Παγκοσμιοποίηση και Εκπαίδευση: Μετασχηματισμοί στην επιμόρφωση των εκπαιδευτικών

Αθανασία Α. ΔΑΚΟΠΟΥΛΟΥ

Μονάδα Εκπαιδευτικής Πολιτικής και Ανάλυσης Εκπαιδευτικών Θεσμών του Παιδαγωγικού Τμήματος Δημοτικής Εκπαίδευσης Πανεπιστημίου Πατρών

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Η εισήγηση θα επιχειρήσει να σκιαγραφήσει τα εξής ερωτήματα:

  • Ποια η θέση και ο ρόλος των εθνικών κρατών στο πλαίσιο της διαδικασίας της παγκοσμιοποίησης.

  • Ποιες οι νέες προοπτικές που ανοίγονται για τα εθνικά εκπαιδευτικά συστήματα.

  • Ποιοι οι μετασχηματισμοί που προκαλούνται στην επιμόρφωση των εκπαιδευτικών.

Ως αναλυτικό εργαλείο θα χρησιμοποιηθεί η μετασχηματιστική προσέγγιση της τυπολογίας των Held et al. (1999)*. Η συγκεκριμένη τυπολογία παρέχει τρεις προσεγγίσεις των κοινωνικών επιστημών που αφορούν στις γενικές τάσεις για την παγκοσμιοποίηση, τάσεις προερχόμενες από την εξειδικευμένη ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ.

Σύμφωνα με τη μετασχηματιστική προσέγγιση, η παγκοσμιοποίηση όχι μόνο δεν υποβαθμίζει αλλά προϋποθέτει την ύπαρξη του εθνικού κράτους. Παρά το ότι η κυριαρχία και η αυτονομία των εθνικών κρατών προκαλείται, αυτά διαθέτουν τους μηχανισμούς δόμησης ενός περιβάλλοντος περισσότερο ανοιχτού και παγκοσμιοποιημένου.

Τα νέα δεδομένα για το ρόλο των εθνικών κρατών δημιουργούν νέες προοπτικές για τα εθνικά εκπαιδευτικά συστήματα τα οποία καθίστανται κυρίαρχα όργανα των δυνάμεων της παγκοσμιοποίησης, ενώ παράλληλα αναδιαμορφώνονται από αυτήν. Η παγκοσμιοποίηση λειτουργεί αμφίδρομα, και πάνω και μέσα από την εκπαιδευτική πολιτική.

Σε αυτό το πλαίσιο η επιμόρφωση των εκπαιδευτικών εισέρχεται σε μια διαδικασία μετασχηματισμού, η οποία σχετίζεται άμεσα με τον μετασχηματισμό των εθνικών εκπαιδευτικών θεσμών, συμβάλλοντας έτσι στον παγκόσμιο ανταγωνισμό που η διαδικασία της παγκοσμιοποίησης επιβάλλει.

*Held, D., McGrew, A., Goldblatt, D. & Perraton, J. (1999) Global Transformations: politics, economics, culture, Cambridge, Polity Press.

 

ABSTRACT

The paper seeks to throw light on the following questions:

  • The role of the nation-state in an era of globalisation.

  • The potential impact on national education systems.

  • The conjunctural transformations of the professional development of teachers.

The questions addressed will be examined via the prism of the transformationalist approach provided by the Held et al. typology (1999)*. The typology distinguishes between three approaches in the social sciences, which reflect the general tendencies of the educational literature concerning globalisation.

According to the transformationalist approach, the nation-state is far from disappearing. On the contrary, in the process of globalisation its role is central. Despite the challenge on its sovereignty and autonomy, nation-state has the mechanisms for the creation of a more "globalised" environment.

The transformation of the nation-state creates new prospects for the national education systems, which enter a period of transformation, while at the same time function as the dominant mechanism of the process of globalisation. Globalisation functions through and over education policy.

These new perspectives for the national education systems are inextricably linked to the transformation of teachers' professional development, which are increasingly implicated in the global competition.

*Held, D., McGrew, A., Goldblatt, D. & Perraton, J. (1999) Global Transformations: politics, economics, culture, Cambridge, Polity Press.

«Στις μέρες μας καθίσταται όλο και πιο δύσκολη η διερεύνηση και κατανόηση των διαδικασιών που λαμβάνουν χώρα στο πλαίσιο των εκπαιδευτικών συστημάτων χωρίς την αναφορά στις παγκόσμιες δυνάμεις που επιδρούν στην εκπαιδευτική πολιτική και πρακτική» (Crossley 2000: 324).

H παραδοχή αυτή μας οδηγεί στη διατύπωση των παρακάτω ερωτημάτων στα οποία η εισήγηση θα επιχειρήσει να δώσει κάποιους βασικούς άξονες:

  • Ποια η θέση και ο ρόλος των εθνικών κρατών στο πλαίσιο της διαδικασίας της παγκοσμιοποίησης.

  • Ποιες οι αλλαγές που δρομολογούνται για τα εθνικά εκπαιδευτικά συστήματα.

  • Ποιες οι νέες προοπτικές που ανοίγονται για την επιμόρφωση των εκπαιδευτικών στην Ελλάδα.

Για τη διερεύνηση των προοπτικών που ανοίγονται για το εθνικό κράτος και τη θέση του θα βασιστούμε στη μετασχηματιστική προσέγγιση της τυπολογίας των Held et al. (1999). Η κύρια αιτιολογία για αυτή την επιλογή βρίσκεται στο ότι η συγκεκριμένη τυπολογία παρέχει τρεις προσεγγίσεις των κοινωνικών επιστημών που αφορούν στις γενικές τάσεις για την παγκοσμιοποίηση που παρέχονται από την εξειδικευμένη ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. Συγκεκριμένα πρόκειται για την υπερπαγκόσμια (the hyperglobalist approach), την σκεπτικιστική (the sceptical approach) και την μετασχηματιστική προσέγγιση (the transformationalist approach).

 

1. Η ΘΕΣΗ ΚΑΙ Ο ΡΟΛΟΣ ΤΩΝ ΕΘΝΙΚΩΝ ΚΡΑΤΩΝ ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΤΗΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗΣ

 Η παρούσα εισήγηση θα περιοριστεί μόνο σε μια σύντομη αναφορά στις πρώτες δύο προσεγγίσεις της τυπολογίας των Held et al. (1999), ενώ θα κάνει εκτενέστερη αναφορά στην τρίτη, τη μετασχηματιστική, δεδομένου ότι αυτή έχει επιλεγεί ως θεωρητικό υπόστρωμα, για την περαιτέρω διερεύνηση των ερωτημάτων.

Υπερπαγκόσμια προσέγγιση: Κύριος άξονας της υπερπαγκόσμιας προσέγγισης αποτελεί η είσοδος σε μια πραγματικά «παγκόσμια εποχή», όπου κυριαρχεί ο θρίαμβος του παγκόσμιου καπιταλισμού και η έλευση νέων χαρακτηριστικών ειδών παγκόσμιας κουλτούρας και διοίκησης. Σε αυτήν την προσέγγιση προεξάρχουσα είναι η άποψη της υποχώρησης και αποδυνάμωσης του εθνικού κράτους. Κάποιες αναλύσεις κάνουν λόγο για την «εξασθένιση» (Bauman 1998:57) του εθνικού κράτους,  ενώ άλλες αναφέρονται στον «θάνατό του» (Lash & Urry 1994: 325). Το βασικό επιχείρημα πάντως είναι ότι το εθνικό κράτος σταδιακά περιθωριοποιείται, αφού η διαδικασία της παγκοσμιοποίησης ελαχιστοποιεί τις εθνικές διαφορές, με αποτέλεσμα το εθνικό κράτος να γίνεται όλο και λιγότερο σημαντικό στην παγκόσμια σκηνή.

Οι υποστηρικτές αυτής της προσέγγισης είναι πολλοί και από ποικίλους επιστημονικούς χώρους. «Από τους μεταμοντέρνους σαν τον Baudrillard ή τον Lyotard ή τον Jameson, μέχρι τους γεωγράφους σαν τον Harvey και τον Taylor μέχρι τους κοινωνιολόγους σαν τον Lash και τον Urry, αλλά και τους οικονομικούς αναλυτές της εφημερίδας «The Economist» βγαίνουν παρόμοια συμπεράσματα για την «εξασθένιση», την «υπόθαλψη», τον «υπερκερασμό» ή την «περιθωριοποίηση» του εθνικού κράτους» (Mann, 1997:473).

Σκεπτικιστική προσέγγιση: Η προσέγγιση αυτή κάνει λόγο για ενδυνάμωση του ρόλου των εθνικών κρατών, αποδίδοντας όμως ιδιαίτερη σημασία στα ισχυρά εθνικά κράτη στη διαχείριση των κρίσεων του καπιταλισμού. Οι υποστηρικτές της σκεπτικιστικής προσέγγισης (Hirst & Thompson 1996, Boyer & Drache 1996), στηρίζουν αυτή τους την άποψη στην παραδοχή ότι υπάρχει μια αυξανόμενη τάση «περιφερειοποίησης» στο εμπόριο και στην πολιτική. Σε αυτή τη βάση η λογική του παγκόσμιου καπιταλισμού οδηγεί σε μεγαλύτερη πόλωση ανάμεσα στις αναπτυγμένες και τις αναπτυσσόμενες χώρες.

Βασικό στοιχείο αυτής της προσέγγισης αποτελεί η έμφαση στο δίπολο κέντρο-περιφέρεια, δηλαδή στη σχέση αντίθεσης αλλά και  αλληλεξάρτησης που συνδέει τα αναπτυγμένα με τα αναπτυσσόμενα κράτη. Η παρούσα εισήγηση δεν θα επεκταθεί περαιτέρω στην ανάλυσή της, δεδομένου ότι το αντικείμενό της προσδιορίζεται στενά και οριοθετείται στο πλαίσιο των αναπτυγμένων κρατών και συγκεκριμένα των «δυτικών σύγχρονων κρατών», ένα από τα οποία είναι άλλωστε και η Ελλάδα.

Μετασχηματιστική προσέγγιση: Η παρούσα εισήγηση βασίζεται στη μετασχηματιστική προσέγγιση δεδομένου ότι την θεωρεί περισσότερο επαρκή και ικανή να αναλύσει τις προοπτικές της εκπαίδευσης, για λόγους οι οποίοι διαφαίνονται στη συνέχεια.

Σύμφωνα με τους μετασχηματιστές, η παγκοσμιοποίηση όχι μόνο δεν υποβαθμίζει, αλλά προϋποθέτει την ύπαρξη του εθνικού κράτους (Brown 1999). Η διάκριση ανάμεσα στο εθνικό κράτος και στην εθνική οικονομία είναι σαφής (Bryan 1995) με βάση το επιχείρημα ότι παρά το ότι η ιδέα της «εθνικής οικονομίας» εξασθενίζει κάτω από την πίεση των υπερεθνικών οικονομικών δραστηριοτήτων, τα εθνικά κράτη απλώς επανακατευθύνουν την παρέμβασή τους, έτσι ώστε να συνεισφέρουν στην ενίσχυση της εθνικής ανταγωνιστικότητας στη παγκόσμια σκηνή.

Σχετικά με τη δράση και τη λειτουργία των υπερεθνικών οργανισμών, οι οποίοι σύμφωνα με την υπερπαγκόσμια προσέγγιση απειλούν το εθνικό κράτος, να υπενθυμίσουμε για παράδειγμα ότι τα Ηνωμένα Έθνη  επεμβαίνουν μόνο μετά από απαίτηση των εθνικών κυβερνήσεων (Held 1991). Να σημειωθεί ακόμη ότι τα Ηνωμένα Έθνη δεν διαθέτουν δική τους στρατιωτική δύναμη, αλλά αντίθετα, η στρατιωτική τους δύναμη βασίζεται σε δυνάμεις παρεχόμενες από τα κράτη-μέλη (Fulcher 2000).

H ανάπτυξη των διεθνών νόμων και συνθηκών σαφώς απειλεί και περιορίζει την εθνική κυριαρχία (Fulcher 2000). Ακόμη όμως και αυτή η απειλή καταρρίπτεται αν σκεφτούμε ότι σε ένα πολιτικό σύστημα πολυεπίπεδης διακυβέρνησης το εθνικό κράτος παραμένει κεντρική μονάδα. Οι διεθνείς κανονισμοί πρέπει να εφαρμοστούν μέσω των εθνικών κρατών, αλλά και να νομιμοποιηθούν από αυτά. Αυτό συμβαίνει διότι οι εθνικές κυβερνήσεις εκπροσωπούν αυτούς που κατοικούν σε μια συγκεκριμένη περιοχή και τους εμπλέκουν μέσω αντιπροσωπευτικών θεσμών στην επικύρωση και εφαρμογή των διεθνών συμφωνιών (Hirst & Thompson 1996:190).

Aκόμη και στα ζητήματα της οικολογίας και της προστασίας του περιβάλλοντος, παρά το παγκόσμιο του χαρακτήρα τους που λογικά θα οδηγούσε σε αλληλεξάρτηση μεταξύ των κρατών, παρατηρείται ότι «τα εθνικά κράτη μπορούν να προβάλλουν αποτελεσματικά βέτο μέσα από την απουσία δράσης και αποφάσεων, αν αυτά επιλέξουν να πράξουν με αυτό τον τρόπο» (Held et al. 1999: 411).

Οι μετασχηματιστές αντιμετωπίζουν την παγκοσμιοποίηση ως μια ιστορικά απρόβλεπτη διαδικασία γεμάτη αντιφάσεις. Συνεπώς, παρόλο που ένα από τα αποτελέσματα της παγκοσμιοποίησης είναι η μεγαλύτερη ενοποίηση σε κάποιες περιοχές της οικονομίας, του πολιτισμού και της πολιτικής, ένα έμμεσο αποτέλεσμα αποτελεί ο μεγαλύτερος κατακερματισμός και η κοινωνική διαστρωμάτωση κατά την οποία «κάποια κράτη, κοινωνίες και κοινότητες σταδιακά εμπλέκονται όλο και περισσότερο στο παγκόσμιο παιχνίδι, ενώ άλλα σταδιακά περιθωριοποιούνται» (Held et al. 1999, p.8).

Σε αντίθεση δηλαδή με τους σκεπτικιστές, οι μετασχηματιστές θεωρούν  ότι σχέσεις κέντρου-περιφέρειας δημιουργούνται όχι μόνο εξωτερικά ανάμεσα στα εθνικά κράτη, αλλά και εσωτερικά κατά μήκος των εθνικών συνόρων. Το κέντρο της παγκόσμιας οικονομίας τώρα περιλαμβάνει όχι μόνο τα εύπορα κράτη, αλλά και κάποιες επίλεκτες ομάδες στα φτωχότερα κράτη. Αντίστροφα, η περιφέρεια όλο και περισσότερο περιλαμβάνει τους φτωχούς και τους κοινωνικά αποκλεισμένους στα πιο εύπορα κράτη (Hoogvelt 1997). Συνεπώς η παγκοσμιοποίηση έχει διεισδύσει σε όλες τις άκρες της γης με αποτελέσματα όμως ασύμμετρα και ανόμοια (Cope, Leishman & Starie 1997).

 

2. ΟΙ ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΕΘΝΙΚΟΥΣ ΘΕΣΜΟΥΣ

 Οι επιπτώσεις λοιπόν της παγκοσμιοποίησης στο ρόλο των εθνικών κρατών θεωρούνται σημαντικές, χωρίς όμως να οδηγούν στην εξαφάνισή τους από τις παγκόσμιες δυνάμεις. Παρά το ότι η κυριαρχία και η αυτονομία των κρατών προκαλείται και κινδυνεύει από τις δυνάμεις της παγκοσμιοποίησης (Held & McGrew 1993), τα κράτη διαθέτουν τους μηχανισμούς δόμησης ενός περιβάλλοντος περισσότερου ανοιχτού και παγκοσμιοποιημένου. Ο Campanella (1993) ισχυρίζεται ότι ως αποτέλεσμα του περιορισμού της αυτονομίας τους, τα κράτη ωθούνται σε διαδικασίες εσωτερικής αναδόμησης ενώ παράλληλα αναπτύσσουν εξωτερικούς μηχανισμούς συνεργασίας σε τοπικό και παγκόσμιο επίπεδο.

Ο Leo Panitch στο έργο του «Globalisation and the State»  ισχυρίζεται ότι «η παγκοσμιοποίηση έχει ως πρωτεργάτες της τα εθνικά κράτη και αφορά κυρίως στην αναδιοργάνωση παρά στο ξεπέρασμα τους» (1994: 63). Τα εθνικά κράτη έχουν εμπλακεί σε μια διαδικασία κατά την οποία μετασχηματίζονται όλο και περισσότερο από κράτη πρόνοιας σε ανταγωνιστικούς σχηματισμούς.  Αυτή η μεταστροφή, που καθορίστηκε μερικώς από αλλαγές στην παγκόσμια οικονομική σκηνή και μερικώς από τις απαντήσεις των εθνικών κυβερνήσεων σε αυτές, οδήγησε στην δομική αναδιοργάνωση και στον στρατηγικό αναπροσανατολισμό των κρατών (Jessop 1993).

Στο ίδιο έργο ο Panitch κάνει τρεις βασικές επισημάνσεις που συνηγορούν υπέρ της ενδυνάμωσης των εθνικών θεσμών, οι οποίες εξηγούν και τη θέση της παρούσας εισήγησης. Πρώτο, στο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης παρατηρείται μια «συναίνεση» ανάμεσα στα εθνικά κράτη αναφορικά με τις απαιτήσεις και τις ανάγκες της παγκόσμιας οικονομίας, «συναίνεση» που λαμβάνει χώρα σε ένα κοινό ιδεολογικό πλαίσιο (κοινά κριτήρια ερμηνείας των οικονομικών συμβάντων και κοινοί στόχοι προσαρτημένοι στην ιδέα μιας ανοιχτής παγκόσμιας οικονομίας). Πρόκειται σαφώς για συναίνεση κατασκευασμένη ίσως, αλλά υπαρκτή.

Δεύτερο, η συμμετοχή των εθνικών κρατών σε αυτόν τον «συναινετικό» σχηματισμό είναι ιεραρχικά δομημένη.

Τρίτο, οι εσωτερικές δομές των εθνικών κρατών προσαρμόζονται με τρόπο ώστε καθένα να μετασχηματίζει την παγκόσμια αυτή «συναίνεση» σε εθνική πολιτική και πρακτική (Panitch 1994). Συνεπώς, οι εξωτερικές αλλαγές επιδρούν βέβαια στα εθνικά κράτη, αλλά μόνο αφού εσωτερικευθούν στους κόλπους τους και ενταχθούν στις δικές τους μεταβολές (Πουλαντζάς 1982:345). Τα εθνικά κράτη υφίστανται μεταβολές οι οποίες όμως δε στοιχειοθετούν αποδυνάμωση, αλλά μετασχηματισμό στις μορφές και στις λειτουργίες τους. Παράλληλα, τα εθνικά κράτη αποτελούν τους αποκωδικοποιητές και κάποτε τους πρωτεργάτες της διαδικασίας της παγκοσμιοποίησης, η οποία περιλαμβάνει μια μετατόπιση στις σχέσεις δύναμης στο εσωτερικό των εθνικών κρατών που συχνά σημαίνει τον συγκεντρωτισμό και τη συμπύκνωση των εθνικών δυνάμεων ως ικανή και αναγκαία συνθήκη για τον υψηλό βαθμό απόδοσης της παγκόσμιας αγοράς (Panitch 1994).

Στην ίδια θεωρητική γραμμή βρίσκεται και η ανάλυση της θεωρητικού  Linda Weiss, η οποία στο έργο της «Ο Μύθος του αδύναμου κράτους» («The Myth of the Powerless State”) (1998) ανατρέπει τα επιχειρήματα που συνηγορούν υπέρ της αποδυνάμωσης των εθνικών κρατών από την ενοποίηση των παγκόσμιων οικονομικών συστημάτων. Σύμφωνα με αυτήν την ανάλυση, τα κράτη που συμμετέχουν σε μια ολοκλήρωση ισχυροποιούνται ακόμη περισσότερο στο εσωτερικό τους και στο στρατηγικό τους ρόλο. Οι θεσμοί δεν παραμένουν αμετάβλητοι, αλλά «μετασχηματίζονται προκειμένου να εκφράσουν και να αντανακλάσουν τις ευρύτερες κοινωνικές και οικονομικές αλλαγές. Και βέβαια, αυτό κάθε άλλο παρά ότι καταργούνται σημαίνει» (Μπαρτσίδης & Χοντολίδου 2001:3).

 

 3. Η ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΤΗΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗΣ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ

 Τα νέα δεδομένα για το ρόλο του εθνικού κράτους είναι επόμενο να δημιουργούν νέες προοπτικές και όρια στην άσκηση της εκπαιδευτικής πολιτικής. Με βάση και πάλι τη μετασχηματιστική προσέγγιση των Held et al. (1999) θα επιχειρηθεί η σκιαγράφηση αυτών των νέων προοπτικών.

Η άποψη των μετασχηματιστών, {Ball (1998), Jones (1998), Brown & Lauder (1996), Dale (1999), Blackmore (1999) και Henry et al. (1999)}, συνοψίζεται από τον Marginson (1999), του οποίου η δουλειά βρίσκεται στην ίδια θεωρητική γραμμή με αυτούς. Παρά το γεγονός πως οι προαναφερθέντες ασχολούνται με διαφορετικές πτυχές της παγκοσμιοποίησης και της εκπαίδευσης, όλοι συντείνουν σε μια κοινή θεώρηση για το μέλλον της εκπαίδευσης.

Σύμφωνα λοιπόν με τη μετασχηματιστική προσέγγιση η παγκοσμιοποίηση αναπότρεπτα αλλάζει την πολιτική κατάσταση των εθνικών κρατών και των κοινωνικών τάξεων. Με αυξανόμενους ρυθμούς η εκπαίδευση διαμορφώνεται από τη διαδικασία της παγκοσμιοποίησης, και άμεσα αλλά και έμμεσα από τις επιδράσεις της παγκοσμιοποίησης στα εθνικά κράτη. Παράλληλα όμως η εκπαίδευση καθίσταται κυρίαρχο μέσο και όργανο των δυνάμεων της παγκοσμιοποίησης και θερμοκοιτίδα των συντελεστών της. Την ίδια στιγμή που η παγκοσμιοποίηση αναστέλλει ή μετασχηματίζει παλαιότερους τρόπους εκπαίδευσης, την ίδια στιγμή δημιουργεί καινούριους. Το παγκόσμιο δεν προσδιορίζει το τοπικό και το εθνικό με ένα μονοδιάστατο τρόπο, αλλά έχει τη δυνατότητα να επηρεάζει κάθε μέρος της υφηλίου, συμπεριλαμβανομένων και των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, των προγραμμάτων και των υποκειμενικοτήτων που διαμορφώνουν την εκπαίδευση (Marginson 1999).

Το κυρίαρχο στοιχείο της μετασχηματιστικής προσέγγισης είναι η άποψη ότι η παγκοσμιοποίηση λειτουργεί αμφίδρομα, και πάνω και μέσα από την εκπαιδευτική πολιτική. Η εκπαίδευση επηρεάζεται από τις δυνάμεις της παγκοσμιοποίησης, ενώ ταυτόχρονα αποτελεί η ίδια ένα σημαντικό μηχανισμό μέσω του οποίου οι παγκόσμιες δυνάμεις επιδρούν στην καθημερινή ζωή των εθνικών πληθυσμών.

Η ύπαρξη του εθνικού κράτους είναι αναγκαία, ενώ η εκπαίδευση ως ένας από τους θεσμούς-κλειδιά του εθνικού κράτους, παραμένοντας εθνική αλλά λειτουργώντας κάτω από το πρίσμα της παγκόσμιας αλληλεπίδρασης, εισέρχεται και αυτή με τη σειρά της σε μια τροχιά μετασχηματισμού. Eπηρεάζεται αλλά ταυτόχρονα αποτελεί και μέσο της διαδικασίας της παγκοσμιοποίησης,

 

4. ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΙΜΟΡΦΩΣΗ ΤΩΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ

Εξετάζοντας περισσότερο συγκεκριμένα τις αλλαγές στην εκπαίδευση ας δούμε ποιες προοπτικές διαγράφονται για την επιμόρφωση των εκπαιδευτικών, οι οποίοι αποτελούν  – με ή χωρίς τη συναίνεσή τους - τους βασικούς μοχλούς προώθησης των όποιων αλλαγών. Οι αλλαγές συντελούνται σε διαφορετικά επίπεδα και ως εκ τούτου στη συνέχεια θα εξεταστούν ως τέτοιες.

Αλλαγές στη δημογραφία: Ο μετασχηματισμός των εθνικών κρατών ενέχει εκτός των άλλων στοιχείων και αλλαγές σε επίπεδο δημογραφικό, σχετιζόμενες κυρίως με τις μετακινήσεις πληθυσμών για λόγους εξεύρεσης εργασίας. Δεδομένου ότι η δημογραφία αποτελεί βασικό στοιχείο της πολιτικής οικονομίας, είναι λογικό να επηρεάζει δραματικά τα εκπαιδευτικά ιδρύματα και τη λειτουργία τους. Συγκεκριμένα, στις αναπτυγμένες χώρες, ο αριθμός των μαθητών που είναι αυτόχθονες μειώνεται εξαιτίας της υπογεννητικότητας (OECD 1998), ενώ αυξάνεται δραματικά ο αριθμός των αλλοδαπών και παλιννοστούντων μαθητών. Ειδικότερα, στις χώρες της Ευρώπης η εσωτερική κινητικότητα πολιτών αυξάνεται ενώ κύματα μεταναστών από τρίτες χώρες εισέρχονται σε αυτές. Συνεπώς η πολιτιστική και εθνική διαφοροποίηση των κοινωνιών του ενιαίου ευρωπαϊκού χώρου αυξάνεται κατά τρόπο δισυπόστατο (Σταμέλος 1999).

Σε ό,τι αφορά τη χώρα μας, οι αλλοδαποί και παλιννοστούντες μαθητές που φοιτούν σε σχολεία της Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης αποτελούν το 6% του συνολικού μαθητικού πληθυσμού (Τρίγκα 2001). Να υπενθυμίσουμε μόνο ότι ήδη στην Ελλάδα λειτουργούν σχολεία Α/θμιας Εκπαίδευσης όπου η πλειονότητα των μαθητών τους δεν έχουν γεννηθεί στην Ελλάδα (Καραβασίλης 1994, όπως παρατίθεται στο Σταμέλος 1999, σ.138). Πρόσφατα στοιχεία (Παναγόπουλος 2002) αποκαλύπτουν ότι ο αριθμός των αλλοδαπών μαθητών στα σχολεία της Αθήνας φτάνει το 22% και σε μερικά αγγίζει το 75% στη σύνθεση της τάξης

Αυτές οι νέες συνθήκες δημιουργούν νέα κοινωνικά και πολιτισμικά περιβάλλοντα στα εκπαιδευτικά ιδρύματα, περιβάλλοντα εντελώς πρωτόγνωρα για τους εκπαιδευτικούς και συνθήκες διαφορετικές από αυτές για τις οποίες έχουν αρχικά εκπαιδευθεί (OECD 1998).

Ως εκ τούτου, υπάρχει έντονη η αναγκαιότητα της επιμόρφωσης των εκπαιδευτικών, για να εφοδιαστούν με νέες γνώσεις, τόσο γενικές παιδαγωγικές όσο και ειδικές όπως η διδασκαλία της ελληνικής ως ξένης γλώσσας, γνώσεις των αρχών της διαπολιτισμικής εκπαίδευσης,  αλλά και της αντιμετώπισης στη σχολική τάξη των γλωσσικών και πολιτισμικών μειονοτήτων, γεγονός απαραίτητο στην σημερινή συγκυρία (Φραγκουδάκη 2000), καθώς και η ένταξη των πολιτισμικών ιδιαιτεροτήτων των αλλόγλωσσων παιδιών στην καθημερινή πρακτική.

Διατήρηση εθνικής ταυτότητας: Καθώς οι συνθήκες για το εθνικό κράτος σταδιακά μετασχηματίζονται,  παρατηρείται έντονη η αναδόμηση των εθνικών, πολιτιστικών, θρησκευτικών και γλωσσικών ταυτοτήτων. Η διαδικασία της παγκοσμιοποίησης με τις παρεπόμενες δημογραφικές αλλαγές είναι δυνατόν να οδηγήσει σε έναν αμυντικό τοπικισμό. Η κατάρρευση της μοναδικότητας των πολιτικών ιδεολογιών, η μειωμένη αξιοπιστία στη παραδοσιακή γνώση και η εξασθένηση της πίστης στην επιστημονική αυθεντία θα έχουν πολλαπλές επιπτώσεις για τον κόσμο της εκπαίδευσης, καθώς και για τη θέση των εκπαιδευτικών σε αυτόν (Hargreaves 1994). Σύμφωνα με τον Hargreaves (1994) η δουλειά των εκπαιδευτικών στο μέλλον θα εξαρτηθεί άμεσα από τον τρόπο διευθέτησης αυτού του «παράδοξου» δίπολου παγκοσμιοποίηση-εθνοκεντρισμός.

Η προσπάθεια διατήρησης της εθνικής ταυτότητας θα επιφέρει στους εκπαιδευτικούς κυρίως της Α/θμιας εκπαίδευσης, έναν επιπρόσθετο φόρτο εργασίας προερχόμενο από προσθήκη γνωστικών αντικειμένων και αρμοδιοτήτων σχετιζόμενων με την επιβεβαίωση της εθνικής ταυτότητας. Πρόκειται ακριβώς για αυτό που ο Guy Neave (1998) αποκαλεί «διεύρυνση αρμοδιοτήτων» (σ. 245) εννοώντας αρμοδιότητες που δεν αντικαθιστούν αλλά προστίθενται στα ήδη υπάρχοντα καθήκοντα των εκπαιδευτικών προκαλώντας ένα δυσβάσταχτο φόρτο εργασίας.

Νέες Τεχνολογίες: Η διαδικασία της παγκοσμιοποίησης στην εξέλιξή της έχει ως αρωγό την τεχνολογία, η οποία εξελίσσεται με τρομακτικούς επίσης ρυθμούς. Σε αυτή τη κατεύθυνση, ξαφνικά τα εθνικά εκπαιδευτικά ιδρύματα καλούνται να λειτουργήσουν όχι μόνο ως «υπηρέτες του εθνικού κράτους, αλλά και ως δρώντα όργανά του στον παγκόσμιο ανταγωνισμό» (Scott 1996).

Σε αυτό το πλαίσιο οι εκπαιδευτικοί έχουν να επιτελέσουν ένα διπλό και κάποτε αντικρουόμενο ρόλο. Θα πρέπει από την μια πλευρά να γίνουν ικανοί χειριστές των νέων τεχνολογιών και παράλληλα φορείς τους στα σχολεία, ενώ από την άλλη πλευρά καλούνται να λειτουργήσουν ως «ηθικοί φρουροί ενάντια στα επιφανειακά και κάποτε ρηχά αποτελέσματα» (Hargreaves 1994) των νέων τεχνολογιών. Η αναδόμηση των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων προς αυτή την κατεύθυνση συνεπάγεται και τον μετασχηματισμό της δουλειάς των εκπαιδευτικών και άρα την ανάγκη ανανέωσης του γνωστικού τους κεφαλαίου μέσω της επιμόρφωσης.

Δια βίου εκπαιδευόμενοι…εκπαιδευτικοί: Για μεγάλο χρονικό διάστημα βασική αποστολή του επαγγέλματος των εκπαιδευτικών θεωρούταν η «αποθήκευση πληροφοριών στα κεφάλια των εκπαιδευομένων» (Freire 1985).Η κυρίαρχη παραδοσιακή άποψη αντιμετώπιζε την διδασκαλία ως μέσο δια του οποίου η αντικειμενική γνώση μεταβιβαζόταν από αυτούς που την κατείχαν (εκπαιδευτικοί) σε αυτούς που δεν την κατείχαν (εκπαιδευόμενοι) (Popper 1972). Η παράδοση της εκπαίδευσης και μετεκπαίδευσης των εκπαιδευτικών ήταν αποκλειστικά καθοδηγούμενη από εξωτερικούς παράγοντες και αντιμετωπιζόταν ως μια λειτουργία που λάμβανε χώρα μόνο για ένα διάστημα και κατέληγε στην παραγωγή του «εκπαιδευμένου εκπαιδευτικού» (Cohen 1997).

Στις αρχές του 21ου αιώνα, δεδομένου ότι η ιδέα της δια βίου εκπαίδευσης προτάσσει την εξοικείωση με εναλλακτικούς τρόπους μάθησης, οι εκπαιδευτικοί καλούνται όχι πλέον να διδάξουν απλά γνώσεις, αλλά να γνωρίσουν στους εκπαιδευόμενους τρόπους για να μαθαίνουν. Σχετικά πρόσφατα έκανε την εμφάνισή της μια εναλλακτική άποψη, η οποία αναγνωρίζει πως η διδασκαλία αποτελεί μια διαδικασία μάθησης και ο εκπαιδευτικός λειτουργεί ως εκπαιδευόμενος με ένα συγκεκριμένο σκοπό (Fullan & Hargreaves 1992) με μια εντελώς προσωπική βιογραφία (Ball & Goodson 1985) και ένα συγκεκριμένο κάθε φορά στάδιο στην επαγγελματική του σταδιοδρομία (Huberman 1992). Συνεπώς η χάραξη εκπαιδευτικής πολιτικής που αποσκοπεί στην επιμόρφωση των εκπαιδευτικών πρέπει να απαντά στις μαθησιακές ανάγκες όχι ενός ομοιογενούς αλλά ενός διαφοροποιημένου πληθυσμού ενηλίκων που απαρτίζουν το εκπαιδευτικό επάγγελμα.

Καταλήγοντας να επισημάνουμε τα εξής:

Ο νέος αιώνας απαιτεί μια επιμόρφωση που να ανταποκρίνεται στους πολλαπλούς ρόλους των εκπαιδευτικών  που είναι συμπερασματικά οι εξής:

  • Εκπαιδευτές ενός πολιτισμικού και γλωσσικού μωσαϊκού

  • Ικανοί χειριστές του δίπολου παγκοσμιοποίηση-εθνοκεντρισμός

  • Ικανοί χειριστές των νέων τεχνολογιών

  • Φορείς των νέων τεχνολογιών στα σχολεία

  • Εκπαιδευτές των μελλοντικών εργαζομένων αλλά και

  • Δια βίου εκπαιδευόμενοι.

Πρόκειται για μια επιμόρφωση που εκτός των άλλων στοχεύει στην ενδυνάμωση του εθνικού εκπαιδευτικού συστήματος μέσω των εκπαιδευτικών. Συνεπώς οι μετασχηματισμοί της συντελούνται σε πολλαπλά και συχνά αλληλοκαλυπτόμενα επίπεδα που αφορούν την οργανωτική και διοικητική δομή των προγραμμάτων, τον τόπο και τη χρονική τους διάρκεια, τους επιμορφωτές και τη δική τους επιμόρφωση και κυρίως τη δομή και το περιεχόμενο των αναλυτικών προγραμμάτων.

 

ΕΛΛΗΝΟΓΛΩΣΣΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ           

 

 

 

 

 

 

 

Καραβασίλης, Γ.Γ. (1994) Παράγοντες που επηρεάζουν την επίδοση των μαθητών οι οποίοι παλιννοστούν (έρευνα στην περιοχή Ασπροπύργου), Αθήνα.

Μπαρτσίδης, Μ. & Χοντολίδου, Ε. (2001) «Παγκοσμιοποίηση και εκπαίδευση: ομύθος της αποδυνάμωσης των εθνικών κρατών και ο ρόλος τους στα εθνικά εκπαιδευτικά συστήματα», εισήγηση στο 10ο Διεθνές Συνέδριο της Παιδαγωγικής Εταιρείας Ελλάδος με θέμα «Ελληνική Εκπαίδευση και Παγκοσμιοποίηση», Ναύπλιο, 8-10 Νοεμβρίου 2001.

Neave, G. (1998) Οι Εκπαιδευτικοί. Προοπτικές για το εκπαιδευτικό επάγγελμα στην Ευρώπη, Αθήνα, Μεταίχμιο-Έκφραση.

Παναγόπουλος, Χ. (2002) «Μοχλός η εκπαίδευση», «Καθημερινή», 19/9/2002.

Πουλαντζάς, Ν. (1982) Το Κράτος, η εξουσία και ο σοσιαλισμός, Αθήνα, Θεμέλιο.

Σταμέλος, Γ. (1999) Σύγχρονα θέματα εκπαιδευτικής πολιτικής. Το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα. Προσπάθεια ιχνηλασίας Β΄, Αθήνα, Αρμός.

Τρίγκα, Ν. (2001) Δημοτικά-Γυμνάσια-Λύκεια: Πολύχρωμα Σχολεία, Εφημερίδα «Έθνος», 23/10/2001.

Φραγκουδάκη, Α. (2000) «Η στρουθοκάμηλος», «Τα Νέα», 9/12/2000.

 

ΞΕΝΟΓΛΩΣΣΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

 

 

 

 

 

 

Ball, S.J. & Goodson, I.F. (eds.) (1985) Teachers’ lives and careers, London,  Methuen.

Ball, S. (1998) “Big policies/small world: an introduction to international perspectives in education policy” in Comparative Education, 34(2), pp. 119-130.

Bauman, Z. (1998) Globalisation: The Human Consequences, Cambridge, Polity Press.

Blackmore, J. (1999) “Localization/globalisation and the mid-wife state: strategicdilemmas for state feminists in education” in Journal of Education Policy, 14, pp. 33-54.

Boyer, R. & Drache, D. (eds) (1996) States against Markets, London, Routledge.

Bryan, D. (1995) The chase across the globe: international accumulation and the contradictions for nation states, Boulder, West view Press.

Brown, T. (1999) “Challenging globalisation as discourse and phenomenon” in International Journal of Lifelong Education, vol.18, no.1, January-February 1999, pp.3-17.

Brown, P. & Lauder, H (1996) “Education, Globalisation and economic development”, Journal of Education Policy, 11, pp. 1-25.

Campanella, M.L. (1993) “The effects of globalisation and turbulence on policy-Making processes”, Government and Opposition, 28(2).

Cohen, M. (1997) “A workshop in the workplace: A study in school-based teacher development”, Support for Learning, 12(4), pp. 152-157.

Cope, S., Leishman, F., & Starie, P. (1997) “Globalisation, new public management and the enabling State”, International Journal of Public Sector Management, 10(6), pp. 444-460.

Crossley, M. (2000) “Bridging cultures and traditions in the reconceptualisation of comparative and international education”, Comparative Education, 36, pp. 319-332.

Dale, R. (1999) “Specifying globalisation effects on national policy: a focus on the mechanisms”, Journal of Education Policy, vol. 14, no. 1, pp. 1-17.

Freire, P. (1985) The Politics of Education: Culture, power and liberation, South  Hadley, Mass.: Bergin & Garvey.

Fulcher, J. (2000) “Globalisation, the nation-state and global society”, The Sociological Review, 48(4), pp. 522-543.

Fullan, M. & Hargreaves, A. (1992) Teacher development and educational change, London, Falmer.

Hargreaves, A. (1994) Changing Teachers, Changing Times. Teachers’ work and culture in the postmodern age, London, Cassell.

Held, D. (1991) Democracy and the Global Order: From the Modern State to Cosmopolitan Governance, Cambridge, Polity.

Held, D. & McGrew, A. (1993) “Globalisation and the liberal democratic State”, Government and Opposition, 28(2).

Held, D., McGrew, A., Goldblatt, D. & Perraton, J. (1999) Global Transformations politics, economics, culture, Cambridge, Polity Press.

Henry, M., Lingard, B., Rizvi, F. & Taylor, S. (1999) “Working with/against globalisation in education” in Education Policy, vol. 14, no. 1, pp. 85-97.

Hirst, P. & Thompson, G. (1996) Globalisation in Question: the international economy and the possibilities of governance, Cambridge, Polity Press.

Hoogvelt, A. (1997) Globalisation and the Postcolonial World: the new political economy of development, Basingstoke, Macmillan.

Huberman, M. (1992) “Teacher development and instructional mastery” στο Hargreaves, A. & Fullan, M. (eds) Understanding Teacher Development, London, Cassell.

Jessop, B. (1993) “Towards a Schumpeterian workfare State? Preliminary remarks onpost-Fordist political economy”, Studies in Political Economy, Vol. 40.

Jones, P. (1998) “Globalisation and Internationalism: democratic prospects for worldeducation” in Comparative Education, 34(2), pp. 143-155.

Lash, S. & Urry, J. (1994) Economies of Signs and Space, London, Sage.

Mann, M. (1997) “Has globalisation ended the rise and rise of the nation-state?” in Review of International Political Economy, 4(3), pp. 472-496.

Marginson, S. (1999) “After Globalisation: emerging politics of education” in Journal of Education Policy, 14, pp. 19-31.OECD (1998) Staying Ahead. In-service Training and Teacher Professional

Development, Paris, Centre for Educational Research and Innovation.

Panitch, L. (1994) “Globalisation and the State” στο Miliband, R. & Panitch, L. (eds.)Socialist Register 1994: Between Globalism and Nationalism, London, Merlin Press.

Popper, K. (1972) Objective Knowledge, Oxford, Oxford University Press.

 Scott, P. (1996) “Internationalization and quality assurance” in De Winter, U. (ed.)Internationalization and quality assurance. Goals, strategies and instruments, Amsterdam, EAIE Occasional Paper 10, 27-31.

Weiss, L. (1998) The Myth of the Powerless State, Cambridge, Polity Press.

 

 

 

Copyright 2003 ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟΥ ΑΡΧΕΙΟΥ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ  ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ