H ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΚΑΙ Η ΕΠΙΜΟΡΦΩΣΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ ΣΤΑ ΠΡΩΗΝ ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΑ ΚΡΑΤΗ  (1949-1974)

Μαρία MΠΟΝΤΙΛΑ 

Φιλόλογος, Διδάκτωρ Φιλοσοφικής Σχολής Α.Π.Θ.

bontila@edlit.auth.gr

 ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Μετά τη λήξη του εμφυλίου πολέμου στην Ελλάδα, το 1949, 26.000 περίπου παιδιά «βρέθηκαν» στα πρώην σοσιαλιστικά κράτη. Για την ελληνόφωνη  εκπαίδευση αυτών των παιδιών στήθηκε ένα εκπαιδευτικό δίκτυο, που είχε έδρα το Βουκουρέστι και εξακτινωνόταν σε όλες τις χώρες υποδοχής των παιδιών.

Ανάμεσα στα προβλήματα που είχαν να αντιμετωπίσουν οι υπεύθυνοι του Κόμματος για θέματα παιδείας ήταν και η εξασφάλιση κατάλληλου εκπαιδευτικού προσωπικού.

Λόγω των ιδιαιτεροτήτων της εκεί εκπαίδευσης, η εκπαίδευση και η επιμόρφωση των ελλήνων εκπαιδευτικών πήρε μόνιμο χαρακτήρα και παρουσίαζε μια ιδιαίτερη πολυμορφία. Αφορούσε και στο καθαρά γνωστικό επίπεδο των μαθημάτων που οι έλληνες εκπαιδευτικοί καλούνταν να διδάξουν και σε παιδαγωγικές αρχές αλλά κυρίως στην πολιτική διαπαιδαγώγηση των παιδιών. Η κατάρτιση αυτών των εκπαιδευτικών, λοιπόν, παρουσιάζει μοναδικά χαρακτηριστικά καθώς περιελάμβανε μια ισχυρή συνιστώσα κομματικής διαπαιδαγώγησης.

 

ΑBSTRACT

After the end of the Civil War in Greece, in 1949, approximately 26,000 children were found in the ex-socialist countries. A network was created for the Greek-speaking education of these children. Bucharest was the seat of this network which was active in all countries where there were such children.

The people in the Communist Party responsible for these children, apart from other educational problems, also had to solve the problem of finding appropriate teaching personnel.

Due to the particularity of the situation, the education and  training of Greek teachers took on a permanent character and was characterized by some specific elements. These were not only related to the level of pupils’ knowledge as well as to general pedagogical principles, but also it was mainly related to the political education of the children. Thus, the training of these teachers presents some exceptional characteristics since this training included a strong component relative to the principles of the Communist Party.

Με την εισήγησή μου θα αναφερθώ σε ένα μοναδικό ίσως παράδειγμα στην ιστορία της εκπαίδευσης. Πρόκειται για την εκπαίδευση και την επιμόρφωση ελλήνων δασκάλων στα πρώην ανατολικά κράτη. Πρόκειται δηλαδή για μια διαδικασία που αφορούσε στην ελληνόφωνη εκπαίδευση ελληνοπαίδων, που έλαβε όμως χώρα εκτός των ελληνικών συνόρων και ερήμην της Ελλάδας.

Όπως είναι γνωστό, 28.000 περίπου παιδιά με το τέλος του εμφυλίου πολέμου «βρέθηκαν» εκτός των ελληνικών συνόρων και διασκορπίστηκαν σε όλα τα ανατολικά κράτη. Η ΕΒΟΠ[1] και το ΚΚΕ ως πρώτο μέλημά τους έθεσαν την ελληνόφωνη εκπαίδευση αυτών των παιδιών. Για το λόγο αυτό στήθηκε ένα εκπαιδευτικό δίκτυο που είχε έδρα το Βουκουρέστι και εξακτινωνόταν σε όλες τις χώρες υποδοχής των πολιτικών προσφύγων.

Οι υπεύθυνοι του Κόμματος για θέματα παιδείας ανάμεσα στα άλλα προβλήματα που είχαν να αντιμετωπίσουν ήταν και η έλλειψη κατάλληλου εκπαιδευτικού προσωπικού. Ενώ υπήρχε ένας μεγάλος αριθμός δασκάλων στις τάξεις του Δημοκρατικού Στρατού, που είχε καταφύγει στα ανατολικά κράτη με τη λήξη του εμφυλίου, δεν επαρκούσε για τις ανάγκες των παιδιών, τα οποία μάλιστα είχαν διασκορπιστεί σ’ένα τεράστιο γεωγραφικό εύρος, από τη Βουλγαρία ως την Τασκένδη. Επιπλέον οι περισσότεροι από τους εκπαιδευτικούς αυτούς, λόγω της μόρφωσής τους, χρησιμοποιήθηκαν σε θέσεις κλειδιά για τις ανάγκες του Κόμματος ή για το συντονισμό γενικά της Εκπαίδευσης και όχι στα σχολεία.  Η εξασφάλιση λοιπόν εκπαιδευτικού προσωπικού έμπαινε επιτακτικά.

 Στα πρώην σοσιαλιστικά κράτη το επάγγελμα του δασκάλου eθεωρείτο  πολύ σημαντικό, γιατί είχε να κάνει βέβαια με τη μετάδοση γνώσεων αλλά επιπλέον και με την πολιτική διαπαιδαγώγηση των παιδιών σ’ όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης. Ως εκ τούτου, το πρόβλημα της ποιοτικής επάρκειας των εκπαιδευτικών ήταν από τα πιο σοβαρά και δινόταν μεγάλη προσοχή τόσο στη βασική εκπαίδευση όσο και στην  επιμόρφωσή τους.

Για να καλυφθούν  λοιπόν οι ανάγκες, η ΕΒΟΠ έλαβε πρόνοια από την πρώτη στιγμή για την εκπαίδευση δασκάλων, η οποία παρουσίαζε τα εξής χαρακτηριστικά.

  •  Έπρεπε τον πρώτο καιρό, τουλάχιστον, να είναι ταχύρρυθμη, γιατί δεν υπήρχαν χρονικά περιθώρια. Τα σχολεία ήταν ανάγκη να αρχίσουν να λειτουργούν αμέσως.

  •  Το σώμα των εκπαιδευομένων ήταν ετερόκλιτο, γιατί η  βασική τους εκπαίδευση ήταν διαφορετική και το μορφωτικό επίπεδο του καθενός επίσης διαφορετικό. Κάποιοι ήταν πτυχιούχοι διαφόρων Σχολών και κάποιοι απόφοιτοι Δημοτικού. Η ποικιλία αυτή απαιτούσε και προσαρμογή των εκπαιδευτικών προγραμμάτων.

  •  Λόγω των συνθηκών που επικρατούσαν, η  εκπαίδευση χρειαζόταν, τουλάχιστον στην αρχή,  να έχει συγκεντρωτικό χαρακτήρα, να διεξαχθεί, δηλαδή, σε ορισμένα κέντρα και στη συνέχεια οι μέλλοντες εκπαιδευτικοί να σταλούν σε όλες τις υπόλοιπες χώρες φιλοξενίας των πολιτικών προσφύγων. 

  •  Ο στόχος της εκπαίδευσης ήταν πολλαπλός. Αφορούσε και στο καθαρά γνωστικό επίπεδο των μαθημάτων, που οι Έλληνες εκπαιδευτικοί καλούνταν να διδάξουν, και σε παιδαγωγικές αρχές αλλά συγχρόνως και σ’ ένα ιδεολογικό επίπεδο, γιατί πιστευόταν ότι η συμβολή του δασκάλου στην πολιτική κοινωνικοποίηση των παιδιών ήταν αποφασιστικής σημασίας. Κάτω από τις διαμορφωμένες συνθήκες οι στόχοι της παιδείας είχαν αλλάξει άρα και οι στόχοι της εκπαίδευσης  των εκπαιδευτικών έπρεπε να προσαρμοστούν στα  καινούρια δεδομένα.

  •  Δεν υπήρχε προηγούμενο και ως εκ τούτου  έλειπε η πείρα τόσο των Ελλήνων όσο και των χωρών φιλοξενίας. Δεν υπήρχαν τα κατάλληλα στελέχη ούτε τα εκπαιδευτικά προγράμματα που θα «ικανοποιούσαν» τις μαθησιακές ανάγκες των συγκεκριμένων εκπαιδευτικών.

  •  Απαιτείτο η εξασφάλιση μεγάλου αριθμού εκπαιδευτικών που θα στελέχωναν όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης. Από τους Βρεφονηπιακούς Σταθμούς έως τα Γυμνάσια και τις Τεχνικές Σχολές.

  •  Η γλώσσα της εκπαίδευσης απαιτείτο να είναι η ελληνική, γιατί η πλειοψηφία των εκπαιδευομένων δε γνώριζε καμιά ξένη γλώσσα,  ιδίως τις γλώσσες των χωρών φιλοξενίας.

 

Η εκπαίδευση λοιπόν των εκπαιδευτικών έλαβε  την εξής μορφή. Το καλοκαίρι του 1949[2], ενώ οι μάχες συνεχίζονταν ακόμη στην Ελλάδα, έγινε το πρώτο δίμηνο Φροντιστήριο δασκάλων στο Βουκουρέστι, όπου ήταν η έδρα του Κόμματος και της ΕΒΟΠ. Στη συνέχεια λειτούργησε ένα μόνιμο Φροντιστήριο δασκάλων στο Ράντεμπόιλ της Ανατολικής Γερμανίας, το οποίο στην αρχή κάλυπτε τις ανάγκες όλων των Ελλήνων εκπαιδευτικών και αργότερα μόνο της Ανατολικής Γερμανίας. Καθώς περνάν τα χρόνια οι εκπαιδευτικοί, αφού έμαθαν τη γλώσσα της χώρας διαμονής τους, ακολούθησαν τα κατά τόπους μοντέλα εκπαίδευσης και επιμόρφωσης  των εκπαιδευτικών. Άρχισαν να φοιτούν  στις ντόπιες Παιδαγωγικές  Σχολές και να παίρνουν πανεπιστημιακά πτυχία. Κάλυπταν κατ’ αυτόν τον τρόπο το παιδαγωγικό μέρος της εκπαίδευσής τους. Όσον  αφορά  στο γνωστικό αντικείμενο, που δίδασκαν, η εκπαίδευσή τους γίνονταν στα Φροντιστήρια που διοργανώνονταν από τους υπεύθυνους  του Κόμματος για θέματα Παιδείας και σε παμπροσφυγικό επίπεδο και σε τοπικό.  Τα μαθήματα που διδάσκονταν τα παιδιά στα ελληνικά ήταν τέσσερα, η Νεοελληνική Γλώσσα, η Νεοελληνική Λογοτεχνία, η  Ιστορία και η Γεωγραφία της Ελλάδας.

Ένα άλλο θέμα που απασχόλησε τους υπεύθυνους της Παιδείας ήταν η επιμόρφωση των εκπαιδευτικών, η οποία έλαβε μόνιμο χαρακτήρα και συνεχιζόταν σ’ όλη τη διάρκεια της εκπαιδευτικής τους καριέρας. Έκριναν ότι όλοι οι εκπαιδευτικοί, ανεξαρτήτως τυπικών προσόντων, χρειάζονταν επιμόρφωση, ακόμη και όσοι είχαν σπουδάσει στην Ελλάδα, γιατί, λόγω του πολέμου, απείχαν για πολλά χρόνια από το επάγγελμα και δεν ήταν ενημερωμένοι στις εξελίξεις της επιστήμης. Σε ένα δεκατετρασέλιδο φυλλάδιο με τίτλο «Φροντιστήριο Επιμόρφωσης Δασκάλων», που βρέθηκε στο αρχειακό μου υλικό χωρίς λοιπά στοιχεία, αναφέρεται η αναγκαιότητα της επιμόρφωσης. «Η σημασία και η αναγκαιότητα της επιμόρφωσης προκύπτει από τις διαρκώς αυξανόμενες απαιτήσεις που προβάλλονται για τη μόρφωση και τη διαπαιδαγώγηση των παιδιών και των νέων. Οι απαιτήσεις αυτές πηγάζουν αντικειμενικά απ’ την ανάπτυξη της επιστήμης και της τεχνικής, απ’ την παραπέρα ανάπτυξη της κοινωνίας και των κοινωνικών σχέσεων. Η διαρκής επιμόρφωση και τελειοποίηση των δασκάλων και παιδαγωγών αποτελεί μια σημαντική προϋπόθεση για τη συστηματική άνοδο του επιπέδου της μόρφωσης και διαπαιδαγώγησης των παιδιών και των νέων σ’ όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης».

Η επιμόρφωση γινόταν και σε κεντρικό επίπεδο και μεμονωμένα σε κάθε χώρα υποδοχής των πολιτικών προσφύγων. Σε τακτά χρονικά διαστήματα γίνονταν εκπαιδευτικές συσκέψεις υπό την αιγίδα του Κόμματος στις οποίες λάμβαναν μέρος αντιπροσωπείες όλων των χωρών και γίνονταν εισηγήσεις και προτάσεις για την ελληνόφωνη εκπαίδευση και για την επιμόρφωση των εκπαιδευτικών. Στις συσκέψεις αυτές τονιζόταν κάθε φορά η  ανάγκη σωστής εκπαίδευσης και συνεχούς επιμόρφωσης των δασκάλων.

Η επιμόρφωση προσαρμόστηκε επίσης και στα δεδομένα κάθε χώρας. Στη Ρουμανία για παράδειγμα οι Έλληνες εκπαιδευτικοί παρακολουθούν τα ρουμανικά Παιδαγωγικά Φροντιστήρια καθώς και τα μαθήματα των ρουμάνων συναδέλφων τους. Οργανώνουν επίσης  και οι ίδιοι «ανοιχτές»  διδασκαλίες, ώστε να ωφεληθούν από τη συζήτηση που θα ακολουθούσε  και από τις παρατηρήσεις των συναδέλφων τους. Με το συγκεκριμένο δηλαδή μαθησιακό κλίμα που δημιουργούσαν αποσκοπούσαν στη βελτίωση του έργου τους μέσω μιας διπλής αξιολόγησης, εσωτερικής( αυτοαξιολόγησης) και εξωτερικής.  

Στην Τασκένδη ελήφθη η πρόνοια όλοι οι εκπαιδευτικοί να περάσουν από το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο και το Πανεπιστήμιο της Πόλης για εκπαίδευση και επιμόρφωση. Το 1955 το Ινστιτούτο Μετεκπαίδευσης των δασκάλων της Σ.Δ. του Ουζμπεκιστάν οργάνωσε μαθήματα ειδικά για τους Έλληνες δασκάλους.  Οι Έλληνες εκπαιδευτικοί επίσης στην Τασκένδη κάθε Παρασκευή ήταν ελεύθεροι από τα διδακτικά τους καθήκοντα και επισκέπτονταν άλλες τάξεις και σχολεία βάσει συγκεκριμένου προγράμματος.  Η ελληνική Εκπαιδευτική Επιτροπή της Σοβιετικής Ένωσης καθιέρωσε μόνιμα σεμινάρια  κατά τη διάρκεια όλης της χρονιάς  με θέματα παιδαγωγικά και γλωσσικά.

Στόχος δηλαδή της εκπαίδευσης  και της επιμόρφωσης των εκπαιδευτικών ήταν αφ’ ενός η διεύρυνση των επιστημονικών γνώσεών τους  και αφ’ ετέρου η ανάπτυξη παιδαγωγικών και διδακτικών ικανοτήτων που θα βοηθούσαν στην εκπαιδευτική διαδικασία. Γίνεται δηλαδή μία συνεχής προσπάθεια να συνδεθεί η επαγγελματική γνώση  με τη διδακτική πράξη, λαμβάνοντας πάντα υπόψη το γενικότερο προσανατολισμό της Παιδείας, ο οποίος και  διαμόρφωνε τη φυσιογνωμία και τον τύπο της εκπαίδευσης και της επιμόρφωσης του διδακτικού προσωπικού.                      

Παράλληλα κυκλοφορούσαν και πολλά εκπαιδευτικά βιβλία προς χρήση των δασκάλων. Το πρώτο παιδαγωγικό βιβλίο είναι ένα βιβλίο 70 σελίδων του 1949. Ο τίτλος του είναι «Παιδαγωγικά Μαθήματα για ένα δίμηνο Φροντιστήριο» και έχει εκδοθεί από την ΕΒΟΠ. Στην εισαγωγή αυτού του βιβλίου γίνεται μια προσπάθεια να συνδεθεί η Παιδαγωγική Επιστήμη με το εκάστοτε πολιτικό καθεστώς. «Είδαμε ότι δεν υπάρχει μια Παιδαγωγική απόλυτη με αρχές μια για πάντα δοσμένες. Η Παιδαγωγική Επιστήμη εξελίσσεται. Και οι σκοποί, και οι βασικές αρχές, και το περιεχόμενο, και η μέθοδό της μεταβάλλονται ανάλογα με την κατάσταση της κοινωνίας κι ανάλογα με την κοινωνική τάξη που κάθε φορά εξυπηρετεί η εκπαίδευση».[3] Από τις πρώτες σελίδες επίσης τίθενται  οι  βασικές αρχές της Νέας Παιδείας, βάσει της οποίας θα μορφωθούν τα ελληνόπουλα, και ο χαρακτήρας της, που είναι πατριωτικός και σοσιαλιστικός συγχρόνως.  «Η Νέα Παιδεία καλλιεργεί στα παιδιά την αληθινή αγάπη για την Πατρίδα. Ο σωστός πατριωτισμός έχει για βάση τη βαθιά πίστη και την αφοσίωση στο λαό, την αγάπη στη λευτεριά και την εθνική ανεξαρτησία, την προσκόληση στη μητρική γλώσσα  και στον εθνικό πολιτισμό μας. Οι Έλληνες μαθητές ετοιμάζονται να γίνουν πολίτες Έλληνες εθνικά και πολιτικά διαφωτισμένοι, γενναίοι υπερασπιστές της Ελλάδας κι ακούραστοι εργάτες του εθνικολαϊκού πολιτισμού μας...»[4]. Ακολουθεί ένα κεφάλαιο με τους σκοπούς της Εκπαίδευσης, ένα άλλο με στοιχεία Βιολογίας σχετικά με την ανάπτυξη των παιδιών, ένα τρίτο με στοιχεία Ψυχολογίας και το τελευταίο αναφέρεται στη σχολική πράξη στα Νηπιακά Σχολεία  και στο Δημοτικό.

Ένα άλλο βιβλίο πολύ διαδεδομένο, που στάθηκε κατά τις μαρτυρίες των δασκάλων ο κύριος βοηθός τους, ήταν η «Διδαχτική» του Γ. Αθανασιάδη[5]. Πρόκειται για τη Διδαχτική των τριών εκ των τεσσάρων μαθημάτων που διδάσκονταν στα ελληνικά ( του Γλωσσικού Μαθήματος, της Ιστορίας και της Γεωγραφίας). Η Διδαχτική εκδόθηκε το 1951 από το Εκδοτικό «Νέα Ελλάδα» σε 1500 αντίτυπα. Στο βιβλίο αυτό αναφέρονται συχνά οι εκπαιδευτικοί και παραπέμπουν τα Αναλυτικά Προγράμματα και οι Οδηγίες για τη διδασκαλία των ελληνικών μαθημάτων. Στον πρόλογό του ο συγγραφέας αναφέρει ότι για τη συγγραφή του βιβλίου στηρίχτηκε σε σοβιετικά βιβλία Παιδαγωγικής τα οποία και ονομάζει. Στην  Εισαγωγή αναφέρεται το περιεχόμενο της  Γενικής και Ειδικής Διδακτικής καθώς και το περιεχόμενο της κομμουνιστικής μόρφωσης. Ακολουθούν τρία κεφάλαια με τη διδακτική κάθε ενός μαθήματος χωριστά.

Οι Έλληνες εκπαιδευτικοί είχαν στη διάθεσή τους και τα παιδαγωγικά βιβλία των χωρών φιλοξενίας τους. Οι πολιτικοί πρόσφυγες έφτασαν στις ανατολικές χώρες την εποχή που και αυτές αναδιοργάνωναν την εκπαίδευσή τους,  μετά τις τελευταίες πολιτικές αλλαγές. Επειδή συντόνιζαν την εκπαίδευσή τους με τη σοβιετική παιδαγωγική, παρετηρείτο αυτά τα χρόνια ένας εκδοτικός οργασμός, εμφορούμενος από νέες ιδέες και παιδαγωγικές αντιλήψεις. Η σοβιετική Παιδαγωγική επηρέασε άμεσα ή έμμεσα  και την παιδαγωγική σκέψη και την πρακτική των Ελλήνων πολιτικών προσφύγων.  Οι Έλληνες πολιτικοί πρόσφυγες εντάχτηκαν και σ’αυτόν τον τομέα στη σφαίρα της Σοβιετικής Ένωσης και στον κοινωνικοπολιτικό ιστό που συνέδεε τις χώρες υποδοχής τους με αυτήν με μια σχέση κέντρου- περιφέρειας.  

Εν ολίγοις οι υπεύθυνοι της ελληνόφωνης εκπαίδευσης των πολιτικών προσφύγων με τις συγκεκριμένες επιλογές και τις στρατηγικές, που ακολούθησαν, προσπάθησαν να δημιουργήσουν ένα σύστημα παραγωγής, διατήρησης και ανάπτυξης υψηλής ποιότητας εκπαιδευτικού προσωπικού με στόχο τη μελλοντική ευημερία των μαθητών τους και την εξασφάλιση της κοινωνικής συνοχής, όπως οι ίδιοι την όριζαν.

 

ΠΗΓΕΣ

Η συγκεκριμένη εργασία  στηρίχτηκε στο ανέκδοτο παιδαγωγικό αρχείο της Συντονιστικής Εκπαιδευτικής Επιτροπής της Ανατολικής Γερμανίας,, σε συνεντεύξεις ελλήνων εκπαιδευτικών στα πρώην ανατολικά κράτη καθώς και σε βιβλία και εκπαιδευτικό υλικό ειδικά κατασκευασμένο για την επιμόρφωση των ελλήνων εκπαιδευτικών.


[1] Η ΕΒΟΠ ( Επιτροπή Βοήθειας στο Παιδί)  συστήθηκε το 1948 με πρόεδρο τον Πέτρο Κόκκαλη και μέλη την  Έλλη Aλεξίου και τον Γεώργιο Αθανασιάδη, για να βοηθήσει στην εγκατάσταση και στην εκπαίδευση των παιδιών στις χώρες υποδοχής.

[2] Οι απαιτήσεις σε εκπαιδευτικό προσωπικό είχαν φανεί ήδη, γιατί από το 1947 υπήρχαν παιδιά εκτός των ελληνικών συνόρων  και είχαν λειτουργήσει υποτυπωδώς ελληνικές τάξεις στην Αλβανία και τη Γιουγκοσλαβία.

[3] Παιδαγωγικά Μαθήματα για ένα Δίμηνο Φροντιστήριο, ΕΒΟΠ, 1949, σελ. 5.

[4] Ό.π. σελ. 7.

[5] Ο Γ. Αθανασιάδης ,διδάκτορας της Φιλοσοφίας και της Παιδαγωγικής, ήταν Διευθυντής της Ξενακείου Σχολής στο Κάιρο της Αιγύπτου. Από την Αίγυπτο πήγε στα Ανατολικά κράτη, για να βοηθήσει στην εκπαίδευση των παιδιών. 

 

 

 

 

Copyright 2003 ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟΥ ΑΡΧΕΙΟΥ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ  ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ