ΤΟ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΟ ΠΡΟΦΙΛ ΤΩΝ ΝΗΠΙΑΓΩΓΩΝ

Δημήτρης Β. ΓΟΥΔΗΡΑΣ

Αναπληρωτής Καθηγητής Ψυχοπαιδαγωγικής

Πανεπιστήμιο Μακεδονίας

τηλ. 0310-891381,

Ε- mail: dbg@uom.gr

Ευανθία ΣΥΝΩΔΗ

Ph.D. Παιδαγωγικής του University of Newcastle upon Tyne

Διδασκαλείο Νηπιαγωγών

Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης

Λεωνίδας ΑΓΓΕΛΗΣ

Αναπληρωτής Καθηγητής Συγκριτικής Παιδαγωγικής

Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης

2310-995017

 

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Στην εισήγηση αυτή επιχειρούμε να αναλύσουμε την κρατική πολιτική που αφορά στη βασική εκπαίδευση των νηπιαγωγών στην Αγγλία και την Ελλάδα, για να διαπιστώσουμε αν με αυτή προωθείται ο επαγγελματισμός ή η προλεταριοποίηση της εργασίας των νηπιαγωγών. Οι δυο χώρες ακολουθούν εκπαιδευτικές πολιτικές οι οποίες δεν υποστηρίζουν την ανάπτυξη της επαγγελματικής ταυτότητας των νηπιαγωγών. Η βασική εκπαίδευση των νηπιαγωγών στερεί από αυτές γνώσεις και δεξιότητες σχετικές με το γνωστικό αντικείμενό τους και δυσχεραίνει την ουσιαστική ένταξή τους στην ευρύτερη ομάδα των εκπαιδευτικών. Η σύγκριση της ελληνικής κρατικής πολιτικής με τα δεδομένα μιας εμπειρικής έρευνας, με την οποία ανιχνεύονται οι επαγγελματικές στάσεις και αντιλήψεις των νηπιαγωγών, έδειξε ότι η κρατική εκπαιδευτική πολιτική δεν έχει καταφέρει να αλλάξει τις επαγγελματικές τους απόψεις για τη βασική εκπαίδευση, παρόλο που η τελευταία αποκτά ολοένα και περισσότερο έναν τεχνοκρατικό προσανατολισμό. Οι νηπιαγωγοί του δείγματος συνειδητοποιούν ότι μια κρατική εκπαίδευση με τεχνοκρατικό προσανατολισμό δεν είναι κατάλληλη για επαγγελματίες που πρόκειται να εργαστούν σε δημόσια νηπιαγωγεία.

 

Abstract

In this paper we attempt to analyse the state policy regarding the initial education of early years teachers in England and in Greece in order to ascertain if it promotes the professionalisation or the proletarisation of the work of early years teachers. The two countries follow education policies, which do not support the development of a professional identity in early years teachers. The initial education of early years teachers deprives them of knowledge and skills of their subject specialism and hinders their actual incorporation into the wider community of educators. The comparison of the Greek educational policy with the findings of an empirical research, which investigates the professional views and attitudes of early years teachers, showed that the state education policy has not yet managed to alter their professional perception of their initial education, even though technicism in it is evident. The early years teachers of the sample understand that an initial education with a technocratic direction does not become professionals who work in state-run early childhood education.

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Σκοπός της έρευνας είναι να μελετηθούν οι επιδράσεις των θεσμών στην διαμόρφωση επαγγελματικής ταυτότητας των εκπαιδευτικών στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ιδιαίτερα, ερευνώνται οι θεσμοί βασικής εκπαίδευσης των εκπαιδευτικών στην Αγγλία και την Ελλάδα. Γι’ αυτόν τον σκοπό παρουσιάζουμε την κρατική εκπαιδευτική πολιτική των δύο χωρών και τις απόψεις Ελληνίδων νηπιαγωγών για την βασική τους εκπαίδευση. Βασική μας επιδίωξη είναι να διαπιστώσουμε αν με αυτή προωθείται ο επαγγελματισμός ή  η προλεταριοποίηση της εργασίας των νηπιαγωγών.

 

1. ΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΤΩΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ

Στη σύγχρονη εποχή γίνεται λόγος για την επαγγελματική εργασία (professionalism), την προλεταριοποίηση της εργασίας, γνωστή ως από-ειδίκευση (deskilling), τον από-επαγγελματισμό (deprofessionalization), όροι οι οποίοι συνδέονται με την εντατικοποίηση (intensification) της εργασίας. Η ανταπόκριση των εκπαιδευτικών σε αυτούς τους τύπους εργασίας οδηγεί κατ’ ανάγκη σε συγκεκριμένες μορφές βασικής εκπαίδευσης.

Οι κοινωνιολόγοι διακρίνουν το επάγγελμα (profession) από την εργασία (occupation) και την απασχόληση (vocation). Στο επάγγελμα αποδίδονται, κατά κανόνα, τα εξής βασικά χαρακτηριστικά:

  1. Προϋποθέτει τη σπουδή και κατοχή ενός θεωρητικού γνωστικού αντικειμένου με πρακτικές εφαρμογές, το οποίο κατέχουν μόνον όσοι διαθέτουν τα απαιτούμενα τυπικά προσόντα, δηλ. οι επαγγελματίες.

  2. Επιτρέπει την πλήρη αυτονομία των επαγγελματιών στο να κρίνουν ποιο είναι κατάλληλο για τους πελάτες τους,

  3.  Διέπεται από ένα κώδικα δεοντολογίας, ο οποίος αφορά την συναδελφικότητα και την αλληλεγγύη των επαγγελματιών μεταξύ τους αλλά και την ομοιομορφία στη στάση τους απέναντι στους πελάτες τους,

  4. Παρέχει τη δυνατότητα στους επαγγελματίες να διαμορφώνουν και να ελέγχουν προς όφελός τους την αγορά εργασίας,

  5. Προσφέρει κύρος στους επαγγελματίες, το οποίο πηγάζει από το γεγονός ότι προσφέρουν με ανιδιοτέλεια ένα έργο χρήσιμο και απαραίτητο στην κοινωνία.

Αυτά τα χαρακτηριστικά επηρεάζουν και την εκπαίδευση των επαγγελματιών. Αυτή αφορά μακροχρόνιες σπουδές του θεωρητικού γνωστικού αντικείμενου που λαμβάνουν χώρα πριν την εξειδίκευση, κάτι που καλλιεργεί μια ενιαία ταυτότητα στα μέλη του επαγγέλματος. Επισημαίνεται ότι τα επαγγελματικά σχολεία είναι άμεσα ή ουσιαστικά ελεγχόμενα από αυτούς που ασκούν το επάγγελμα (π.χ. Caplow 1954, Millerson 1964, Flexner and Goode 1969, Moore 1970, Johnson 1972, Starr 1982).

Αν υπάρχει βασική επαγγελματική εκπαίδευση των εκπαιδευτικών, όπως προκύπτει από τα κριτήρια που θέτουν οι κοινωνιολόγοι, αυτή θα αναφέρεται σε γνώσεις και δεξιότητες σχετικές με το γνωστικό αντικείμενό τους, οι οποίες θα καθορίζονται από την επαγγελματική κοινότητα. Υπάρχει επίσης το θέμα της ενιαίας ταυτότητας των εκπαιδευτικών, η οποία πρέπει να προωθείται με την βασική τους εκπαίδευση.

Προλεταριοποίηση στην εργασία σημαίνει ότι οι εργαζόμενοι αδυνατούν να ελέγξουν την εργασία τους, η οποία επανακαθορίζεται από τον εργοδότη, με αποτέλεσμα να προκύπτουν νέες αναγκαίες δεξιότητες και γνώσεις και να παραγκωνίζονται άλλες που θεωρούνταν έως τότε άκρως επαγγελματικές (Oppenheimer 1973, Braverman 1974). Αν ένα είδος εργασίας προλεταριοποιείται, τότε η εξουσία και η προτεραιότητα των αποφάσεων ασκούνται από την εργοδοσία, η οποία, κατά κανόνα αντιπροσωπεύει το κεφάλαιο. Οι εργαζόμενοι αποκτούν τον ρόλο μιας μηχανής ή ενός εξαρτήματος στην παραγωγική διαδικασία και μετατρέπονται σε τεχνίτες που απλά εφαρμόζουν αυτό που ορίζει η εργοδοσία (Aronowitz and Giroux 1986). Αναγκαία προϋπόθεση, για να επιτευχθεί αυτό, είναι η παροχή στους μελλοντικούς εργαζόμενους βασική εκπαίδευση με τεχνοκρατικό προσανατολισμό, η οποία θα τους αφαιρεί κάθε περιθώριο απόκλισης η τουλάχιστον τη δυνατότητα να εμποδίζουν τα σχέδια της εργοδοσίας για την εργασία τους. Ταυτόχρονα, μέσα από τη διαχείριση της επιχείρησης (management) λαμβάνεται μέριμνα για την προσφορά επαγγελματικής κατάρτισης στους εργαζομένους, μέσω της οποίας επιδιώκεται η απόκτηση προσόντων και η επιτέλεση καθηκόντων που απαιτεί η επικροτεί η εργοδοσία της επιχείρησης.

Ο Hartley ορίζει την επικράτηση του τεχνοκρατικού προσανατολισμού στη βασική εκπαίδευσή των εκπαιδευτικών ως «την τάση να επιβάλλονται στενά κριτήρια για την εκπαίδευσή τους  και τη γενική απομάκρυνση από την ίδια την ανάλυση της εκπαίδευσης» (Hartley 1991, σελ. 92).

 

2. Η ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΤΩΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ ΣΤΗΝ ΑΓΓΛΙΑ

Η εκπαιδευτική πολιτική των τελευταίων δέκα χρόνων στην Αγγλία οδήγησε στην αύξηση του κρατικού έλεγχου στη βασική εκπαίδευση των εκπαιδευτικών. Οι τελευταίες ρυθμίσεις για την εκπαίδευση των μελλοντικών εκπαιδευτικών θεσμοθετήθηκαν το 2002 (Qualifying to Teach, 2002) αναιρώντας την εγκύκλιο 4/98 (Circular 4/1998, Teaching, High Status High Standards) που ίσχυε μέχρι τότε. Σύμφωνα με το έγγραφο αυτό, οι απόφοιτοι των παιδαγωγικών σχολών πρέπει να αποκτήσουν διδακτική επάρκεια (Qualified Teacher Status), για να μπορούν να εργασθούν σε δημόσιο σχολείο. Με το έγγραφο «Qualifying to Teach» η διδακτική επάρκεια αποδεικνύεται σε τέσσερις συγκεκριμένους τομείς,:

  1. Επαγγελματικές άξιες και πρακτικές εφαρμογές, οι οποίες διαμορφώνουν τις προσδοκώμενες,  όπως προκύπτουν από τον Επαγγελματικό Κώδικα του Γενικού Συμβουλίου Διδασκόντων.

  2.  Γνώσεις των αντικειμένων που θα διδάξουν και του τρόπου με τον οποίο ο εκπαιδευτικός οδηγεί τα παιδιά στην μάθηση και την πρόοδο.

  3. Σχεδιασμός διδασκαλίας και στόχοι μαθημάτων που να ανταποκρίνονται στο προβλεπόμενο επίπεδο σπουδών σε κάθε ένα από τα τέσσερα βασικά ηλικιακά στάδια εκπαίδευσης (Key Stage).

  4.  Παρακολούθηση και αξιολόγηση της προόδου των μαθητών, οργάνωση και διαχείριση των πόρων και απόδοση λόγου για το επιτελούμενο έργο (accountability).

 

Πέρα από την υποχρέωση των παιδαγωγικών τμημάτων να προετοιμάζουν τους φοιτητές για το Qualified Teacher Status, το κράτος έχει και κάποιες επιπλέον απαιτήσεις από τα τμήματα αυτά. Οι απαιτήσεις αυτές αφορούν:

  1. την είσοδο υποψήφιων στην εκπαίδευση και την κατάρτιση των εκπαιδευτικών,

  2. την εκπαίδευση και αξιολόγησή τους,

  3. την οργάνωση και μεταχείριση των εταίρων της εκπαίδευσης των εκπαιδευτικών. Tα πανεπιστήμια είναι υποχρεωμένα να εμπλέκουν σχολεία κατά την επαγγελματική κατάρτιση των εκπαιδευτικών και να μοιράζονται αρμοδιότητες και πόρους με αυτά,

  4. την εξασφάλιση της ποιότητας.

Η επιλογή των υποψήφιων πρέπει να γίνεται με βάση τα εξής ποιοτικά κριτήρια:

  • την εκτίμηση της δυνατότητας των υποψήφιων να πετύχουν διδακτική επάρκεια,

  • ένα ελάχιστο βαθμολογίας στο απολυτήριο της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης στη γλώσσα, τα μαθηματικά και στις φυσικές επιστήμες (βαθμός C στις εξετάσεις GCSE),

  • τη φυσική και πνευματική καταλληλότητα για διδασκαλία, όπως ορίζονται από το θεσμικό πλαίσιο,

  • το καθαρό ποινικό μητρώο,

  • την καλή χρήση του προφορικού και του γραπτού λόγου,

  •  άλλα πτυχία, αν πρόκειται για μεταπτυχιακό πρόγραμμα,

  •  τη συνέντευξη των υποψηφίων.

Η εκπαίδευση και η αξιολόγηση των φοιτητών αφορά κυρίως τους τομείς της διδακτικής επάρκειας και τις ατομικές ανάγκες των φοιτητών. Οι φοιτητές θα πρέπει να παρακολουθούν μαθήματα και να διδάσκουν σε σχολεία για προκαθορισμένο χρονικό διάστημα και να εκπαιδεύονται για να διδάξουν σε δυο τουλάχιστον διαδοχικά βασικά στάδια. Τέλος θα πρέπει να βοηθούνται από τους εκπαιδευτές τους στο να συμπληρώσουν το προφίλ τους κατά την είσοδο τους στο επάγγελμα (Career entry profile), ώστε να μπορέσουν να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις του επαγγέλματος κατά το πρώτο έτος της εργασίας τους (induction).

Ο τρόπος οργάνωσης και διοίκησης των συνεργαζόμενων φορέων ή εταίρων αναφέρεται:

  • στη σχέση και τις αρμοδιότητες που θα αναλάβει ο κάθε εταίρος για την διεκπεραίωση των σπουδών,

  • στα προσόντα που θα πρέπει να διαθέτει ο κάθε ένας από αυτούς.

Εξασφάλιση ποιότητας σπουδών επιδιώκεται:

  • με τη συμμόρφωση των εταίρων στις θεσμικές διατάξεις του υπουργείου, οι οποίες αφορούν την διδακτική επάρκεια και τους οικονομικούς πόρους,

  • με τη δημιουργία ομάδων αξιολογητών, οι οποίοι θα ασχοληθούν με τους φοιτητές που κινδυνεύουν να αποτύχουν, και θα προτείνουν μέτρα για την βελτίωση του προγράμματος,

  • με την αξιολόγηση του όλου προγράμματος και τη σύγκριση με προηγούμενες επιδόσεις της σχολής ή άλλων σχολών.

 

3. ΚΡΙΤΗΡΙΑ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ ΤΗΣ ΒΑΣΙΚΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΤΩΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ ΣΤΗΝ ΑΓΓΛΙΑ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

 

Α. ΚΡΑΤΙΚΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ ΚΑΙ Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΗΣ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ

Με την πρώτη ματιά, φαίνεται ότι η αυτονομία της επαγγελματικής κοινότητας να διοργανώσει την εκπαίδευση των μελλοντικών της μελών στην Αγγλία περιορίζεται, αφού το κράτος επιβάλλει την απόκτηση συγκεκριμένων δεξιοτήτων από τους φοιτητές.

Στην Ελλάδα υπάρχει ανάλογος κρατικός παρεμβατισμός., ο οποίος εντοπίζεται στην άσκηση κρατικού ελέγχου κατά την ίδρυση των Παιδαγωγικών Τμημάτων με τον καθορισμό και την επικύρωση των γνωστικών αντικειμένων ανά ειδικότητα των διδασκόντων. 

 

Β. ΚΡΑΤΙΚΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ ΚΑΙ ΕΝΙΑΙΑ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ

Στην Αγγλία υπάρχουν πολλές δυνατότητες επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης μελλοντικών εκπαιδευτικών. Μπορεί κάποιος να παρακολουθήσει:

  • τετραετές ή τριετές πρόγραμμα στην πρωτοβάθμια ή στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση (BA ή B. Ed in Primary / Secondary Education). Όταν, όμως, κάποιος υποψήφιος εκπαιδευτικός διαθέτει κάποιο πτυχίο, τότε μπορεί να παρακολουθήσει:

  • ένα μονοετές μεταπτυχιακό πρόγραμμα (PGCE in Primary / Secondary Education),

  • μια ευέλικτη βασική εκπαίδευση εκπαιδευτικών (flexible initial teacher training), ενώ θα εκπαιδεύεται στο ίδιο το σχολείο μόνο στα αντικείμενα που έχει ελλείψεις,

  • μια σχολειοκεντρική βασική εκπαίδευση εκπαιδευτικών (school-centred initial teacher training), ενώ θα εργάζεται στο σχολείο και ταυτόχρονα θα εκπαιδεύεται μέσα στο ίδιο το σχολείο.

Διαπιστώνεται, επομένως, ότι δεν προωθείται η ενιαία ταυτότητα των εκπαιδευτικών σε επίπεδο αρχικής εκπαίδευσης. Κάτι αντίστοιχο ισχύει και στην Ελλάδα, όσον αφορά το επίπεδο ειδίκευσης των νηπιαγωγών, δασκάλων και καθηγητών. Η ειδικότητα και η διδακτική επάρκεια θεμελιώνεται με το πτυχίο των Παιδαγωγικών Τμημάτων ή πτυχίου της ΣΕΛΕΤΕ, τα οποία καθορίζουν τον τρόπο εισόδου στο επάγγελμα.

 

Γ. ΤΕΧΝΟΚΡΑΤΙΚΟΣ ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΣΠΟΥΔΕΣ ΣΤΟ ΓΝΩΣΤΙΚΟ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ

Φαίνεται ότι οι συστηματικές σπουδές στο γνωστικό αντικείμενο, στο οποίο στηρίζεται η εργασία των επαγγελματιών, περιορίζονται στην Αγγλία στην προετοιμασία των εκπαιδευτικών για να αντεπεξέλθουν στις τεχνοκρατικές μεταρρυθμίσεις που προωθούνται στην εκπαίδευση. Το γεγονός ότι οι μελλοντικοί εκπαιδευτικοί δεν σπουδάζουν την παιδαγωγική επιστήμη ως βασικό γνωστικό αντικείμενο, αλλά κυρίως τα γνωστικά αντικείμενα (αγγλική γλώσσα, μαθηματικά και φυσικές επιστήμες), τα οποία θα διδάξουν στο σχολείο, χωρίς εκτενή αναφορά σε παιδαγωγικές θεωρίες, δείχνει ότι υποτιμάται η επαγγελματική τους εκπαίδευση και κατάρτιση, ενώ οι εκπαιδευτικοί τείνουν να μεταβληθούν σε εφαρμοστές πρακτικών τεχνικών (technicians) (βλέπε επίσης Furlong 1992, Gilroy 1991, Jacques 1998, Richards 1998).

Στην Αγγλία η πρακτική εκπαίδευση σε σχολείο να διαρκεί:

  • 32 εβδομάδες για τους μελλοντικούς εκπαιδευτικούς της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης ,

  • 24 εβδομάδες για τους εκπαιδευτικούς της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης . Δίδεται έμφαση στην μελέτη του γνωστικού αντικειμένου που θα διδάξουν,

  • 18 εβδομάδες για όσους έχουν ήδη κάποιο πτυχίο και δεν διαθέτουν παιδαγωγική κατάρτιση.

Κατ’ αυτόν τον τρόπο οι σπουδές της παιδαγωγικής επιστήμης περιορίζονται αισθητά. Στην Ελλάδα δεν υπάρχει αντίστοιχη κρατική παρέμβαση στον καθορισμό των επιπλέον απαιτουμένων επαγγελματικών προσόντων, όπως π.χ η πρακτική άσκηση, για την εισαγωγή στο επάγγελμα του εκπαιδευτικού. Η σχετική νομοθεσία προωθεί την παιδαγωγική και την εκπαιδευτική απασχόληση στο σχολείο περιορίζοντας θεωρητικά την επικράτηση της τεχνοκρατίας. Εξαίρεση αποτελεί το ΠΔ 2986/13-2-2002, με το οποίο καθορίζονται η οργάνωση των περιφερειακών υπηρεσιών της Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, τα απαιτούμενα προσόντα για την επιλογή διοικητικών προϊσταμένων και επιστημονικών καθοδηγητών, η αξιολόγηση του εκπαιδευτικού έργου και των εκπαιδευτικών και η επιμόρφωση των εκπαιδευτικών. Οι απαιτήσεις αυτές διαμορφώνουν μια νέα πραγματικότητα ως προς τον επαγγελματισμό των Ελλήνων εκπαιδευτικών.

 

3. ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ

Στην εργασία αυτή αναλύονται δεδομένα ενός μέρους της εμπειρικής έρευνας, τα οποία αφορούν τις απόψεις 57 νηπιαγωγών για το είδος της επαγγελματικής τους εκπαίδευσης. Το ερωτηματολόγιο παρείχε τις παρακάτω εναλλακτικές απαντήσεις στην ερώτηση: Τι είδους εκπαίδευση χρειάζονται οι νηπιαγωγοί;

Κοινό κορμό με άλλους υποψήφιους εκπαιδευτικούς και ειδίκευση στην πρώιμη παιδική ηλικία;
Ξεχωριστή από την εκπαίδευση των εκπαιδευτικών των άλλων βαθμίδων;

Τί είδους γνωστικά αντικείμενα θα πρέπει να συμπεριλαμβάνει η εκπαίδευση των νηπιαγωγών;

Κοινωνικές επιστήμες (παιδαγωγική, κοινωνιολογία, ψυχολογία);

Θετικές επιστήμες (μαθηματικά, φυσική, χημεία, βιολογία);

Θεωρητικές επιστήμες (γλώσσα, λογοτεχνία, ιστορία);

 Καλλιτεχνικά μαθήματα (μουσική, ζωγραφική, πηλοπλαστική);

Πρακτική άσκηση σε νηπιαγωγεία;

Άλλο; ……………………

Με ποια αναλογία;
Θεωρητική κατάρτιση σε ποσοστό ...%,  πρακτική άσκηση σε ποσοστό …%
 Άλλο; …………………………………………)

Οι περιπτώσεις α και β δείχνουν αν προωθείται η ενιαία ταυτότητα στον κλάδο, αν δηλαδή οι παιδαγωγοί θεωρούν ότι ακολουθούν ενιαία επαγγελματική εκπαίδευση ή ότι δεν ασχολούνται με το ίδιο γνωστικό αντικείμενο, επειδή διδάσκουν σε διακριτές βαθμίδες της εκπαίδευσης.

Στην περίπτωση γ επιχειρείται η ανίχνευση τεχνοκρατικού προσανατολισμού στην εκπαίδευση των εκπαιδευτικών καθώς και αν αυτοί σπουδάζουν το γνωστικό αντικείμενο του επαγγέλματός τους, το οποίο είναι η παιδαγωγική επιστήμη.

Στην περίπτωση δ επιχειρείται να διαπιστωθεί αν δίδεται έμφαση στη θεωρητική κατάρτιση υποβιβάζοντας την πρακτική / τεχνική πλευρά του αντικειμένου τους και των εφαρμογών του.

Όσον αφορά την διαπίστωση τεχνοκρατικού προσανατολισμού των σπουδών στο γνωστικό αντικείμενο, τα γνωστικά αντικείμενα που προτάθηκαν στις νηπιαγωγούς προς σπουδή είναι τα εξής:

  1. Θετικές επιστήμες (Δίδεται έμφαση στις μεταδιδόμενες γνώσεις).

  2. Θεωρητικές επιστήμες (Δίδεται έμφαση στις μεταδιδόμενες γνώσεις).

  3. Κοινωνικές επιστήμες (Υποδηλώνεται η παιδαγωγική ως κοινωνική επιστήμη).

  4. Καλλιτεχνικά μαθήματα (Δίδεται έμφαση στις μεταδιδόμενες γνώσεις αλλά και στους τρόπους διδασκαλίας / στις διδακτικές μεθόδους που εναρμονίζονται με την ηλικία των μαθητών).

  5. Πρακτική άσκηση σε σχολείο κατά την φοίτηση (συνδυάζεται η θεωρία με την πράξη).

Καταρχήν όλα τα πιο πάνω γνωστικά αντικείμενα θεωρούνται χρήσιμα για την πλήρη επαγγελματική εκπαίδευση ενός παιδαγωγού που πρόκειται να εργασθεί σε σχολείο, αλλά η έμφαση στο 1, 2 και 4 εις βάρος του 3 και 4 δείχνει τεχνοκρατικό προσανατολισμό παρά επαγγελματισμό.

 
Γράφημα 1. Προτιμήσεις βασικών σπουδών νηπιαγωγών

 

4. ΑΝΑΛΛΥΣΗ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΤΟΥ ΕΡΩΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ

Σχετικά με το θέμα της ενιαίας ταυτότητας των εκπαιδευτικών, οι νηπιαγωγοί προτίμησαν μια κοινή εκπαίδευση όλων των εκπαιδευτικών στην παιδαγωγική επιστήμη με εξειδίκευση σε κάποια ηλικία ή στάδιο ανάπτυξης (γράφημα 1.). Αυτό συμφωνεί με την έννοια της κοινής επαγγελματικής εκπαίδευσης, αλλά η επαγγελματική κατάρτιση παρέχεται με την εξειδίκευση, η οποία συμβαίνει μετά την ολοκλήρωση των βασικών σπουδών, σε μεταπτυχιακό κυρίως επίπεδο.

Όσον αφορά το περιεχόμενο των σπουδών (γράφημα 2.), οι περισσότερες νηπιαγωγοί αναγνωρίζουν την σημασία της σπουδής των κοινωνικών επιστήμων, των καλλιτεχνικών μαθημάτων και της πρακτικής άσκησης, γεγονός που υποδηλώνει επαγγελματισμό. Η πιο σπάνια περίπτωση, να δηλώνουν οι ερωτώμενες ως επιθυμητή τη σπουδή των θετικών γνωστικών αντικειμένων, δείχνει κατά κάποιον τρόπο τεχνοκρατικό προσανατολισμό των σπουδών.

Οι νηπιαγωγοί επιθυμούσαν η εκπαίδευσή τους να κατανέμεται ίσα ανάμεσα στην θεωρητική και πρακτική εκπαίδευση και κατάρτιση, υποβιβάζοντας έτσι την εις βάθος σπουδή του γνωστικού αντικειμένου τους. Αν τα 2 από τα 4 έτη σπουδών τα αναλώσουν στην εκπαίδευσή τους στο σχολείο, μειώνεται σημαντικά ο χρόνος που απομένει για την θεωρητική μελέτη του γνωστικού τους αντικειμένου. Με αυτόν τον τρόπο φαίνεται ότι προωθείται η τεχνοκρατική αντίληψη του εκπαιδευτικού επαγγέλματος , γεγονός το οποίο βρίσκεται σε ανακολουθία με τις προηγούμενες απαντήσεις τους..

Γράφημα 2. Προτιμήσεις γνωστικών αντικειμένων βασικών σπουδών

 

5. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Σύμφωνα με τους ορισμούς της επαγγελματικής εκπαίδευσης και της τεχνοκρατικής κατάρτισης, που δόθηκαν στην αρχή, η σχετική κρατική πολιτική που ισχύει για την βασική εκπαίδευση των εκπαιδευτικών στην Αγγλία τείνει προς το μοντέλο τη τεχνοκρατικής κατάρτισης. Μάλιστα, έχει εκλείψει ο όρος «Εκπαίδευση» στα σχετικά επίσημα έγγραφα, αφού η βασική εκπαίδευση των εκπαιδευτικών αναφέρεται ως βασική κατάρτιση εκπαιδευτικών (initial teacher training).

Στην Ελλάδα παρόλο που η κρατική εκπαιδευτική πολιτική εμποδίζει την ανάπτυξη του επαγγελματισμού, οι νηπιαγωγοί εξέφρασαν απόψεις για την βασική τους εκπαίδευση, οι οποίες προσιδιάζουν στην αντίληψη του επαγγελματισμού. Δεν πιστεύουν, δηλαδή, στον κατακερματισμό της σπουδής της παιδαγωγικής επιστήμης σε διάφορα τμήματα και πτυχία, ούτε στον τεχνοκρατικό προσανατολισμό του επαγγέλματος με τον οποίο υποβαθμίζεται η σπουδή της παιδαγωγικής επιστήμης.

Aronowitz, S and Giroux, H. (1986) Education under Siege, the Conservative, Liberal and Radical Debate over Schooling, London Routledge and Kegan Paul.

Braverman, H. (1974) Labour and Monopoly Capital, New York Monthly Review Press.

Caplow, T. (1954), στο Johnson, T. J. (1972) Professions and Power, London The MacMillan Press Ltd.

Circular 4/1998 (Εγκύκλιος 4/98), Teaching, High Status High Standards, από http://www.dfee.gov.uk/circulars/home.htm στις 14/5/1999.

Department for Education and Employment, July 1997, Teaching: High Status, High Standartds. General Teaching Council. A Consultation Document.

Flexible initial teacher training (2002) (Ευέλικτη βασική εκπαίδευση εκπαιδευτικών), στο έγγραφο Want to Teach? της Graduate Τeacher Training Registry, από http://www.gttr.ac.uk/teach/england.html στις 3/10/2002.

Flexner, A. and Goode, W. J. (1969), στο Jackson, J. A. (επιμ) (1970) Professions and Professionalisation: Sociological Studies 3, London Cambridge University Press.

Furlong, J. (1992), στο Barton, L. Barrett, E. Whitty, G. Miles, S. Furlong, J. (1994) Teacher Education and Teacher Professionalism in England: Some Emerging Issues British Journal of Sociology of Education, τευχ. 15 (4) σελ. 529-543.

Gilroy, D. P. (1991), The Loss of Professional Autonomy: the Releance of Olga Mytyash’s Paper to the Brave New World of British Education Journal of Education for Teaching, τευχ. 17 (1) σελ. 11-15.

Hartley, D. (1991), Democracy, Capitalism and the Reform in Teachers Education Journal of Education for Teaching vol. 17 (1) p. 81-93.

Jacques, K. (1998) The TTA, Higher Education and the Professionalism of Initial Training Educators, In Richards, C. Simco, N. Twiselton, S. (επιμ) (1998), Primary Teacher Education, High status? High Standards? London Falmer Press.

Johnson, T. J. (1972), Professions and Power, London The MacMillan Press Ltd.

Millerson, G. (1964), στο Johnson, T. J. (1972), Professions and Power, London The MacMillan Press Ltd.

Moore, W. E. (1970), στο Halmos, P. (επιμ) (1973), The Sociology Review Monograph: Professionalisation and Social Change, Keele Keele University.

Oppenheimer, M. (1973), στο Halmos, P. (επιμ) (1973), The Sociology Review Monograph: Professionalisation and Social Change, Keele Keele University.

Π.Δ. 2986 /2002, Οργάνωση των περιφερειακών υπηρεσιών της Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευση, αξιολόγηση του εκπαιδευτικού έργου και των εκπαιδευτικών, επιμόρφωση των εκπαιδευτικών και άλλες διατάξεις, ΦΕΚ. 24/13-2-2002. 

Qualifying to Teach: Ρrofessional Standards for Qualified Teacher Status and Requirements for Initial Teacher Training, (2002) από το http://www.canteach.gov.uk/community/itt/requirements/qualifying/ index.htm.

Richards, C. (1998), Primary Teaching: High status? High Standards? A Personal Response to Recent Initiatives, In Richards, C. Simco, N. Twiselton, S. (επιμ) (1998), Primary Teacher Education, High status? High Standards? London Falmer Press.

School-centred initial teacher training (2002) (Σχολειοκεντρική βασική εκπαίδευση εκπαιδευτικών), στο έγγραφο Want to Teach? της Graduate Τeacher Training Registry, από http://www.gttr.ac.uk/teach/england.html στις 3/10/2002.

Starr, P. (1982) στο House, E. R. (1993) Professional Evaluation, Social Impact and Political Concequences, Newsbury Park SAGE Publications.

 

 

 

Copyright 2003 ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟΥ ΑΡΧΕΙΟΥ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ  ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ