρησκείας δεν είχε εφαρμοστεί μόνο στην τυπική σχολική εκπαίδευση, και υποστηριζόταν από τις κρατικές δυνάμεις (πιο ισχυρά σε κάποια σημεία και λιγότερο σε άλλα). Μέρος του προγράμματος ήταν να ενταχτεί ο αθεϊσμός εκεί όπου τα παιδιά των Ρώσων μεγάλωναν και ανατρέφονταν. Η απουσία επαφών με πιστούς ήταν προϋπόθεση για την προοδευτική εμφάνιση της αθεϊστικής συνείδησης, ακόμη και σε εκείνα τα παιδιά που θα μπορούσαν να έχουν αρχίσει να έχουν  αμφιβολίες: 

 "Στο σχολείο, μας εξήγησαν ότι οι άνθρωποι κατά λάθος πίστεψαν σ’ Αυτόν, αλλά τώρα η επιστήμη έχει αποδείξει ότι δεν υπάρχει, και δεν θα μπορούσε να υπάρξει, ακόμη και ο Ιησούς Χριστός δεν υπήρξε ποτέ   - απλά τον δημιούργησαν οι άνθρωποι. Δυστυχώς, πίστευα στην επιστήμη, αλλά για κάποιο λόγο φθονούσα πάντα εκείνους τους ανθρώπους από το παρελθόν στους οποίους η επιστήμη ακόμα δεν είχε δείξει ότι ο Θεός δεν υπήρξε. Μου φαινόταν ότι η ζωή με την πίστη ήταν πολύ καλύτερη απ’ ό,τι με την ύλη. Αλλά  ταυτόχρονα, πίστευα ότι στη δική μας εποχή δεν υπήρχε κανένας πιστός. Και πράγματι ποτέ μου δε συνάντησα κανέναν (MR, γεννημ. το 1958). 

Αυτή η κατάσταση ενισχύθηκε και στα επίσημα σχολικά βιβλία: "Σε όλα τα εγχειρίδια, τονιζόταν ότι οι φυσικοί επιστήμονες είχαν αποδείξει, μέσα από τις ανακαλύψεις τους, ότι

δεν υπάρχει Θεός. Μόνο με το πέρασμα του χρόνου κατάλαβα ότι οι πιο πολλοί απ’ αυτούς πίστευαν βαθιά”(Ζ.Iu, γεννημ. το 1937).

 Στη μεταπολεμική Ρωσία, σε πολλές περιοχές και οικογένειες ένα σημαντικό στοιχείο πολλών ιστοριών για τα μεταπολεμικά παιδιά ήταν η περιγραφή της πίστης των παιδιών σε μια αθεϊστική ατμόσφαιρα στείρου υλισμού που κυριάρχησε στο σπίτι και στο σχολείο. Πολλοί αφηγητές και απομνημονευματογράφοι θυμούνται την "αυθόρμητη θρησκευτικότητά τους", που δεν ήταν δεμένη σε κάποια θρησκεία ή ίσως σε καμία θρησκεία, και που ξεπηδούσε από το κενό. Απομνημονευματογράφοι αναφερόμενοι σ’ αυτή την πίστη των παιδιών τονίζουν τη θεϊκότητα και τον αυθορμητισμό της από την εμφάνισή της: 

"Ως παιδί, προσευχόμουν θερμά και προσευχόμουν κι όταν μεγάλωσα στο Θεό μου, δεδομένου ότι δεν είχα ιδέα για την ύπαρξη της θρησκείας, του Βούδα, του Χριστού, του Μωάμεθ και άλλων Θεών που λατρεύονταν από τους ανθρώπους. Είχα το δικό μου Θεό και δε χρειαζόμουν άλλους Τον λάτρευα, ζητούσα την προστασία του σε όλα τα συμβάντα της ζωής της δικής μου και των γονιών μου. Βρήκα μόνος μου την προσευχή μου, εγώ ένας αρχάριος προτεστάντης, ένα παιδί προσευχητής. Με το πέρασμα του χρόνου και σήμερα ακόμη δεν έχω αλλάξει ούτε μια λέξη απ’ την προσευχή μου. Η κάθε της λέξη είναι ιερή για μένα. Η επιθυμία να προσευχηθώ, πράγμα για το οποίο πείστηκα όταν ακόμη ήμουν παιδί, είναι ένα βαθιά διαισθητικό, ενστικτώδες συναίσθημα. Ήταν τότε που κατάλαβα ότι μπορείς να προσευχηθείς σε οτιδήποτε θες - στην πόρτα, το τραπέζι, το καρφί ή ένα βιβλίο-και μέσα σ’ αυτό το οτιδήποτε υπάρχει ο Θεός. Όταν ήμουν παιδί είχα το δικό μου Θεό που δεν ήταν λιγότερο σημαντικός για μένα απ’ ό,τι ο Θεός για κάθε άλλον. Δεν ξέρω, ίσως μετά από την παιδική ηλικία με εγκατέλειψε, ή ίσως μεγάλωσε κι αυτός μαζί μου και είναι μαζί μου μέχρι τώρα. Η θρησκευτικότητά μου δεν ήταν ποτέ θέμα ομολογίας.  Συχνά πιστεύω ότι θα μπορούσα να ορίσω τη θρησκεία μου ως τη θρησκεία της παιδικής μου ηλικίας.» (Mark Lapitsky, γεννημ. το 1941). 

Ένας σύγχρονός του μιλάει γι’αυτό με ένα πιο απλοϊκό στυλ, λέγοντας: “Στη διάρκεια της παιδικής μου ηλικίας, απλά…απλά πίστευα στο Θεό. Βέβαια, στην οικογένειά μου δεν ήξερε κανείς γι’ αυτό, κι ούτε μπορούσα να μιλήσω γι’ αυτό, τη στιγμή μάλιστα που ο πατέρας μου δούλευε για το Κόμμα. Ήταν έγκλημα εκείνο τον καιρό. Αλλά ούτε στο σχολείο και την τάξη συζητούσαμε γι’ αυτό το θέμα” (Valentina).

Σε ιστορίες αφηγητών μπορεί κανείς να αντιληφθεί πόσο απροετοίμαστη ήταν  η ρωσική ορθόδοξη εκκλησία και άλλες εκκλησίες που λειτουργούσαν στην ΕΣΣΔ για να λάβουν υπόψη τους αυτές τις νέες εκδηλώσεις αυθόρμητης θρησκευτικότητας των νέων. Η παρατεταμένη απουσία θρησκευτικής εκπαίδευσης είχε οδηγήσει σε μια κατάσταση όπου δεν μπόρεσαν να αντιμετωπίσουν το μονωτικό περίβλημα της θρησκείας μέσα από το διάλογο με την επιστήμη και την τεχνολογία, οι οποίες αποκήρυξαν στα μάτια πολλών νέων διάφορες ιδέες που πάρθηκαν από την εκκλησία, για το Θεό που κάθεται ψηλά στα σύννεφα, κ.ο.κ. “Προσπάθησε να μου πει, χρησιμοποιώντας κάθε μέσο που είχε στη διάθεσή της, για τις ιδέες της περί Θεού και θρησκείας" (αφηγήτρια, 1947)· η γιαγιά "ήταν ακαλλιέργητη γυναίκα, με πρωτόγονες ιδέες για τη θρησκεία, κυριολεκτικά πράγματα όπως: Ο Θεός είναι ο άνδρας που είναι στις εικόνες, ένας ηλικιωμένος με  γενειάδα, που κάθεται πάνω σ’ ένα σύννεφο. Αυτό ήταν. Και όταν πέταξε ο Gagarin στο διάστημα, εκείνη τη στιγμή, εμείς όλοι γίναμε άθεοι. Καταλάβαμε ότι εκείνος ο Θεός για τον οποίο μας μιλούσε η γιαγιά μας δεν υπήρχε. Αυτό είναι όλο. Κι έτσι, σιγά-σιγά έγινα αδιάφορος για τη θρησκεία” (αφηγητής, γεννημ. το 1947). 

Η ρωσική ορθόδοξη  εκκλησία ήταν, εντούτοις, σε ευκολότερη κατάσταση από άλλες θρησκείες και ομολογίες. Παρ’ όλες τις απαγορεύσεις, η ορθόδοξη εκκλησία παρέμεινε πιο προσιτή  από άλλες εκκλησίες και θρησκείες: 

"Στην οικογένειά μου, δεν υπήρξαν θρησκευόμενα μέλη- τουλάχιστον, ποτέ δεν είχα ακούσει κάτι τέτοιο και γι’ αυτό ως παιδί δεν είχα θρησκευτικές συνήθειες (όπως συνέβη και με τους περισσότερους συγχρόνους μου). Ζήσαμε σε ένα κράτος άθεων και η θρησκεία  ήταν μακριά μας, έξω από το δρόμο μας,  και κανένας από μας δεν την ακολούθησε. Αλλά μόλις κάποιος αποφάσισε να την ακολουθήσει αυτή θα ήταν η ρωσική ορθόδοξη εκκλησία. Αυτό συνέβη και στη μουσουλμανική Τασκένδη.  ΄Όλα τα αγόρια και τα κορίτσια γύρω μου   ( Ρώσοι, Εβραίοι, Aρμένιοι ακόμη και Uzbeks) αν και είχαν πάει στην εκκλησία αρκετές φορές, είχαν ευλογήσει το ειδικό ψωμί  (kulichγια το Πάσχα και είχαν σταματήσει τη νηστεία, και τα λοιπά. Αλλά όλα αυτά είχαν γίνει κρυφά από τις σχολικές αρχές, με μια μικρή βοήθεια από τους γονείς. Αλλά η εβραϊκή πίστη ήταν ακόμα πιο απόμακρη”.

Υπήρξαν περιπτώσεις συγκαλυμμένης διαμάχης με το σύστημα, ενός πολέμου που ξεκινούσε από τη γονική ή την προσωπική πίστη. Η αντίθεση στη μεταπολεμική  κατάσταση ενισχυόταν από θρησκευτικές πεποιθήσεις, όχι πάντα ορθόδοξες: 

"Η μητέρα, όντας πιστή, πήγε στην Ουκρανία πολλές φορές εκείνη την περίοδο (τη δεκαετία του '50), και ακόμη και τώρα στην Ουκρανία υπάρχουν πολλά είδη θρησκειών, Προτεστάντες, Καθολικοί, κ.λπ. Η μητέρα μου ανήκε στους Βαπτιστές και μας μεγάλωσε με τη Βίβλο ήταν πολύ υπομονετική, και ήταν ανήμπορη…και δεν εργάστηκε ποτέ της, δεδομένου ότι δεν μπορούσε να περπατήσει, κι ‘ήταν πολύ δύσκολο γι’ αυτή να μας διδάξει,, αλλά πάντα είχε ενδιαφέρον για την  εκπαίδευση, για τη γνώση, για να οδηγήσει σε κάτι ανώτερο από τους εαυτούς μας" (αφηγητής, γεννημ. το  1946). 

Υπήρχε σημαντική ποικιλία σχέσεων ανάμεσα στις γενιές αναφορικά με την πίστη και την απουσία της. Ο πιο διαδεδομένη σχέση ανάμεσα στους κομμουνιστές γονείς των αφηγητών μου  και των παράλογων παππούδων και γιαγιάδων τους ήταν αδιαφορία, αλλά υπήρχε και κάποια ανησυχία για τη σταδιοδρομία τους. Αυτή η αδιαφορία  για τους "παράλογους προγόνους" επιτρεπόταν από τις αρχές όσο ο πιστός δεν επιχειρούσε να κάνει κάποια διδασκαλία στη νεότερη γενιά: 

"οι γονείς μου δεν  ήταν πιστοί.. Ο πατέρας δούλευε σε ένα  εργοστάσιο, η μητέρα ήταν ιατρική συνοδός στο νοσοκομείο. Εγώ μεγάλωσα με τη γιαγιά μου, που ήταν πολύ πιστή. Η γιαγιά  πήγαινε πάντα στις θρησκευτικές γιορτές  στο χωριό Tabora, επειδή στο χωριό μας δεν  υπήρχε εκκλησία  εκείνα τα χρόνια. Ο πατέρας ήταν κομμουνιστής, αλλά δεν εμπόδιζε τη γιαγιά να πιστεύει. Θυμάμαι ότι η κουζίνα ήταν η επισκοπή της γιαγιάς μου. Υπήρχε εκεί μία εικόνα…και η γιαγιά ήταν η μόνη που νήστευε, αλλά δεν μας ανάγκαζε να κάνουμε το ίδιο.” (Nina, γεννημ. το 1948). 

Ένας άλλος αφηγητής της ίδιας ηλικίας είναι ακόμα πιο ειλικρινής: "Μέχρι τα επτά, μου η γιαγιά μας ζούσε μαζί μας, και περάσαμε μαζί της τον περισσότερο καιρό. Αλλά οι γονείς μας που ήταν κομμουνιστές δεν της επέτρεπαν να μας επηρεάσει ιδιαίτερα"(Sergei). Αλλά και την εποχή των Khrushchev και Brezhnev, η ιδανική οικογένεια ήταν αυτή στην οποία το παιδί "δεν άκουγε ούτε μια λέξη ούτε σαν παιδί ούτε σαν νέος για την πίστη ή το Θεό" (Υ.Ι., γεννημ.το 1966). 

Εάν οι γονείς ήταν απαθείς, το σχολείο θα αναλάμβανε μόνο του βάλει τα πράγματα σε τάξη και ήταν πάντα αυστηρό: "η γιαγιά μου απ’ την πλευρά της μητέρας μου πίστευε βαθιά. Εγώ είχα βαφτιστεί και ήμουν πολύ πιστή. Το σχολείο μας, όμως, οργάνωσε αντι-θρησκευτικά σεμινάρια και, έτσι, με το πέρασμα του χρόνου, πριν γίνω 20 χρονών, είχα χάσει τα αισθήματά μου για τη θρησκεία” (Valentina, 1948). Το κράτος και οι κομματικές οργανώσεις βοηθούσαν τα σχολεία.  Ο πατέρας και ο δάσκαλος  ήταν από κοινού υπεύθυνοι για τον αθεϊσμό των παιδιών τους. Εκείνα τα παιδιά  που με τον επίσημα αποδεκτό τρόπο απέρριπταν με περιφρόνηση τα σύμβολα της θρησκείας, αυτόματα θεωρούνταν ως πρωτοπόροι της επιστημονικής, υλιστικής, και ορθολογιστικής εξήγησης των μεγάλων φιλοσοφικών ερωτημάτων της ανθρωπότητας. Οι τελετές βαπτίσματος που γίνονταν από τους συγγενείς θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε  αυστηρότατες επιπλήξεις στον επικεφαλής της οικογένειας, ακόμα κι αν εκείνο το πρόσωπο έλειπε σε ταξίδι. Αυτό ίσχυε ιδιαίτερα για τους πατέρες και τις μητέρες, οι οποίοι είχαν υψηλές θέσεις, ή, γενικότερα, για τα μέλη του Κόμματος.  Στις  οικογένειες που δεν είχαν σχέση με το Κόμμα, τα πράγματα ήταν ευκολότερα, αλλά η επιτήρηση ήταν εξίσου εντατική  (απλά κάποιες φορές έκαναν ολισθήματα γιατί δεν υπήρχε κάποιος να τους τιμωρήσει).

 

Πηγαίναμε κρυφά στην εκκλησία


Οι βαθιές οικογενειακές θρησκευτικές παραδόσεις έπαιξαν ρόλο στη διατήρηση και την αναπαραγωγή της θρησκευτικότητας, ειδικά εάν είχαν διατηρηθεί μέσω της επικοινωνίας που γινόταν κρυφά από τους άθεους ενήλικες (συνήθως τη γενιά των γονιών) που ασχολούνταν με δημόσιες δραστηριότητες: 

"ο πατέρας μου ήταν τεχνικός και ήταν άπιστος.  Η μητέρα μου είχε έναν παιδικό σταθμό, και ήταν επίσης άπιστη. Αλλά, απ’ την άλλη, η γιαγιά μου, ήταν πιστή. Ο πατέρας της ήταν ιερέας, και η μητέρα της προερχόταν από εμπορικό περιβάλλον. Υπήρχαν πάντα εικόνες κρεμασμένες στα σπίτια τους. Η γιαγιά ήταν αυτή που μου είπε τα πάντα για το Θεό, και καθετί που είχε σχέση μ’ Αυτόν, βαφτίστηκα χάρη στη γιαγιά μου.....και η γιαγιά μου προσπάθησε να μου μάθει μερικά τραγούδια αλλά δε τα θυμάμαι..... θυμάμαι ότι πήγαμε με τη γιαγιά σε μια εκκλησία διασχίζοντας τον πλατύ ποταμό Kama. Δεν υπήρχε γέφυρα, και περάσαμε με μια βάρκα. Η γιαγιά ήταν πολύ αυστηρά ντυμένη. Μείναμε σε συγγενείς. Θυμάμαι τον όρθρο και τη θρησκευτική πομπή.  Στο γυρισμό, η γιαγιά με πήγε σε ένα πάρκο, αλλά αυτά γίνονταν όσο εκείνη ήταν ζωντανή"(Vladimir, 1948). 

Για τους πιο ηλικιωμένους συγγενείς που ήταν πιστοί μέσα στη σοβιετική κοινωνία, η έλλειψη πίστης δεν ήταν απόλυτη. Οι σοβιετικοί παιδαγωγοί το κατάλαβαν αυτό καλά. Τα σχολεία οργάνωσαν ένα ειδικό σύστημα της αντίστασης στην επιρροή των θρησκευτικών γιαγιάδων. Συνήθως, αυτό το σύστημα ήταν ένα δίκτυο αθεϊστικών σχολείων και συλλόγων ενηλίκων και οι ειδικοί επόπτες που έκαναν τα μαθήματα στα σχολεία συνεργάζονταν και τελειοποιούσαν την προπαγανδιστική δουλειά που γινόταν εκεί:

«Όταν ζούσα στο χωριό, όταν ήμουν νέος, θυμάμαι ότι είχα διδαχτεί να προσεύχομαι. Αυτό μου το έκανε η γιαγιά και έχω μια μουντή ανάμνηση: Γονατίζαμε. Στη γωνία υπήρχε μια εικόνα. Γονατίζαμε μπροστά από κάτι. Μου μάθαινε προσευχές. Αυτά γίνονταν μέχρι που έγινα πέντε-έξι χρονών. Μετά δε θυμάμαι τίποτα. Όταν, όμως, πήγα σχολείο, πήγα σε ένα σύλλογο άθεων, όπου προσπαθούσαν να βρουν την άκρη της θρησκείας, κ.ο.κ. Στο χωριό, όμως, όπως είπα πριν, η γιαγιά ήταν πιστή παρόλο που ποτέ δεν είχε πάει στην εκκλησία, γιατί δεν υπήρχε εκκλησία στο χωριό και η πιο κοντινή ήταν πολύ μακριά. Δεν ξέρω γιατί δεν πήγε ποτέ πουθενά. Θυμάμαι, όμως, τις φορές που προσευχόταν. Όταν, όμως, μεγάλωσα, δεν θυμόμουν ότι προσευχόταν ή ότι στεκόταν μπροστά στην εικόνα. Για κάποιο λόγο δε τα θυμάμαι όλα αυτά. Και τότε, όπως λέω κι εγώ, έγινα άθεος».

Ο παραπάνω αφηγητής ο Sergei V. (γεννημ. το 1953) θα μπορούσε από μόνος του να σβήσει από τη μνήμη του τις προσευχές της γιαγιάς του -γι’ αυτόν είναι ασήμαντες και κανείς δε του ζητάει να προσευχηθεί μαζί της στη γωνιά, όπως γινόταν κάποτε. Έγινε δηλωμένος άθεος, τόσο που, όταν άρχισε να πηγαίνει στο ινστιτούτο, έπαιρνε μέρος σε καβγάδες που γίνονταν με δική του πρωτοβουλία, με πιστούς συμμαθητές, όντας αμετάπειστος σε ό,τι είχε μάθει στο σχολείο. Άλλοι αφηγητές είχαν συνδέσει απουσία της θρησκείας απ’ αυτούς  με  την απουσία γιαγιάδων και κοριτσιών στο περιβάλλον τους, με το γεγονός ότι μεγάλωσαν μόνο με μανάδες και πατεράδες που συμφωνούσαν απόλυτα με το σχολείο και το εκπαιδευτικό σύστημα, «βλέποντας με κακό μάτι» οποιαδήποτε ένδειξη θρησκευτικότητας ή οποιαδήποτε συζήτηση για τη θρησκεία έξω από το ελεγχόμενο περιβάλλον του σχολείου ή τις αθεϊστικές συνεδρίες στα δημοτικά κέντρα προπαγάνδας.

 Οι καθημερινές οικογενειακές πρακτικές θρησκευτικότητας, εντούτοις, ήταν πιο ισχυρές από το σχολείο (κι όχι μόνο σε επίπεδο τελετουργικών αλλά και σε επίπεδο συνειδητής στάσης απέναντι στη θρησκευτική παράδοση). Μάθαιναν τελετουργίες που θα μπορούσαν να τους εξασφαλίσουν την επιβίωση. Για παράδειγμα,  χρησιμοποιούσαν την πολυγλωσσία των εξόριστων όταν τα εγγόνια τους μάθαιναν διάφορα κείμενα σε γλώσσα άγνωστη στο περιβάλλον, που στην πραγματικότητα ήταν προσευχές. Άλλες παρόμοιες τακτικές απέβλεπαν στο να κρύψουν από τα χάντρινα μάτια των άγρυπνων Ρώσων τις προετοιμασίες θρησκευτικών γιορτών, οι οποίες συμβολικά ένωναν όλες τις γενιές μιας οικογένειας με ένα ανεπίσημο τελετουργικό. Βέβαια, δεν υπήρχαν πολλές τέτοιες οικογένειες, χωριά ή διαμερίσματα. Πολύ μεγαλύτερη ήταν η σιωπή όταν οι άνθρωποι ήταν στο σπίτι, δε μιλούσαν γι’ «αυτό». Να μια τυπική ιστορία: κάποιος μπορεί να ήταν βαφτισμένος αλλά να μην πηγαίνει στην εκκλησία και να μη γίνεται καμία συζήτηση για τη θρησκεία: «η προσοχή μας δεν ήταν εκεί»  (Galina, 1950).  Στις πόλεις, αυτή η σιωπή ήταν ακόμη πιο συνηθισμένη: «Η πίστη στο Θεό είχε αντικατασταθεί στην οικογένειά μας από την πίστη στη γνώση, που θεωρούνταν η κύρια αξία στην ανθρώπινη ζωή και σ’ αυτή έπρεπε να πιστεύουμε (Nina, 1951).  Σ’ αυτό το σημείο αναφαινόταν μια εκ διαμέτρου αντίθεση στις ιδέες και τις αξίες των ανθρώπων, μια αντίθεση ανάμεσα στους θρήσκους και τους διαφωτισμένους. Στην καθημερινή συζήτηση και στην πόλη (λίγο νωρίτερα) και στην εξοχή (λίγο αργότερα) η ιδέα της «ευφυούς οικογένειας» κατέληξε να σημαίνει «άθεη οικογένεια»:

 “Όταν ήμουν πολύ  μικρή, δεν ήξερα τίποτα για την πίστη στο Θεό. Γι’ αυτό η οικογένειά μας ήταν ευφυής. Εκείνη την εποχή δεν υπήρχε πίστη, δεν υπήρχε Θεός, Και στην οικογένειά μας δεν είχαμε κάποια  ιδιαίτερη στάση απέναντι σ’ αυτό, απλά δεν πιστεύαμε στο Θεό. Εκείνη την εποχή οι ευφυείς δάσκαλοι δεν πίστευαν στο Θεό" (Olga, 1952).

 Οι εύπορες οικογένειες με τον καιρό, έχοντας την οικονομική δυνατότητα να εξασφαλίζουν πολιτιστικές εκδηλώσεις και εκπαίδευση στα παιδιά τους (θέατρα, εκθέσεις, κ.λπ.) στην πρώιμη μεταπολεμική περίοδο, οργάνωναν εκδρομές για να βρεθούν τα παιδιά τους σε κοσμικά μέρη (η Liudmila Α. γεννημένη το 1937, θυμάται τις επισκέψεις της σε κοσμικά παλάτια και όχι σε παλιές εκκλησίες˙ αυτές οι εκδρομές οργανώνονταν από τον πατέρα της –υπάλληλο της μυστικής πολιτικής αστυνομίας). Συχνά οι γονείς παρουσίαζαν με έμφαση στα παιδιά τους εικόνες από άθεες οικογένειες, για να τα προστατέψουν από αυθαίρετες πληροφορίες.

Μία αφηγήτρια, γεννημένη το 1952, θυμάται ότι για πρώτη φορά έμαθε ότι υπάρχει Θεός, καθώς οι γονείς της προσπαθούσαν να της κρύψουν ότι θα πήγαιναν να βαφτίσουν το γιο ενός γείτονα. Το σχολείο και το κράτος, στις δεκαετίες του 1950 και 1960, είχαν αποδεχτεί ομόφωνα την ανωτερότητα της κοσμικής, ιδεολογικά οργανωμένης γνώσης σε σχέση με όλες τις άλλες μορφές εσωτερικής ζωής. Αυτή η στάση γρήγορα μπήκε μέσα στην οικογένεια: "Η πίστη στο Θεό αντικαταστάθηκε στην οικογένεια από την πίστη στη δύναμη της γνώσης που θεωρούνταν πρωταρχική αξία στην ανθρώπινη ζωή, και σ’ αυτή έπρεπε να πιστεύουμε" (Nina, 1951).

Πέρα από τις καθημερινές παραδομένες από γενιά σε γενιά οικογενειακές πρακτικές, τις συνηθισμένες τελετουργίες κ.ά., ένα άλλο φαινόμενο που χαρακτήριζε την παιδική ηλικία ήταν η ανεξάντλητη και περιεκτική φύση της πίστης του παιδιού, η τάση του να «εξαγνίσει» τον κόσμο. Αυτή η «αίσθηση των παιδιών δεν καταστράφηκε από καμία πτήση στο διάστημα:

 “Πάντα, νομίζω, ήξερα για το Θεό και σχετιζόμουν μαζί του με το δικό μου τρόπο. Και όταν η γριά γιαγιά μου κουνούσε τη ρυτιδιασμένη γροθιά της σε κάθε αεροπλάνο ή ελικόπτερο που πετούσε εκεί, έλεγε «αντίχριστοι, γιατί πετάτε πάνω στο Θεό; Εγώ παραξενευόμουν και σκεφτόμουν ότι δε χρειάζεται να πετάξουν εκεί πάνω για να βρουν το Θεό, γιατί Εκείνος είναι γύρω μας, και δεν καταλάβαινα πώς εκείνη δεν το ήξερε αυτό.» (Natalia, 1951).

 Τα παιδιά πάντα ένιωθαν λύπη όταν οι γονείς τους προσπαθούσαν να τα πείσουν ότι δεν υπάρχει Θεός και ότι δεν υπάρχει άλλος κόσμος, καταστρέφοντας έτσι τη μυστικιστική τους στάση απέναντι στον περιβάλλοντα κόσμο.

 

Υπάρχει Θεός αλλά δεν πιστεύω σ’ αυτόν

 

Για τους Σοβιετικούς, στο κατώφλι της δεκαετίας του 1960, η επιθυμητή φόρμουλα ήταν εκείνη που είχε πρωτοεμφανιστεί τη δεκαετία του 1930: 'όλοι ήξεραν ότι δεν υπάρχει Θεός'. Tα παιδιά είχαν τη δική τους απάντηση σ’ αυτό: 'Υπάρχει Θεός, αλλά δεν πιστεύω σ’ αυτόν’. Η φόρμουλα αυτή βοήθησε και αυτά και την πίστη τους να αντιμετωπίσουν τα αλλεπάλληλα κύματα του κρατικού στρατιωτικού αθεϊσμού. Tα παιδιά έκλειναν τα αυτιά τους σ’ όλα αυτά ή μάλλον έκλειναν μέσα τους κάθε θρησκευτικό τους συναίσθημα, κρατώντας το μακριά από το περίεργο βλέμμα των μεγάλων αν και συχνά κατέφευγαν σε αντικείμενα από κάποια ιδιαίτερη θρησκεία που δεν είχε χαθεί εξ ολοκλήρου από τον καθημερινό περίγυρο των παιδιών, που συνήθως μεγάλωναν μέσα σε άθεες οικογένειες που, παρόλα αυτά, ήταν ανεκτικές στην πίστη άλλων ανθρώπων. Οι αναμνήσεις της Natalia Sh. (γεννημ. το 1951), που πέρασε τα παιδικά της χρόνια στη Μόσχα, είναι διευκρινιστικές:  "Πίσω από τη σόμπα υπήρχε μια ξύλινη εικόνα, μαυρισμένη από τα χρόνια, που την αγαπούσα πραγματικά. Θα μπορούσα να περάσω πολλές ώρες χαϊδεύοντας τα χρωματισμένα πρόσωπα των αγίων Πέτρου και Παύλου. Δυστυχώς, όταν μετακομίσαμε, πρέπει να την ξεχάσαμε την εικόνα. Θυμάμαι ότι στο σταθμό μια μέρα στο μεσημεριανό κατάπια μια πέτρα. Δεν ξέρω γιατί, αλλά φοβήθηκα πολύ και όλη την ώρα της μεσημεριανής ανάπαυσης προσευχόμουν στο Θεό να πάνε όλα καλά. Για να προσευχηθώ στο Θεό, πήγα κάτω από τη δεξιά γωνία της οροφής, και σ’ εκείνο το σημείο εμφανίστηκε ένας λευκός κύκλος με ένα σταυρό στη μέση, που έλαμπε στο εσωτερικό του. Είχα, μ’ αυτόν τον τρόπο, κυριολεκτικά πάρει μια θετική απάντηση στο αίτημά μου. Από τότε, αν ποτέ ήθελα να απευθυνθώ στο Θεό, έκανα το ίδιο πράγμα και όταν έπαιρνα θετική απάντηση έβλεπα σ’ εκείνον το φωτεινό κύκλο ένα σταυρό ή, κάποιες άλλες φορές, ένα μικρότερο σημάδι»

Οι μεγάλοι (παιδαγωγοί, δάσκαλοι, κ.ά.) δεν είχαν ιδέα για τη νοητική αναπαράσταση από το παιδί του τέμπλου στην κόκκινη γωνία, για το εσωτερικό θρησκευτικό συναίσθημα που συνόδευε αυτή τη γυναίκα σε όλη της τη ζωή. Η πίστη ενός παιδιού θα μπορούσε να γίνει πηγή στήριξης της μελλοντικής πίστης του ως ενήλικα στην αθεϊστική Σοβιετική Ρωσία. Ήταν ακριβώς αυτοί που η παιδική ηλικία τους κυμάνθηκε από το 1950 ως το 1970, που έγιναν ηγετικές μορφές στη μετα-Σοβιετική περίοδο.

 

Κανένας δεν θυμάται κάποιο θρησκευτικό συναίσθημα

 

Η πίστη των παιδιών συνέχισε να είναι ζωντανή σε όλη τη διάρκεια της Σοβιετικής εποχής, παρά το γεγονός ότι αν ένας ενήλικας πίστευε, η κρατική μηχανή του απαγόρευε να μιλάει στα παιδιά για θρησκευτικά θέματα. Ανάμεσα στις παιδικές αναμνήσεις ανθρώπων από διάφορες γενιές, συχνά βρίσκει κανείς φράσεις όπως: "Δεν με παρακινούσαν να το κάνω αυτό (να πάω στην εκκλησία, να προσεύχομαι, να διαβάζω τη Βίβλο, να συζητώ για τη θρησκεία, κ.λπ.), καθώς τότε δε γίνονταν αυτά (ήταν απαγορευμένα, και υπήρχε κίνδυνος να χάσει κανείς την καριέρα του, το εισόδημά του, κ.λπ.). Αν κάποιος πίστευε (γιαγιά, μητέρα, κ.λπ.), ήταν βαρύ αμάρτημα να συναναστρέφεται με παιδιά. Εξαναγκάζονταν να αποκηρύξουν κάθε θρησκευτική ανατροφή των παιδιών τους, όπως στο 1984 του Orwell οι άνθρωποι εξαναγκάζονταν να αποκηρύξουν τους αγαπημένους τους. Η αξίωση για να αποκηρυχθεί η ταυτότητα απόψεων με τα παιδιά  (τα εγγόνια) ουσιαστικά σήμαινε αποκήρυξη της διαδοχής των γενεών. Οι άνθρωποι  τα βόλευαν μ’ αυτό για να μπορέσουν να επιβιώσουν, για να μην επηρεάζονται τα παιδιά τους, για να μην κινδυνεύουν οι καριέρες των ενηλίκων, για να μπορούν να ζουν όλοι ήρεμοι (μέσα σε άλλες δυστυχίες και προβλήματα, αυτό το εσωτερικό θέμα της αποκήρυξης κάποιων ενδογενεακών δεσμών δε φαινόταν ιδιαίτερα σημαντικό, αλλά παρόλα αυτά τους επηρέαζε όλους, ιδίως τους πιστούς). Αθεϊστικές τακτικές οδηγούσαν σταδιακά σε μία κατάσταση όπου οι πιστοί θα έχαναν εντελώς τις ψυχές των παιδιών τους – που ήδη είχαν ασπαστεί άλλες κοσμοθεωρίες (ο αθεϊσμός των παιδιών δεν ήταν αυτός που οδήγησε πολλούς από το 1930 έως το 1970 να χάσουν το θρησκευτικό τους συναίσθημα;). Σωστά δε θα υπέθετε κανείς ότι γι΄αυτό ακριβώς το λόγο γίνονταν «υποχθόνιες δραστηριότητες» από τις γιαγιάδες προς τα εγγόνια τους; βαφτίσεις, εκκλησία, προσευχές, κ.λπ. Οι γιαγιάδες αναλάμβαναν δράση (συχνά ασυναίσθητα) από φόβο μήπως η κοινωνία έχανε εντελώς την παραδοσιακή θρησκεία. Επειδή στο τέλος οι γιαγιάδες δεν είχαν και πολλά για να χάσουν, απλά βοηθούσαν να  παιδιά να διατηρήσουν την πίστη τους και απ’ αυτή την πίστη ανάβλυσε η σύγχρονη θρησκευτική αναγέννηση όπου το πείσμα των μεγάλων ήταν ανάλογο με τον παιδικό ενθουσιασμό. Αυτό το πείσμα χαρακτηρίζει πολλές σύγχρονες προσπάθειες για την ανάληψη δράσης για  κοινωνικοποίηση και για τη διδασκαλία της θρησκείας στα σχολεία, πράγμα που γινόταν πριν το 1917.

Υπάρχει και μία άλλη γενική όψη αυτού του θέματος, που από πολλές πλευρές είναι αντίθετη με την προηγούμενη. Είναι ότι η αδιαφορία στη θρησκεία και τη θρησκευτική αγωγή των γενεών των μανάδων και των πατεράδων δείχνει όχι μόνον τη σκληρότητά τους αλλά και τη μεγάλη κρίση που υπήρχε στην αντιμετώπιση της εκκλησίας και της πίστης, και που άρχισε πριν την επανάσταση και ήταν συνδεδεμένη με κριτική στάση απέναντι στη συμβίωση εκκλησίας και δικτατορίας, στο συντηρητισμό της εκκλησιαστικής εκπαιδευτικής πολιτικής και ακόμη με την κατάρρευση εκείνων των κοινωνικών δεσμών τους οποίους η κακόβουλη Εκκλησία αγωνιζόταν να διατηρήσει (για παράδειγμα, η κατάρρευση των πατριαρχικών δομών στα χωριά, που είχαν οδηγήσει στη διάρκεια της κολεκτίβας, σε σφοδρές συγκρούσεις ανάμεσα σε φτωχούς ανθρώπους και σε πλούσιους χωρικούς, οι οποίοι θεωρούνταν χειρότεροι από τους γαιοκτήμονες, γιατί δεν είχαν κανένα ηθικό φραγμό να καταπιέζουν τους «δικούς τους’, τους συγχωριανούς τους.. Γι’ αυτό το λόγο, βρίσκουμε συχνά στα απομνημονεύματα φράσεις όπως: "οι γονείς μου δούλευαν στο εργοστάσιο, ο πατέρας μου σαν οξυγονοκολλητής και η μητέρα μου σαν τεχνικός. Η γιαγιά μου ήταν η μόνη που πίστευε μέσα στην οικογένεια., πράγμα που επίσης έδειχνε μια αδιαφορία που είχε τις ρίζες της στην έλλειψη θρησκευτικής εκπαίδευσης που γινόταν μόνον στην εκκλησία. Οι άνθρωποι δεν έδειχναν καμία προθυμία να δράσουν, να πεθάνουν ή να αγωνιστούν για την πίστη τους. Η αποδοχή μιας διδασκαλίας αθεϊστικής ήταν ο πιο εύκολος δρόμος».

 

 “Μετατρέψτε τον Καρλ  Μαρξ στην Αγία Μητέρα του Θεού”:

μερικές προκαταρκτικές δηλώσεις για τη μορφή της θρησκευτικής

κοινωνικοποίησης και εκπαίδευσης στη μετα-Σοβιετική Ρωσία.

 

Σημαντικές αλλαγές στις μεθόδους της θρησκευτικής κοινωνικοποίησης πρώτα και της εκπαίδευσης στη συνέχεια, σημειώθηκαν στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1980 και στο πρώτο μισό της δεκαετίας του 1990. Οι ανίσχυρες αντι-θρησκευτικές μέθοδοι των προηγούμενων πέντε-δέκα χρόνων οδήγησαν στην ύστερη εποχή Brezhnev στην άνθηση ενδιαφέροντος για μυστικιστικές επιστήμες, ιδιαίτερα στις πόλεις, για   yoga και για καθετί που είχε να κάνει με την Ανατολή: βιοενέργεια, ραβδοσκοπία, αστρολογία, παραψυχολογία, Κινέζικη ιατρική, UFO και άλλα τέτοια φανταστικά κατασκευάσματα, που έγιναν λατρευτικά σχήματα αντίθετα με τον κρατικό αθεϊσμό και μπήκαν στα σχολεία. Τη δεκαετία του 1980, επικράτησαν τέτοιου είδους αναζητήσεις, που, για να είμαστε ειλικρινείς, επηρέασαν μόνον τις μεγάλες τάξεις των σχολείων. Μετά τις πολιτικές αλλαγές, άρχισαν θρησκευτικές αναζητήσεις στη μετα-Σοβιετική παιδαγωγική επιστήμη. Το ζήτημα  των σχέσεων του κόσμου των παιδιών με τη θρησκεία  είχε ήδη αναδυθεί το δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1980, όταν στην επιστήμη υπήρχαν ενδιαφέρουσες παράλληλες διαδικασίες, που συνδέονταν αφενός με προσπάθειες για αναβίωση της παλιάς παιδαγωγικής συζήτησης της Σοβιετικής εποχής, που τώρα εμφανιζόταν με ανθρωπιστικό ένδυμα,  και, αφετέρου, με πιο ριζοσπαστικές αναθεωρήσεις των προσεγγίσεων στη θρησκευτική κοινωνικοποίηση των παιδιών και εν γένει στην πνευματική σφαίρα για τους νέους. Όσον αφορά την πρώτη τάση που κι αυτή εκείνο τον καιρό μιλούσε  όλο και πιο πολύ για τα πνευματικά  ενδιαφέροντα του ατόμου, αυτά τα πνευματικά ενδιαφέροντα ήταν στενά δεμένα με τις ενέργειες της Komsomol να εμπλέξει τα παιδιά σε «κοινωνικά χρήσιμες δραστηριότητες». Απ’ αυτή την άποψη, η Komsomol θα μπορούσε να ανεχτεί μια κρίση της κομμουνιστικής πίστης αλλά τα πνευματικά ενδιαφέροντα θα διαμορφώνονταν σε ένα εξολοκλήρου αθεϊστικό παιδαγωγικό περιβάλλον. Η δεύτερη τάση συνδεόταν με την ευρύτερη προοπτική ουσιαστικών αλλαγών στο εκπαιδευτικό σύστημα του σχολείου. Στις αρχές της δεκαετίας του 1990, αυτή η τάση διακήρυξε ότι θρησκεία και σχολείο όχι μόνο συνιστούν παράγοντες στην εκπαίδευση ενός παιδιού αλλά μπορεί να παίξουν θετικό ρόλο σ’ αυτή. Οι «Αρχές της Εκπαίδευσης των νέων στη σύγχρονη κοινωνία», που εκδόθηκε το 1991, επιβεβαίωνε ότι «είναι παιδαγωγικά δικαιολογημένο να περιλαμβάνεται η θρησκεία στο πρόγραμμα μαθημάτων, ως φαινόμενο κοινωνικής κουλτούρας και ως εστία των ανθρώπινων ηθικών αξιών». Από τη σχολική χρονιά  1989/90, ιερείς και δικηγόροι επιτρεπόταν να διδάσκουν προαιρετικά μαθήματα σχετικά με τη Βίβλο. Ένας αριθμός πειραματικών σχολείων, τα «Ορθόδοξα Γυμνάσια», ιδρύθηκαν σε όλες σχεδόν τις πόλεις (π.χ. 12 τέτοια σχολεία λειτουργούσαν στη Μόσχα, ήδη το 1994). Αυτά τα σχολεία είναι χριστιανικού τύπου, πράγμα που σημαίνει ότι στόχος τους δεν είναι η επαγγελματική κατάρτιση των μελλοντικών ιερέων, πράγμα που γίνεται στις θεολογικές σχολές και Ακαδημίες. Η σημερινή θρησκευτική κατάσταση στη Ρωσία θα μπορούσε με ακρίβεια να περιγραφεί ως κατάσταση μετα-αθεϊσμού και πολυ-μορφισμού. Είναι αξιοπρόσεκτη η εισροή νεοφώτιστων στις εκκλησίες, όχι μόνο από την ελίτ των διανοουμένων και από τους νέους, όπως γινόταν τις δεκαετίες του 1970 και του 1980, αλλά και από όλα τα κοινωνικά στρώματα –θρησκευτικά ζητήματα στα επικοινωνιακά μέσα,  η σχολική διδασκαλία, οι κλασικές σπουδές δεν ήταν πια ταμπού, όπως και οι θρησκευτικές τελετουργίες δε γίνονται πια κρυφά. Οι ιεραποστολικές και εκπαιδευτικές δραστηριότητες των Δυτικών Χριστιανικών Εκκλησιών, ιδιαίτερα των Προτεσταντικών, και των παλιών, που είχαν παραδοσιακές ρίζες στη Ρωσική γη, και οι σχετικά νέες, άσκησαν μεγάλη επίδραση στα παιδιά στις αρχές της δεκαετίας του 1990. Μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 1990, υπήρξε σημαντική αύξηση όχι μόνο του συνολικού αριθμού νεαρών πιστών (ήταν περισσότεροι από τους ενήλικες), αλλά και της αναλογίας των νέων που πίστευαν στο Χριστό αλλά δήλωναν ότι δεν είναι Ορθόδοξοι.

Τα δεδομένα που μαζέψαμε για τη σύγχρονη Ρωσική οικογένεια το  2002-2003  από μία έρευνα των οικογενειών μαθητών σε τέσσερις Ρωσικές πόλεις (Tambov, Moscow, Samara, Εkaterinburg) δείχνουν ότι οι δεσμοί ανάμεσα στις γενιές δεν είχαν ανανεωθεί εντελώς και οδηγούν σε έναν ιδεολογικό πόλεμο που ξεκινάει από έλλειψη ανοχής ανάμεσα στις γενιές, στα πλαίσια της διατήρησης των πατριαρχικών-απολυταρχικών συνθηκών ζωής. Από τη μια είχαμε σπάσει τους δεσμούς ανάμεσα στις γενιές και από την άλλη έχουμε τον ενδοοικογενειακό παραδοσιακό απολυταρχισμό και την πατριαρχία. Ο συνδυασμός τους εξασφάλισε μοναδικές γνώσεις μέσα σε μια κοινωνία και την εκπαίδευσή της που είχε διασπαστεί με τις συγκρούσεις και την επιθετικότητα. Η Ρωσική οικογένεια και το σχολείο ακόμη δεν αποτελούν για τα παιδιά αυθεντίες όσον αφορά ζητήματα πίστης αλλά είναι ακόμη για τα παιδιά αυθεντίες απιστίας, έλλειψης πίστης στον εαυτό τους, σε κάποιον κοντινό και αγαπητό τους, στο Θεό, εφόσον δεν παρέχουν στα παιδιά προοπτικές, προσανατολισμούς, αξίες, δυνατότητες, κ.λπ. Βέβαια, στη σύγχρονη Ρωσική πραγματικότητα, όπου «μέσα από την απώλεια των ιδρυμάτων της παραδοσιακής αναπαραγωγής της θρησκευτικότητας από την παιδική ηλικία και μετά, μέσα από πρώιμα στάδια κοινωνικοποίησης, όπως η θρησκευτική οικογένεια, το σύστημα των ακαδημαϊκών θρησκευτικών ιδρυμάτων, ο μηχανισμός της παραγωγής της θρησκευτικότητας αναποδογύρισε, η κοινωνία μπήκε σε ένα στάδιο όπου οι μεγαλύτεροι δε διδάσκουν τη θρησκεία στους νεότερους, αλλά οι νέοι, έχοντας αποκτήσει πίστη μέσα από τη συνένωση της παιδικής τους θρησκευτικότητας με τις θρησκευτικές ελευθερίες στη σημερινή κοινωνία ως σύνολο, κατέληξαν να έχουν μεγαλύτερη θρησκευτικότητα από την προηγούμενη γενιά. Δυτικοί που κοινωνικοποιήθηκαν μέσα σε θρησκευτικές οικογένειες έλεγαν, συχνά, αργότερα ότι οι θρησκευτικές τους προτιμήσεις ήταν μάλλον αποτέλεσμα πεπρωμένου παρά ανάλυσης, συνέπεια μιας αντανακλαστικής λήψης ιδεών που κυριολεκτικά πίνονταν μαζί με το μητρικό γάλα. Το αποτέλεσμα είναι, συχνά ,η αποκήρυξη της θρησκείας. Στις Ρωσικές οικογένειες, αντίθετα, μέχρι πρόσφατα, η αποδοχή της θρησκείας ήταν ζήτημα «απόφασης» τη δεκαετία του 1990,  που παιρνόταν συχνά μέσα από μια ενεργή σύγκρουση πίστης ανάμεσα σε γενιές και έναν πόλεμο ανάμεσα στην κοσμική και την ορθόδοξη ιδεολογία μέσα στη σχολική αίθουσα. Στη σύγχρονη Ρωσική κοινωνία, που από τη φύση της ήταν αθεϊστική, η θρησκευτική (ή αθεϊστική) κοινωνικοποίηση συχνά συντελείται χωρίς τις ευχές της οικογένειας. Στις Ρωσικές σχέσεις ανάμεσα στις γενιές, η αρχή της αλληλεγγύης ανάμεσα στις γενιές, που στηρίζεται στη θρησκευτική ιδέα , μόλις τώρα αρχίζει να αναδύεται. Τα σχολεία δεν έχουν μάθει ακόμη να την υπερασπίζονται, επειδή φοβούνται μήπως χάσουν τη σπουδαία στρατηγική θέση που έχουν ανάμεσα σε γονείς και παιδιά. Γι’ αυτό το λόγο, στο εκπαιδευτικό σύστημα, υπάρχει ακόμη η λεγόμενη «μετατροπή του  Karl Marx στην Άγια Μητέρα του Θεού», μια ανταλλαγή, δηλαδή, του επίσημου δογματικού και τυραννικού αθεϊσμού με ένα ανάλογο ορθόδοξο φονταμενταλισμό, μία κίνηση διαγραφής των ορίων ανάμεσα στα κοσμικά σχολεία και την εκκλησία. Βέβαια, η θρησκευτικότητα των νέων είναι πια εντελώς διαφορετική από τα ορθόδοξα φονταμεταλιστικά συναισθήματα Η τρέχουσα θρησκευτική κοινωνικοποίηση και εκπαίδευση της μετα-Σοβιετικής Ρωσίας γίνεται στην καρδιά αυτής της αντιπαράθεσης, ανάμεσα στο φιλελευθερισμό των νέων, την Ορθόδοξη πίστη των μεσήλικων και τον αθεϊσμό των παλιότερων γενεών. Το ερώτημα τώρα είναι πώς θα αναθρέψει η τωρινή γενιά των νέων τα δικά της παιδιά.

 

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ


    Έχοντας δει την ιστορία της Σοβιετικής και μετα-Σοβιετικής παιδικής ηλικίας και της εκπαίδευσής της, διαπιστώσαμε ότι σε κάθε περίοδο οι εντυπώσεις της «σχολικής παιδικής ηλικίας» μπορεί να παίξουν  σημαντικό ρόλο στην ανασύνθεση όλης της θρησκευτικής πλευράς της ιστορίας του εκπαιδευτικού συστήματος σε μια  συγκεκριμένη περίοδο. Γνωρίζοντας το παιδί από μέσα, έχοντας καταλάβει τι γίνεται στην ψυχή του, πώς καταλαβαίνει το Θεό και πώς συνδέεται μ’ Αυτόν, μπορούμε να ανασυνθέσουμε με σιγουριά τις αλληλεπιδράσεις ανάμεσα στον κόσμο των ενηλίκων και τον κόσμο του παιδιού με βάση τους τρόπους με τους οποίους παιδιά διαφόρων γενεών αντιλαμβάνονταν τα δικαιώματά τους να πιστεύουν ή να μην πιστεύουν, καθώς και την ποικιλία των εκπαιδευτικών μονοπατιών που οδηγούσαν στη θρησκευτική κοινωνικοποίηση. Αυτό που απομένει είναι δούμε σε τι βαθμό ο κόσμος των ενηλίκων θα προσπαθήσει να καταργήσει τη θρησκευτική εκπαίδευση και σε τι έκταση μπορεί να επιβιώσει η θρησκευτική κοινωνικοποίηση, και να σώσει, κατά κάποια έννοια, τον κόσμο των ενηλίκων. Ο κόσμος των παιδιών και η πίστη τους αποδείχτηκε πολύ σημαντικός για τον κόσμο των ενηλίκων και τις θρησκευτικές κοσμοθεωρίες του. Δεν κατηχούσε μόνο ο ενήλικας το παιδί αλλά και το παιδί λειτουργούσε σαν πατέρας της πίστης για τον ενήλικα τον 20ό αιώνα.